Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009

Φιλοσοφική διάθεση στήν ποίηση τοῦ Ἐλύτη

(Μιά ἀναφορά στόν Παπαδιαμάντη)

Ξεφυλλίζοντας τίς συλλογές τοῦ Ἐλύτη, μία πρός μία, ἀπό τίς πρῶτες ἐφηβικές του συνθέσεις ὥς καί τήν τελευταία, διαπιστώνουμε ὅτι ὁ ποιητής παραμένει ἕνας καί ἀδιαίρετος: Λάτρης τῆς ὀμορφιᾶς πού τήν ταυτίζει μέ τή δικαιοσύνη καί τήν ἀλήθεια, ὁραματιστής ἑνός κόσμου πού δύναται ὁ ἄνθρωπος νά ἀποκρυπτογραφήσει καί νά τόν βιώσει βαθιά, ἀρκεῖ νά θελήσει. Μάλιστα, ὁ ἕλληνας ἄνθρωπος εἶναι προνομιοῦχος τῆς ζωῆς γιά χίλιους λόγους καί πρωτίστως: Γιά τήν παράδοσή του, τήν ἰδιοσυγκρασία του, τό τοπίο του. Ὅλα αὐτά συνιστοῦν ἕναν Παράδεισο. "Η Μεσόγειος" γράφει στά Ἀνοιχτά Χαρτιά, "εἶναι μία ζώνη πού οἱ τερατολογικές παραμορφώσεις τοῦ Βορρᾶ καί τοῦ Νότου παίρνουν ἀνθρώπινο σχῆμα, ὅταν φθάσουν ἀκριβῶς ἐκεῖ. Ἐκεῖ ἀκριβῶς γεννήθηκε ἡ Λυρική τέχνη, ἐκεῖ πρωτοδημιουργήθηκε ἡ Δημοκρατία, ἐκεῖ ἀξιώθηκαν νά διδάξουν ἕνας Σωκράτης κι ἕνας Ἰησούς. Ἡ ζώνη αὐτή εἶναι μιά ἀκριβής στιγμή πού ὅλες οἱ συνθῆκες, ὅλοι οἱ παράγοντες δίνουν τή δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά σταθεῖ ἀκέραιος".
Ὁ Ἐλύτης, παρά πού ἔζησε σέ μιά ἐποχή ἰδεολογικῶν συγκρούσεων, δέν συγκινήθηκε ἰδιαιτέρως ἀπό καμμιά. Τό μόνο κίνημα πού τόν ἐξέφρασε ἦταν ὁ ὑπερρεαλισμός καί μάλιστα ὄχι πρός ὅλες τίς παραμέτρους του. Πῆρε ἀπ' αὐτόν ὅ,τι θεωροῦσε γόνιμο γιά τήν τέχνη του, προσαρμόζοντάς το κάθε φορά σέ ὅ,τι κουβαλοῦσε μέσα του ἀπό τήν ἑλληνική ποιητική παράδοση. Γι' αὐτό κι οἱ "Προσανατολισμοί"του (1939) ἐπαινέθηκαν ὁμοφώνως ἀπό τήν κριτική ὡς δρόμος πού ἔπρεπε ν' ἀκολουθήσει ἡ Νέα Ἑλληνική ποίηση. Πίστη καί στάση ζωῆς καί ἰδεολογία στάθηκε γι' αὐτόν τό ποιητικό του ὅραμα. Κι αὐτό διαμορφώθηκε σύμφωνα μέ τήν αὐθεντική του φύση, τά διαβάσματά του, τά βιώματά του. Ὁ ἑλληνικός χῶρος, μέ ὅ,τι τόν ὁρίζει, αὐτός καί τόν προσδιόρισε. Γι' αὐτό καί "ποιητής τοῦ Αἰγαίου", ὅπως τόν ἀποκαλοῦν, γι' αὐτό καί "ἡλιοπότης", παρότι βρίσκω συμβατικούς τούς χαρακτηρισμούς, γιατί ὑπάρχει κίνδυνος νά θεωρήσουμε τόν Ἐλύτη ἕναν ποιητή πού μπαίνει σέ καλούπια. Τόν στενεύουμε. Δέν εἶναι μόνο αὐτό. Οὔτε καί ποιητή τῆς ἑλληνικότητας καί τῆς ὀρθοδοξίας μποροῦμε νά τόν ποῦμε. Πάλι τόν στενεύουμε.
Ἡ ἑλληνικότητά του ἔγκειται κυρίως στό ὅτι νιώθει κομμάτι τοῦ τόπου, στόν ὁποῖο ἔτυχε νά γεννηθεῖ, στήν ἱστορική συνείδηση τῆς ἐλευθερίας, στόν ἥλιο, στή θάλασσα, τόν οὐρανό, τούς βράχους καί τόν ἀσβέστη τοῦ Αἰγαίου καί πάνω ἀπ' ὅλα, στή γλώσσα, πού τή θεωρεῖ ἦθος. Γράφει στά "Δημόσια καί Ἰδιωτικά" (Ἵκαρος 1990) "Εἶναι μιά γλώσσα μέ πολύ αὐστηρή γραμματική, πού τήν ἔφτιασε μόνος του ὁ λαός, ἀπό τήν ἐποχή πού δέν ἐπήγαινε ἀκόμα σχολεῖο. Καί τήν τήρησε μέ θρησκευτική προσήλωση κι ἀντοχή ἀξιοθαύμαστη, μέσα στίς πιό δυσμενεῖς ἑκατονταετίες. Ὥσπου ἤρθαμ' ἐμεῖς, μέ τά διπλώματα καί τούς νόμους, νά τόν βοηθήσουμε. Καί σχεδόν τόν ἀφανίσαμε. Ἀπό τό ἕνα μέρος τοῦ φάγαμε τά κατάλοιπα τῆς γραφῆς του καί ἀπό τό ἄλλο τοῦ ροκανίσαμε τήν ἴδια του τήν ὑπόσταση, τόν κοινωνικοποιήσαμε, τόν μεταβάλαμε σέ ἕναν ἀκόμα μικροαστό, πού μᾶς κοιτάζει ἀπορημένος ἀπό κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας τοῦ Αἰγάλεω".
Μέ τήν ὀρθοδοξία ἐξ ἄλλου ἡ σχέση του εἶναι κυρίως αἰσθητική. Δανείζεται σύμβολα ἀπό τό τελετουργικό της, λέξεις καί σχήματα ἀπό τήν ὑμνολογία της, τόν συγκινεῖ ἡ ταπεινή πίστη πού φτιάχνει, ἄς ποῦμε, ἕνα μικρό κάτασπρο ἐκκλησάκι, δέ φαίνεται νά τόν ἐνδιαφέρει τό δογματικό της μέρος.
Ὁ Ἐλύτης δοξάζει τίς αἰσθήσεις, στίς ὁποῖες προσδίδει ἠθική διάσταση. Ὀνειρεύεται μιά ἐποχή πού ὁ ἄνθρωπος, καθαρισμένος ἀπό τά λέπια πού κόλλησε πάνω του ἡ κοινωνική περίσταση, θά ζήσει ὅπως ἡ ἀληθινή του φύση ὁρίζει καί τότε θά εἶναι εὐδαίμων. "Θέλουμε δέ θέλουμε" γράφει στά Ἀνοιχτά Χαρτιά "εἴμαστε ὅλοι δέσμιοι μιᾶς εὐτυχίας, πού ἀπό δικό μας λάθος ἀποστερούμαστε. Κι ὅτι δέν ὑπάρχει χρυσόμαλλο δέρας εἶναι ψέματα. Ὁ καθένας ἀπό μᾶς εἶναι τό χρυσόμαλλο δέρας τοῦ ἑαυτοῦ του". "Ἡ Ποίηση" συνεχίζει "μᾶς ξεμαθαίνει ἀπό τόν κόσμο τῆς φθορᾶς τέτοιον πού τόν βρήκαμε: τόν κόσμο τῆς φθορᾶς. Πού ἔρχεται κάποια στιγμή νά δοῦμε ὅτι εἶναι ἡ μόνη ὁδός γιά νά ὑπερβοῦμε τή φθορά, μέ τήν ἔννοια πού ὁ θάνατος εἶναι ἡ μόνη ὁδός πρός τήν Ἀνάσταση".
Ἔχει ἐνδιαφέρον τό πῶς περνάει ὁ θάνατος στήν ποίησή του. Στό "Ἡμερολόγιο ἑνός ἀθέατου Ἀπριλίου" ὑπάρχει διάχυτη ἡ αἴσθηση τοῦ ποιητῆ γιά τό σκοτεινό μέρος τῆς ζωῆς. Σ' αὐτά τά ποιήματα ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ τό θάνατο, ἀλλά τόν προσπερνᾶμε ἁπαλά, λυτρωτικά σχεδόν. Διαβάζουμε στή σελίδα 10:
Κεῖ κατά τά μεσάνυχτα εἶδα τίς πρῶτες φωτιές
πάνω ἀπ' τ' ἀεροδρόμιο.
Πιό δῶ τό μαῦρο κενό.
Ὕστερα φάνηκε νά 'ρχεται ἡ flora mirabilis ὀρθή πάνω
στό ἅρμα της καί ἀδειάζοντας ἀπό 'να πελώριο χωνί
λουλούδια.
Τά θύματα ἔσκυβαν κι ἔπαιρναν τή στάση πού εἶχαν
πρίν χωρίσουν ἀπό τή Μητέρα.
Στό κοτσάνι τῆς νύχτας ἡ σεληνη σπάραζε.
Στή συλλογή "Τά ρώ τοῦ ἔρωτα" τό ποίημα "Ἡ ποδηλάτισσα"ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό παράδειγμα αἰσθητικῆς ἀντιμετώπισης τοῦ θανάτου:
Τό δρόμο πλάϊ στή θάλασσα περπάτησα
πού 'κανε κάθε μέρα ἡ ποδηλάτισσα.
Βρῆκα τά φροῦτα πού 'χε τό πανέρι της
τό δαχτυλίδι πού' πεσε ἀπ' τό χέρι της.
Βρῆκα τό κουδουνάκι καί τό σάλι της
τίς ρόδες, τό τιμόνι, τό πεντάλι της.
Βρῆκα τή ζώνη της, βρῆκα σέ μιάν ἄκρη
μιά πέτρα διάφανη πού 'μοιαζε μέ δάκρυ.
Τά μάζεψα ἕνα ἕνα καί τά κράτησα
κι ἔλεγα ποῦ 'ναι ποῦ'ναι ἡ ποδηλάτισσα.
Τήν εἶδα νά περνᾶ πάνω ἀπ' τά κύματα
τήν ἄλλη μέρα πάνω ἀπό τά μνήματα.
Τήν τρίτη νύχτωσ' ῎εχασα τ' ἀχνάρια της
στούς οὐρανούς ἀνάψαν τά φανάρια της.
Κάτι παρόμοιο συναντᾶμε στόν Παπαδιαμάντη. Πλῆθος διηγημάτων του ἔχουν θέμα τό θάνατο, συνήθως ἑνός μικροῦ παιδιοῦ, ἑνός νέου ἄντρα, μιᾶς νέας κοπέλας. Αὐτοί οἱ θάνατοι τελοῦνται συνήθως μέσα στήν ἄπειρη ὀμορφιά τῆς φύσης, μέσα στήν ἄπειρη, θάλεγα, ὀμορφιά περιγραφῆς τους ἀπό τό συγγραφέα πού ὁ Ἐλύτης ἀπεριόριστα θαύμασε. Θάνατοι ποιητικοί, δηλ. λυτρωτικοί. Ἡ μόνη διαφορά τους εἶναι ὅτι, ἐνῶ καί οἱ δυό γνωρίζουν τήν "ἀνθρώπινη περίσταση", ὁ ποιητής τήν καταργεῖ, ὁ συγγραφέας τήν ὑπογραμμίζει.
Ὁ Ἐλύτης ἀρνεῖται νά τοποθετήσει μέσα στόν Παράδεισό του τόν ἄνθρωπο δυστυχισμένο. Τόν φτιάχνει λοιπόν ὅπως τόν θέλει, νά χαίρεται καί νά βιώνει βαθιά τό μυστήριο τοῦ κόσμου. Ἔτσι, ἄνθρωπος καί φύση συναποτελοῦν μιά ἠθική δύναμη πού συνιστᾶ μιά νέα μεταφυσική.
Ὁ Παπαδιαμάντης στήνει ἕναν κόσμο πού πεθαίνει μές στήν ὀμορφιά, γιά νά ξαναγίνει ὀμορφιά: λουλούδια, δέντρα, βράχοι, μυροβόλημα. Ὁ Ἐλύτης στήνει ἕναν κόσμο ἰδανικῆς ὀμορφιᾶς τέτοιον, πού δέν πεθαίνει, γιατί ἀρχή καί τέλος ταυτίζονται: "ἐδῶ τελειώνει ὁ θάνατος, ἐδῶ ἡ ζωή ἀρχίζει", στίχος ἀπό τό νεανικό του ποίημα "Ἆσμα ἡρωϊκό καί πένθιμο γιά τό χαμένο ἀνθυπολοχαγό τῆς Ἀλβανίας", (1943), αἴσθηση πού δέν ἀλλοιώνεται ὡς καί τήν τελευταία του συλλογή "Δυτικά τῆς λύπης" (1995), βαθύτατα ἐπηρεασμένος ἀπό τόν σκοτεινό Ἐφέσιο:
"Ἡ ὕλη ἡλικία δέν ἔχει.
Μόνο ν' ἀλλάζει ξέρει.
Θές πάρτην ἀπό τήν ἀρχή
θές ἀπ' τό τέλος.
Ἤρεμα κυλάει ἐμπρός ἡ ἐπιστροφή καί σύ τήν
παρακολουθεῖς δῆθεν ἀδιάφορος
... Ἄχ θάλασσα πάνω πού ξυπνᾶς πώς ξανακαινουργιώνονται ὅλα!" (ἀπόσπασμα ἀπό τό ποίημα "Ὡς Ἐνδυμίων")
Κορίτσια κι ἀγόρια στόν Ἐλύτη ἔχουν μιάν ἀλεγρία, κάτι ἀτίθασο, εἶναι κομμάτι τοῦ τοπίου. Σ' ὁλόκληρο σχεδόν τό ἔργο του φυσάει ἕνας ἄνεμος σάν ὅλα νά λικνίζονται στό φῶς, ὅλος ὁ κόσμος στήν ποίησή του εἶναι ἕνας λεβέντης ἄνεμος, ξέρει μόνο νά ζεῖ, ἀγνοεῖ τό θάνατο.
Κυνηγός τῶν χρωμάτων στή ζωγραφική του, ἐξομολογεῖται: "ξυπνάω τίς νύχτες ἀνήσυχος γιά κάποια ἀπόχρωση τοῦ μώβ, ποτέ μου ὅμως γιά τό τί μπορεῖ νά γίνεται στά ἐμπορεῖα τῆς Ἀγορᾶς". Πράγματι, παρά τήν πολιορκία πού κατά καιρούς τοῦ ἔγινε νά συμμετάσχει στήν ἐνεργό πολιτική ζωή, δέν ἐνέδωσε. Παρέμεινε προσηλωμένος στό ποιητικό του ὅραμα, μέ ἐπιμονή καί πεῖσμα, κραδαίνοντας τά σύμβολά του, τή θεά Φυτώ καί τή θεά Εὐδάνη, δυό γυναικεῖες φιγούρες πού ἐνσαρκώνουν ἡ πρώτη τό φυτικό κόσμο καί ἡ δεύτερη τό θαλάσσιο. Στό βιβλίο του "Τά δημόσια καί τά ἰδιωτικά" ἐξομολογεῖται: "Μετατρέποντας τό φυτό ἀπό οὐδέτερο σέ θηλυκό, καί θεωρώντας το σαν Κόρη, περίπου, ἁγία ἤ θεά, ζωγράφισα, χωρίς νά εἶμαι ζωγράφος, καί μάλιστα σέ πολλές παραλλαγές, μιά θεά Φυτώ, πού τῆς ἔβαλα βυσσινιά δυνατά καί χρυσά καί φωτοστέφανο στό κεφάλι, μέ τήν ἐλπίδα νά μπορεῖ δίπλα μου νά ἐνσαρκώνει κεῖνον τόν ἀέρα πού ἔρχεται σάν ἀπό θαῦμα μέσ' ἀπ' τά ἔγκατα τῆς γῆς καί νά ὑποκαταστήσει ὅσα καί σάν εἰδωλολάτρες καί σάν χριστιανοί διακονήσαμε στό βωμό τοῦ Ποσειδώνα καί τῆς Παρθένου". Ἔτσι ἔστησε τό δικό του εἰκονοστάσι.
Ὁ ποιητής ἔρχεται ἀπό τόν κόσμο τῶν Ὀρφικῶν, τῶν Προσωκρατικῶν, τοῦ Πλάτων, τοῦ Πλωτίνου, τή μυστικοπάθεια τοῦ Βυζαντίου, ἡ ψυχή δέν χωράει μόνο στή γήϊνο, προεκτείνεται στό ἀθέατο, ἴσως νάρχεται κι ἀπό κεῖ, διασκορπίζεται στό σύμπαν, ὅπως ἡ ποίησή του, ἡ γλώσσα του, ὅ,τι τόν συνιστᾶ.
Τό πόσο ἡ ποίησή του κατάφερε νά ὑπηρετήσει μέ δεξιοσύνη τό ποιητικό του ὅραμα, αὐτό εἶναι πάντα πρός συζήτηση. Ὅσο γιά τό ποιητικό του ὅραμα, αὐτό καθαυτό, τολμῶ νά ὑποστηρίξω πώς σέ μιά ἐποχή χρεοκοπίας, σάν τή δική μας, μπορεῖ νά ἀποτελέσει νόημα ζωῆς, γιατί εἶναι βαθιά ἀνθρώπινο, δηλαδή ἀληθινό.

[Τό κείμενο ἀποτελεῖ σύνοψη εὐρύτερης παρουσίασης καί δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 6, Ὀκτώβριος 1996]

Ὁ Ἡράκλειτος σ' ἕνα ποίημα τοῦ Σεφέρη

(Ἀπό τό ἡμερολόγιο Καταστρώματος Γ΄)

Μνήμη Β
Έφεσος

Μιλοῦσε καθισμένος σ' ἕνα μάρμαρο
πού ἔμοιαζε ἀπομεινάρι ἀρχαίου πυλώνα
ἀπέραντος δεξιά κι ἄδειος ὁ κάμπος
ζερβά κατέβαιναν ἀπ' τό βουνό τ' ἀπόσκια:
"Εἶναι παντοῦ τό ποίημα. Ἡ φωνή σου
καμιά φορά προβαίνει στό πλευρό του
σάν τό δελφίνι πού γιά λίγο συντροφεύει
μαλαματένιο τρεχαντήρι μές στόν ἥλιο
καί πάλι χάνεται. Εἶναι παντοῦ τό ποίημα
σάν τά φτερά τοῦ ἀγέρα μές στόν ἀγέρα
πού ἄγγιξαν τά φτερά τοῦ γλάρου μιά στιγμή.
Ἴδιο καί διάφορο ἀπό τή ζωή μας, πῶς ἀλλάζει
τό πρόσωπο κι ὡστόσο μένει τό ἴδιο
γυναίκας πού γυμνώθηκε. Τό ξέρει
ὅποιος ἀγάπησε, στό φῶς τῶν ἄλλων
ὁ κόσμος φθείρεται, μά ἐσύ θυμήσου
Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο".
Εἶπε, καί πῆρε τό μεγάλο δρόμο
πού πάει στ' ἀλλοτινό λιμάνι, χωνεμένο τώρα
πέρα στά βοῦρλα. Τό λυκόφως
θά 'λεγες γιά τό θάνατο ἑνός ζώου,
τόσο γυμνό.
Θυμᾶται ἀκόμη,
ταξίδευε σ' ἄκρες ἰωνικές, σ' ἄδεια κοχύλια θεάτρων
κι ἐγώ τόν ρωτοῦσα: "Κάποτε θά ξαναγεμίσουν;"
Καί μ' ἀποκρίθηκε: "Μπορεῖ, τήν ὥρα τοῦ θανάτου.
Κι ἔτρεξε στήν ὀρχήστρα οὐρλιάζοντας:
"Ἀφῆστε με ν' ἀκούσω τόν ἀδερφό μου!"
Κι ἦταν σκληρή ἡ σιγή τριγύρω μας
κι ἀτάραχη στό γυαλί τοῦ γαλάζιου".

Ἡ μεταμόρφωση, ὡς πραγματικότητα τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς, συναντᾶται στήν ποίηση καί τή φιλοσοφία ἀπό πολύ παλιά. Ἐξ ἄλλου τό ποίημα ὅοπως καί μιά σύλληψη φιλοσοφική μεταμορφώσεις εἶναι. Ὁ ποιητής πάσχει, ὁ φιλόσοφος ἐνορᾶται καί οἱ δύο αἰσθητοποιοῦν μέ λέξεις ὅ,τι τούς συμβαίνει μέ λέξεις ὅ,τι τούς συμβαίνει, ὁ καθένας μέ τό δικό του τρόπο. Συχνά, οἱ δύο αὐτές ἰδιότητες συνυπάρχουν στό ἴδιο πρόσωπο. Χαρακτηριστική περίπτωση εἶναι αὐτή τῶν Ἰώνων φιλοσόφων. Στά σπαράγματά τους ποίηση καί φιλοσοφία συγχέονται. Μελετώντας π.χ. Ἡράκλειτο, σ' ὅ,τι μᾶς ἔχει διασωθεῖ, διαπιστώνει κανείς πώς ἡ συμπύκνωση καί ἡ μεταφορά ἀλλά καί τό ἀποκαλυπτικό στοιχεῖο, γνωρίσματα κατ' ἐξοχήν τῆς ποίησης, σφραγίζουν τό φιλοσοφικό στοχασμό τοῦ Ἐφέσιου.
Δέν εἶναι ἴσως τυχαῖο ὅτι ποιητές ξένοι καί δικοί μας, παραπέμπουν συνειδητά ἤ ἀσύνειδα στόν Ἡράκλειτο. Ἀναφέρω ἐνδεικτικά τόν Ἔλιοτ, τόν Σικελιανό, τόν Σεφέρη, τόν Ἐλύτη. Ὁ Ἐλύτης μάλιστα στήν τελευταία ποιητική συλλογή του: "Δυτικά τῆς λύπης" ἀποχαιρετᾶ τόν κόσμο πεπεισμένος γιά τήν ἀέναο μεταμόρφωση καί ἐπιστροφή.
Ὁ Σεφέρης, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, στό ποίημα "Ἔφεσος" θεωρεῖ τόν Ἡράκλειτο ὄχι μόνο ὁμότεχνό του ἀλλά καί δάσκαλό του, καθώς τόν φαντάζεται νά ὑποβάλλει τρόπους μέ τούς ὁποίους θά τοῦ χαριστεῖ τό ποίημα. Ὁ φιλόσοφος, ὡς εἰδικός τῆς ποιητικῆς λειτουργίας - κατά τόν ποιητή - τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι συχνά ἡ φωνή καί στήν καθημερινή ἀκόμη κουβέντα, φέρει τό ποίημα᾿ κι ἀκόμα ὅτι τό ποίημα βρίσκεται παντοῦ, φτάνει νά μπορεῖς νά βλέπεις ποιητικά τόν κόσμο. Τό ποίημα εἶναι ἡ αἰώνια νεότητα τοῦ κόσμου, ἀφοῦ ὁ ποιητής ἔχει ἀκριβῶς αὐτή τή δυνατότητα: Νά τόν ξανακαινουργιώνει. "Ὠφτός Ἀΐδης καί Διόνυσος" "Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο".
Μετά τόν ἀποκαλυπτικό γιά τό ποίημα λόγο τοῦ φιλοσόφου ὁ ποιητής ἐνθαρρυμένος ἀφήνει τό βλέμμα του νά χαϊδέψει τά ἀρχαῖα θέατρα στίς ἰωνικές ἀκτές: "Κάποτε θά ξαναγεμίσουν;" "Μπορεῖ, τήν ὥρα τοῦ θανάτου".
Ὁ ποιητής ἔμπλεος ἀπό τά Ἡρακλείτεια φθέγματα περιδιαβάζει τή σύγχρονη Ἰωνία, δηλαδή τόν Ἄδη, ἀναζητώντας ἀπελπισμένα τό Διόνυσο, δηλαδή τή δική του Ἰωνία. Καί, ἀφοῦ Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο, γιατί ὄχι; Μπορεῖ νά τήν ξαναβρεῖ "τήν ὥρα τοῦ θανάτου". Ἡ πιθανότητα πού ἐγγυᾶται ἡ ποίηση ὁδηγεῖ σέ ἐπώδυνη ἀδημονία, γι' αὐτό καί τό οὐρλιαχτό. "Ἀφῆστε με ν' ἀκούσω τόν ἀδελφό μου". Ἐδῶ ποιητής καί φιλόσοφος ταυτίζονται, ἄλλωσε ὁ λόγος τοῦ Ἡράκλειτου δέν εἶναι παρά ἡ μυστική φωνή τοῦ ποιητῆ, ἔτσι, καθώς ἀναδύεται ἀπό τά βάθη τοῦ προγονικοῦ παρελθόντος, ἀποκαλυπτική καί μεταμορφωτική.
Τό ποίημα αὐτό ἀποτελεῖ "παλίνδρομον ἁρμονίην":
φιλόσοφος-ποιητής-ποιητής-φιλόσοφος
Ἄδης-Διόνυσος-Διόνυσος-Ἄδης
χθές-σήμερα-σήμερα-χθές
Ὁ Διόνυσος Ζαγρέας ἐδῶ, διαμελισμένος ὁ ἴδιος καί ξαναγεννημένος, θεός τελικά τοῦ Ἄδη, συμβολίζει τή ζωή στό σύμπαν. Ἡ φθορά εἶναι φαινομενική, μεταμόρφωση μόνο ὑπάρχει, γι' αὐτό κι ὁ φιλόσοφος καί ὁ ποιητής σ' αὐτόν τόν "ἀναστάντα" Διόνυσο ὁρκίζονται: "Στό φῶς τῶν ἄλλων ὁ κόσμος φθείρεται; μά ἐσύ θυμήσου/Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο".
Ὁ Σεφέρης στό ποίημα θέτει τό πρόβλημα τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας: -Ποῦ πᾶμε; -Χανόμαστε. "Ἀνίδεοι καί χορτάτοι" (στίχος τοῦ Σεφέρη ἀπό τό ποίημα "Οἱ σύντροφοι στόν Ἄδη") Θά ξαναβρεθοῦμε; "Μπορεῖ. Τήν ὥρα τοῦ θανάτου". Ὁ Παλαμᾶς εἶπε τό ἴδιο μέ τόν τρόπο του:
Καί μή ἔχοντας πιό κάτω ἄλλο σκαλί
νά κατρακυλήσεις πιό βαθιά
στοῦ Κακοῦ τή σκάλα
γιά τ' ἀνέβασμα ξανά πού σέ καλεῖ
θά αἰστανθεῖς νά σοῦ φυτρώνουν, ὤ χαρά!
τά φτερά
τά φτερά τά πρωτινά σου τά μεγάλα!
Σ' ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο, οἱ ἰωνικές ἀκτές συμβολίζουν ὁλόκληρη τήν Ἑλλάδα. Ὅπως καί τά ἀρχαῖα θέατρα, τόσο ἴδια μέ τούς πασίχαρους μικρούς κολπίσκους της, συμβολίζουν τήν πνευματικότητα πού ἀποπνέει τό ἑλληνικό τοπίο, ἀλλά καί τήν καλλιτεχνική δημιουργία, ἔκφραση τοῦ Ἕλληνα ἀνθρώπου. Σ' ἕνα εὐρύτερο ἐπίπεδο ἡ Ἔφεσος τοῦ ποιήματος μπορεῖ νά εἶναι ὁ παγκόσμιος χῶρος ἐντός τοῦ ὁποίου ὁ λογισμός δρᾶ καί κινεῖται, ἀνθοφορεῖ καί μαραίνεται, γιά νά ξανανθίσει: "εἴμαστε ὁ σπόρος πού πεθαίνει" λέει σ' ἕνα ἄλλο του ποίημα.
Δέν πρόκειται λοιπόν γιά χαμό, γιά μεταμόρφωση πρόκεται. Ἀλλάζουμε, μέ τά πολλά ἤ λίγα λάθη μας. Θά 'λεγα μάλιστα πώς βιαζόμαστε νά γίνουμε κάτι ἄλλο, ἴσως ἔχουμε κι ὅλας γίνει "ἄλλοι". Ὅμως ὑπάρχει πάντα τό ἀναλλοίωτο, κάτι πού λάμπει: "ὡσάν τά δόντια αὐτοῦ τοῦ σκύλου" (ἀπό τό ποίημα "Ἄγραφον", τοῦ Σικελιανοῦ) κι αὐτό εἶναι ἡ μαγιά κάθε φορά γιά μιά εὐφρόσυνη ἀνανέωση. Πρός τό παρόν ἐξουσιάζει ἡ σιωπή: "Κι ἦταν σκληρή ἡ σιγή τριγύρω μας / κι ἀχάραχτη στό γυαλί τοῦ γαλάζιου".
Ὁ ὑποφήτης ἔσκισε σάν κεραυνός τό ποίημα καί ἐξαφανίστηκε. Σέ μᾶς ἔμεινε ἡ καταλυτική μνήμη, ζωοποιός, ἐλπιδοφόρα. Ἡ ποίηση, μέ τή μεταμορφωτική της δύναμη, τήν ἀνέσυρε ἀπό τή σκοτεινή της κρύπτη καί τήν πρόσφερ λάμπουσα πάλι στή δική μας μνήμη, στή μνήμη ὅσων τουλάχιστον κρατοῦν τήν Ἑλλάδα ὡς ἀξία καί τήν περιφρουροῦν. Στή μνήμη, ἐντέλει, ὅσων πασχίζουν γιά τήν πνευματική προκοπή -τή μεταμόρφωση- ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας.

[Τό ἄρθρο δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 11, Ἰανουάριος 1998]

Γιά τή γλώσσα

Συχνά διαβάζω στόν Τύπο ἄρθρα γιά τή γλώσσα, ἀλλά καί στήν τηλεόραση ἐνίοτε παρακολουθῶ συζητήσεις γι’ αὐτήν ἀπό ἐπωνύμους καί μή, σχετικούς ἤ ἄσχετους μέ τό θέμα, πάντως ὁπωσδήποτε πρόσωπα ποῦ ἔχουν κάποια ἄποψη νά καταθέσουν, νά καταρρίψουν μιάν ἄλλη, νά συμφωνήσουν ἤ νά διαφωνήσουν, ἤ καί νά κατακεραυνώσουν. Ἄλλοι ἀπό αὐτούς – κάποιας ἡλικίας συνήθως – χρησιμοποιοῦν ἀκόμη τήν ἀντίθεση: δημοτική – καθαρεύουσα καί ἀποπνέουν ἐν γένει ἕνα πνεῦμα μπαρουτοκαπνισμένο. Ἄλλοι μιλᾶν γιά τήν ἑνιαία γλώσσα μέ τόση εὐκολία ποῦ ἔχεις τήν ἐντύπωση ὅτι νά, τό νέο παιδί δέν ἔχει παρά νά ἀνοίξει τό στόμα του καί θ’ ἀρχίσει κι ὄλας νά ρέει ἄνετα ἀπό ‘κεῖ ὁ Ὅμηρος, ὁ Θουκυδίδης, ἡ Ἄννα Κομνηνή, ὁ Παπαδιαμάντης, τό δημῶδες ἄσμα.
Ἄς ἀφήσουμε τ’ ἀστεία. Ἡ γλώσσα μας, ὅπως ἐξ ἄλλου κάθε γλώσσα, πολύ περισσότερο ἡ δική μας, γιά τούς γνωστούς λόγους, δικαιοῦται νά εἶναι τά πάντα: καί δημοτική καί καθαρεύουσα καί ἀρχαία καί βυζαντινή καί μικτή καί ὅ,τι θέλει. Σήμερα δέν ὑπάρχει γλωσστικό πρόβλημα. Γλώσσα μᾶς εἶναι ἡ καθομιλουμένη καί σίγουρα ὅλοι τή γνωρίζουμε, ἀπό τό μικρό παιδί ποῦ τή μαθαίνει ἀπό τή μητέρα του ὡς τόν ἐνήλικα ποῦ συνεχῶς τήν πλουτίζει μέ χίλιους τρόπους, καί τήν παιδεία φυσικά. Ἡ καθομιλουμένη κουβαλάει πάνω της ὅλη τήν ἱστορία τῆς γλώσσας μας, διαμορφούμενη συνεχῶς καί ἐξελισσόμενη κατά τά ἑκάστοτε παρόντα, ὅπως συμβαίνει μέ ὅλα τά πράγματα στή ζωή.
Οἱ ἄνθρωποι ποῦ πάλεψαν, ἔστω κι ἀπό διαφορετικά χαρακώματα, γιά τή γλώσσα, σέ ἐποχές δύσκολες, εἶναι ὅλοι δικαιωμένοι καί ὅ,τι πέρασε, πέρασε καλά. Δέν ὑπάρχουν ριψάσπιδες. Ἡ φύση τῆς γλώσσας μας καί ὁ ἀνώμαλος ἱστορικός μας βίος ἐπέβαλαν τίς ἀντιπαραθέσεις, στίς ὁποῖες χρωστᾶμε τό σημερινό γλωσσικό μας ὄργανο. Δέν ὑπάρχει σκοταδιστές καί διαφωτιστές. Οἱ μέν χαλιναγωγοῦσαν τους δέ, σ’ αὐτούς ὀφείλουμε σήμερα τή γλώσσα ποῦ μιλᾶμε.
Τί ζητάει ἡ γλώσσα ἀπό μας; Πρῶτα-πρῶτα νά ἀποδεχτοῦμε αὐτή τήν ἀλήθεια, νά θεωρήσουμε γνήσια παιδιά τῆς ὅλες τίς ἐκφάνσεις της, νά τίς σπουδάζουμε ὅσο μποροῦμε καί νά τίς σεβόμαστε. Μακάριος ὅποιος μπορέσει νά τίς προσεγγίσει ὅλες, ἀλλά κι ἐκεῖνος ποῦ δέ θά μπορέσει, νά ξέρει τουλάχιστον πῶς ἔχει χάσει πολλά.
Κι ἄν, τέλος πάντων, πρέπει νά μεταφράζουμε τούς ἀρχαίους, γιά νά εἶναι προσιτοί, ε, ἄς μή μᾶς πιάνει πρεμούρα νά μεταφράζουμε καί κείμενα τοῦ αἰώνα μᾶς π.χ. Παπαδιαμάντη, γιατί αὐτό καταντᾶ, ἄν ὄχι ἀσέβεια, πάντως ὁπωσδήποτε ἐπιπολαιότητα ἤ καί ὕβρη. Ἄς κρατήσουμε μία εὐαίσθητη στάση ἀπέναντι σ’ ὅ,τι μάς ὁρίζει (τί ἄλλο ἔχουμε;), μία ποίηση, γιατί νά ὑποτάσσουμε τά πάντα στήν εὐκολία;
Οἱ φιλόλογοι βλάπτουμε συχνά τήν ὑπόθεση τῆς γλώσσας μας μέ τεχνητές ἀντιπαραθέσεις. Γιατί; Τό πρόγραμμα μιλάει μόνο του. Ἄς ἀκούσει τουλάχιστον τό παιδί ἀπό τό δικό μας στόμα στή φράση: «Χαρά σ’ ἐκεῖνον ποῦ μπορεῖ καί προσεγγίζει ὅσο γίνεται περισσότερα κείμενα». Αὐτή δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια; Ἀπό κεῖ καί πέρα, ὁ καθείς καί τά ὄπλα του. Αὐτός χάνει ποῦ δέν ξέρει π.χ. τή χρήση τοῦ πολυτονικοῦ. Γιατί ἐπιμένουμε νά παράγουμε «ἱππεῖς»;
Τά πράγματα λοιπόν εἶναι ἁπλά. Ἡ σπουδή τῆς γλώσσας εἶναι ἔργο ἐπίπονο, ὅσο κι ἄν προσπαθεῖ νά τά ἁπλουστεύσει ὁ ὅρος ἑνιαία γλώσσα, ὅπως καί ἡ καθομιλουμένη χρειάζεται συνεχῆ φροντίδα, ἐγρήγορση καί στοργή. Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι, κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, ἐκ τοῦ πονηροῦ ἤ, τό λιγότερο, ἐπιπολαιότητες.

[Τό ἄρθρο δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεύχος 9-10, Ὀκτώβριος 1997]

Από την Ἑλληνίδα Ιδέα" στην "Ελληνίδα μητέρα"

Μια ιδέα συνέχει ολόκληρο το Σολωμικό έργο: Είναι ό,τι συνιστά και ορίζει τον υλικό, πνευματικό και ηθικό κόσμο. Οι τρεις αυτοί κόσμοι βρίσκονται σε αρμονική σχέση μεταξύ τους και υψώνουν τη ζωή σε σφαίρες ουράνιες. Ο άνθρωπος, ως υλικό σώμα, πνεύμα και ψυχή, αποτελεί ενότητα ικανή και υπερβεί ακόμα και το θάνατο. Αυτή η ενότητα αισθητοποιείται στο σολωμικό έργο με τη μορφή μιάς γυναίκας που παρουσιάζεται από τα νεανικά του ακόμη ποιήματα ως και την ώριμη δημιουργία του, σε στιγμές οριακές της ζωής.
Στον Εθνικό Ύμνο η γυναικεία μορφή υποδύεται την ελευθερία, σ’ αυτήν συγκλίνει η ανθρώπινη ομάδα που στο ποίημα αυτό δρα και συγκρούεται, προκειμένου να διασώσει την ανώτερη ουσία της.
Στο γνωστό επίγραμμα «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη» η γυναικεία μορφή, φορώντας στεφάνι από χορτάρι δόξας, αποτιμά το χώρο της θυσίας και τον εξαγιάζει.
Στα έργα της ώριμης περιόδου η γυναικεία μορφή γίνεται πιο μυστηριακή, φεγγαροντύνεται στον «Κρητικό» και ξυπνάει στον ήρωα μνήμες τρυφερές, ταυτίζεται με την Παναγία, τη μητέρα, την αγαπημένη, τον κοιτάζει τρυφερά κι ένα δάκρυ της στάζει στο χέρι του. Έτσι του δίνεται η χάρη να νιώσει μέρος μιάς ουσίας οικείας, σπλαχνικής που τον περιέχει και την περιέχει και που μέρος αυτής της ουσίας είναι και η αγαπημένη του, αλλά και η πατρίδα, η ελευθερία, ο έρωτας και γιατί όχι, ο χάρος. Με τη συνείδηση, λοιπόν μιάς τέτοιας λαμπερής πραγματικότητας, σε λίγο θα νικήσει την οδύνη από το θάνατο της αρραβωνιαστικιάς.

Κι ετάραξε τα σπλάχνα μου ελευθερίας ελπίδα
Κι εφώναξα ω θεϊκιά, κι όλη αίματα Πατρίδα!
Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τά χέρια με καμάρι
Καλή ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι
.. ..
Και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη
Την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.

Στον «Πόρφυρα» ο νέος που κολυμπάει πανευτυχής αποτελεί ο ίδιος ενσάρκωση της Ιδέας, της αρμονικής δηλ. ενότητας που συνέχει τα πάντα, ιδίως τη συγκεκριμένη στιγμή, παραδομένος στη γήϊνη Παράδεισο, μια Παράδεισο κάλλους ο ίδιος, δέχεται την επίθεση του θηρίου αλλά προλαβαίνει να υπερβεί το θάνατο, καθώς «άστραψε φως και γνώρισε ο νιός τον εαυτό του».
Στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» μια μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα βγαίνει από την καπνίλα της μάχης και ψάλλει το ένδοξο Μεσολόγγι, ενώ στον «Πειρασμό» στο 3ο σχεδίασμα, να την πάλι η φεγγαροντυμένη να υποβάλλει τη θελκτική της παρουσία, θυμίζοντάς τους όμως συνάμα τη θεία ουσία, μέρος της οποίας είναι και οι ίδιοι, πολιορκώντας τους δηλαδή, από τη μια, αλλά και βοηθώντας τους, από την άλλη, να συνειδητοποιήσουν την ανωτερότητά τους έναντι του θανάτου που τους περιμένει.

Αλαφρωΐσκιωτε καλέ, για πές απόψε τι ‘δες;
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

Στο ιταλικό σχεδίασμα «La donna velata» η γυναίκα παίρνει τη μορφή της Αγαπημένης που, αν και νεκρή, το ερών υποκείμενο την ξαναβρίσκει στ’ όνειρό του.
Έτσι η πνοή του κόσμου αενάως γεννιέται και πεθαίνει – για να ξαναγεννηθεί, σύλληψη καθαρά ελληνική αλλά και χριστιανική, περασμένη φυσικά από τον ευρωπαϊκό στοχασμό, που κι αυτός πάλι με τη σειρά του έχει την πηγή του στην αρχαία ελληνική σκέψη και παράδοση.
Αντιπέρα προς την Ιδέα, που αντιπροσωπεύει ισότιμα στο Σολωμό τα τρία στοιχεία: φύση, άνθρωπο, θείο, βρίσκεται η γυμνή φύση (Πόρφυρας), η άρρωστη συνείδηση (Η γυναίκα της Ζάκυνθος), η άγνοια (Λάμπρος), η ύβρις (οι πολιορκητές του Μεσολογγίου), οι σαϊτιές της μοίρας (Ελληνίδα μητέρα). Όλα αυτά αντιμάχονται τον ηθικό αγώνα του ανθρώπου, αλλά στη σύγκρουση εκείνο που μετράει δεν είναι το αποτέλεσμα, όσο η προετοιμασία του ηθικού υποκειμένου για τη σύγκρουση. Η Ελληνίδα μητέρα είναι ακριβώς αυτό: Η προσωποποίηση καθαυτή του ηθικού αγώνα.
Σε ρεαλιστικό επίπεδο η «Ελληνίδα μητέρα» έχει όλα τα χαρακτηριστικά της γυναίκας που γαλουχήθηκε με τις αξίες που συνιστούν την ελληνικότητα, μια δηλαδή ιδιότητα που ορίζει τον οικουμενικό άνθρωπο, μ’ άλλα λόγια τον Ελληνα. Διαθέτει λοιπόν συνείδηση της ιστορίας του έθνους της, δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση για τη μοίρα της και έχει πλήρη επίγνωση της αποστολής της.
Είναι η Μεσολογγίτισσα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» περασμένη όμως τώρα από το καμίνι της θυσίας. Είναι η χήρα του πολεμιστή που πρέπει να μεγαλώσει το παιδί του. Ώριμη, αποφασισμένη, δεν έχει δικαίωμα επιλογής. Αντί για τρυφερό νανούρισμα, απαιτεί από το κοιμισμένο βρέφος να μεγαλώσει γρήγορα, για να συνεχίσει το έργο του πατέρα του, να χτυπηθεί δηλ. με τη μοίρα, αυτό την ενδιαφέρει, όχι το αποτέλεσμα. Όνειρό της είναι να γίνει ο γιός της αντάξιος της ιστορίας του, δεν υπάρχει άλλος δρόμος γι’ αυτόν. Ο Έλληνας ένα μόνο δρόμο έχει: Να αναδειχθεί Έλληνας με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αλλιώς είναι καταδικασμένος στον αφανισμό.
Ο Σολωμός έχει βιώσει βαθιά το νόημα της Ελλάδας και αυτό το νόημα το εμπιστεύεται στην Ελληνίδα μητέρα, μ’ αυτό να γαλουχήσει το παιδί της, για να μπορέσει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων «Κλείσε μεσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείας κάθε είδους μεγαλείο».
Το ιταλικό σχεδίασμα «La Madre Graeca» έγραψε ο Σολωμός το 1849, είκοσι δηλ. χρόνια, αφ’ ότου η Ελλάδα έγινε ελεύθερο κράτος, γι’ αυτό και το ξέσπασμα πολεμικής διάθεσης που το χαρακτηρίζει κάνει, προς στιγμήν, εντύπωση. Ενταγμένο όμως στο όλο έργο του, δεν είναι παρά φυσική συνέχεια εκείνου. Θα λέγαμε μάλιστα ότι αποτελεί συμπύκνωση του ποιητικού του σύμπαντος. Η γυναικεία μορφή που αισθητοποιεί την ενότητα του κόσμου «μητέρα μεγαλόψυχη στον πόνο και τη δόξα» παίρνει εδώ σάρκα και οστά, συγκεκριμενοποιείται. Η Ελληννίδα ιδέα που συνέχει τη Σολωμική ποίηση γίνεται εδώ Ελληνίδα μητέρα, ψυχή ξεχωριστή, άξια ξεχωριστών ανθρώπων, πλάσμα τεράστιου ηθικού κύρους. Εκείνο που την καίει, δεν είναι να προκόψει το παιδί της, κατά το κοινώς λεγόμενο, αλλά να αναδειχθεί άξιο του ανθρώπινου προορισμού του, που βρίσκεται πέρα από τη μικρή ανθρώπινη ζωή του και κατοικεί στον υπερούσιο κόσμο των μεγάλων αξιών.
Ο ήρωας λοιπόν, κατά τον ποιητή, είναι ένας άνθρωπος που θέτει τη μικρή προσωπική του ιστορία στην υπηρεσία της μεγάλης ανθρώπινης περιπέτειας. Η Ελληνίδα ψυχή του Σολωμού φλεγόμενη, υποβάλλει σ’ ολόκληρη την ποιητική του δημιουργία την Ελληνίδα ιδέα, που καλείται να την μεταλαμπαδεύσει στα τέκνα της η Ελληνίδα μητέρα, απόλυτα πεπεισμένη για την οικουμενικότητα της αποστολής της.
«Όλα τα πλούτη να χαθούν και τα βασίλεια κι όλα
Τίποτα δεν είναι, αν στητή μέν’ η ψυχή κι ολόρθη».
Ο Σολωμός δεν πρόλαβε να μετασχηματίσει το ιταλικό σχεδίασμα σε ποίημα, ωστόσο ο ποιητικός πυρήνας δεν χάνει σχεδόν τίποτε από την ουσία του. Ακόμη και μια κατά λέξη μετάφραση, μας αμείβει. Η πυγολαμπίδα, όσον και αν κακοποιηθεί, φωσφορίζει. Εξάλλου το ίδιο ισχύει για όλα του τα σχεδιάσματα που, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι αυθεντικά ποιήματα και προιωνίζονται έναν ποιητή πιο μοντέρνο από τους μοντέρνους.

[Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φιλοσοφία και παιδεία, τεύχος 12, Μάϊος 1998]

Ὁ Ἰωάννης Βαρβάκης βιογραφούμενος


Ἡ βιογραφία ὡς εἶδος λόγου, εἶναι ἴσως παλαιότερη κι ἀπό τήν Ἱστορία. Ἡ Ὀδύσσεια, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, εἶναι μία ποιητική βιογραφία. Ὁ Ἀγησίλαος τοῦ Ξενοφώντα, ἀλλά καί ὁ Εὐαγόρας τοῦ Ἰσοκράτη ἀποτελοῦν πιθανόν, τίς πρῶτες ἀρχές τοῦ εἴδους. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα, ἐνδεικτικά ἀναφέρω τούς Παράλληλους Βίους τοῦ Πλούταρχου, τόν γνωστό μας ἀπό τά μαθητικά χρόνια Κορνήλιο Νέπωτα, τόν Βίο τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἀπό τό δάσκαλό του, Θεόφιλο τόν Πρεσβύτερο, τήν ἄνθηση μεταγενέστερά της βιογραφίας στήν Ἀγγλία καί τή Γαλλία. Στόν αἰώνα μας, ἡ βιογραφία ἔχει ἀναχθεῖ σέ ἔξοχο λογοτεχνικό εἶδος καί, ἰδιαίτερα ἡ μυθιστορηματική βιογραφία ἔχει πολλούς ἀναγνῶστες. Ὁ Ἀνρύ Τρουαγιά ἔχει γοητεύσει πολλούς ἀπό μας, ἰδίως μέ τή μυθιστορηματική βιογραφία τοῦ Τσέχωφ.

Μία βιογραφία –εἶναι εὐνόητο- προϋποθέτει: ἀγάπη στό πρόσωπο πού θά ἱστορηθεῖ, ἔρευνα ἀκαταπόνητη, προκειμένου νά βρεθοῦν τά ἀπαραίτητα ἐκεῖνα στοιχεῖα πού θά καλύψουν τόν βίο του, διασταύρωση καί ἔλεγχο τῶν στοιχείων, ὥστε νά ἐξασφαλιστεῖ ἡ ἐγκυρότητα, καί, τό σπουδαιότερο, ἀπαιτεῖ τήν ἐσωτερική ἐκείνη ματιά πού θά σχίσει τά πέπλα τοῦ παρελθόντος καί θά τοποθετήσει σωστά τόν ἥρωα στό χρόνο καί τόν τόπο ζωῆς καί δράσης του.
Μέ τά πρῶτα χειρόγραφα πού μου ἐμπιστεύτηκε ὁ ἀγαπητός φίλος καί συνάδελφος κ. Βασίλης Ἀσημομύτης, ὅταν ξεκίνησε νά ὑλοποιεῖ τό ὄνειρό του, ἐντυπωσιάστηκα. Μία συγκλονιστική προσωπικότητα, τόσο μακρινή μου ὡς τότε, ἔπαιρνε σάρκα καί ὀστᾶ μπροστά στά μάτια μου, καί μέ καλοῦσε νά τή γνωρίσω καί νά τήν οἰκειωθῶ. Ὁ τρόπος πού ὁ συγγραφέας χειριζόταν τό ὑλικό του φανέρωνε γνησιότητα συγκίνησης, βιωματική δηλαδή σχέση μέ τό ἱστορούμενο πρόσωπο, πράγμα πού, κατά τή γνώμη μου, ἀποτελεῖ τόν κυριότερο μοχλό πρός εὐτυχῆ ἔκβαση ἑνός τέτοιου ἐγχειρήματος. Ἡ μία ἔκπληξη διαδεχόταν τήν ἄλλη καί, πρός τό τέλος τῆς ἐπίμοχθης προσπάθειας – ἦταν θυμᾶμαι μεσοκαλόκαιρο – ὁ συγγραφέας εἶχε καταφέρει νά μέ πυροδοτήσει ἔτσι, ὥστε ὅπου κι ἄν βρισκόμουν, δέν ἔπαυα νά καταθέτω, σέ γνωστούς καί φίλους τήν ἐμπειρία μου. Θέλω νά πῶ: Ἐνίωθα πλουσιότερη, μία αἴσθηση πού τήν ἐξασφαλίζει μόνο ἡ σοβαρότητα ἑνός ἔργου καί ἡ ἀλήθειά του. Ὁ Ἰωάννης Βαρβάκης, ὁ ταπεινός μά καί ἀγέρωχος Ψαριανός, ὁ ἄνθρωπος πού μετατρέπει τή σεμπέκα του σέ μπουρλότο καί καίει τόν τούρκικο στόλο στόν Τσεσμέ, ὁ ἴδιος αὐτός πού κάνοντας τόν σταυρό τοῦ σκύβει καί φιλεῖ μέ δάκρυα τό χῶμα τοῦ νησιοῦ του, λίγο πρίν μπαρκάρει καί φεύγει ὁριστικά γιά τό ἄγνωστο, ὁ ἀκατάβλητος ὁδοιπόρος, ὕστερα, πρός Ἁγία Πετρούπολη, ἡ συνάντησή του μέ τήν πεφωτισμένη τσαρίνα Αἰκατερίνη, ἡ ἐγκατάστασή του στό Ἀστραχάν καί ἡ ἐργώδης ἐπιχειρηματική του δραστηριότητα, ἡ σοσιαλιστική του ἀντίληψη πολύ πρίν τόν σοσιαλισμό, μέ τήν ὁποία μετατρέπει τόν ἐργασιακό χώρα σέ σχεδόν αὐτοδιαχειριζόμενη μονάδα, ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ σεβασμός στή διαφορετικότητα. Ἡ ὁρμή του πρός ἔργα παιδευτικά καί κοινωνικά πού λαμπρύνουν τόν πολιτισμό καί καταξιώνουν τήν ἀνθρώπινη ζωή, ἡ ἐγκατάστασή του ἀργότερα στό Ταγκανρόγκ καί ἡ νέα ἐκεῖ πολιτισμική του προσφορά, ἡ μύησή του στή Φιλική Ἑταιρεία καί ἡ ἀποστολή μυθυδῶν ποσῶν γιά τήν προετοιμασία, ἀλλά καί τή στήριξη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, ἡ ἐπίσκεψή του, τέλος, στόν τόπο τοῦ Ἀγώνα – γιά προσκύνημα, ἤ μήπως γιά νά πεθάνει ἐδῶ; Δέν εἶναι τυχαῖος ὁ θάνατός του στό περιπόθητο τοῦτο ταξίδι, στά ὀγδόντα του. Ὅλα αὐτά μά καί ἄλλες λεπτεπίλεπτης ποιότητας ἀναφορές στό μυθικό αὐτό πρόσωπο, μοῦ ἀποκάλυψαν ἕναν κόσμο ὕψιστου ἤθους.
Ὁ συγγραφέας χειρίστηκε τό ὑλικό του μέ δεξιοτεχνία, ἔτσι, κατάφερε νά ἐγκιβωτίσει μία βιογραφία σ’ ἕνα εὐρύτερο ἱστορικό πλαίσιο, ὁριακό γιά τήν Ἑλλάδα, καί ὄχι μόνο. Καθώς ἡ ζωή τοῦ Βαρβάκη διασταυρώνεται μέ τή ζωή κορυφαίων του γένους μᾶς προσωπικοτήτων καί ἡ δράση τοῦ βαίνει παράλληλη ἤ καί διαπλέκεται μέ τή δική τους, ὁ ἀναγνώστης ξεναγεῖται, γιά μία ἀκόμη φορᾶ, σέ τοπία φυσικά καί ἀνθρώπινα ἔμπλεα ἱστορικῆς μνήμης, ἐκπλήττεται καί ρεμβάζει. Ἡ γόνιμη συνεργασία Βαρβάκη καί Νικηφόρου Θεοτόκη στό μακρινό Ἀστραχάν, ἡ ἀλληλογραφία μέ τόν Καποδίστρια καί τόν Κοραή, πάντα γιά θέματα τῆς Πατρίδας, ἡ ἀποστροφή τοῦ Κάλβου γιά εὐθετότερο χειρισμό τῶν ἀποστελλομένων χρημάτων, ὁ Τσέχωφ καί ἡ φοίτησή του σέ σχολεῖο τοῦ Ταγκανρόγκ πού ἵδρυσε ὁ Βαρβάκης, ἡ συνάντηση τοῦ Ψαριανοῦ μέ τόν Σολωμό στή Ζάκυνθο καί ἡ «μαύρη ράχη»τοῦ γνωστοῦ Σολωμικοῦ ἐπιγράμματος, αὐτά καί ἄλλα, ἐκπληκτικῆς δυναμικῆς, ἀφηγούμενα γεγονότα προσδίδουν στή συγγραφή κύρος καί προοπτική, ἀλλά καί γοητεία ἀπαράμιλλη.
Ἡ ζωή τοῦ Βαρβάκη ξεδιπλώνεται, κεφάλαιο τό κεφάλαιο, καί μαζί ξεδιπλώνεται τό ἔπος τῆς φυλῆς μας, καθώς, κατά ἕνα περίεργο τρόπο, ὁ ἁπλός καί πρόθυμος αὐτός πατριώτης – ὅπως ὑπέγραφε – μπαίνει στή σκηνή τῆς Ἱστορίας, νεότατος στά Ὀρλωφικά, γιά νά ἐξέλθει ὁριστικά τό 1825, δύο χρόνια δηλαδή πρίν τό τέλος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης. Ὁ ἀναγνώστης δέν χάνει ποτέ ἀπό τά μάτια τοῦ τόν ἥρωα τοῦ βιβλίου, ἀλλά, κι ὅταν ἡ ἀφήγηση ἀπομακρύνεται, γιά δικούς της λόγους, ὁ συγγραφέας φροντίζει νά τόν τοποθετεῖ πάλι στήν καρδιά τῶν γεγονότων. Αὐτό ἀποτελεῖ μία βασική ἀρετή τῆς Βιογραφίας. Ἡ ἀφήγηση, ἄμεση καί παραστατική, ἀναδίδει τόν παλμό ἑνός ἀφηγηματικοῦ ὑποκειμένου πού ἐμπνέεται καί καθοδηγεῖται ἀπό ἕναν ἔρωτα, δίχως αὐτό ὅμως νά τήν ὑπονομεύει, ἀντίθετα, τῆς προσδίδει τήν ἀξία λογοτεχνικῆς κατάθεσης. Εὐλύγιστη καί γλαφυρή, τριτοπρόσωπη ἐν πολλοῖς, ἐναλλάσσεται συχνά μέ πρωτοπρόσωπη, ἤ καί δραματοποιεῖται, ὅταν χρειάζεται, μέ ἀποτέλεσμα νά κρατεῖ ἀδιάπτωτο τό ἐνδιαφέρον. Παρεμβολές ἀπό ἀφηγήσεις τοῦ ἴδιου του Βαρβάκη, παραθέματα ἀπό ἄλλες ἱστορικές πηγές, ποιήματα μέσα στά ὁποῖα ἀντηχοῦν ἱστορούμενα γεγονότα, ἀλλά καί ἡ πλούσια εἰκονογράφηση πού συνοδεύει τίς σελίδες συνιστοῦν μιάν εὐφρόσυνη κατάθεση στά γράμματά μας, ἀλλλά καί ὡς ἐκδοτικό προϊόν, ἕνα κόσμημα γιά τή βιβλιοθήκη μας.
Σέ τελική ἀποτίμηση τό ἔργο αὐτό τοῦ Β.Α. πληροί τίς ἀπαιτήσεις μιᾶς βιογραφίας, καθώς τά πάντα ἑδράζονται σέ ἐπιστημονικά δεδομένα πού ἔχουν ἐλεγχθεῖ καί κριθεῖ ἀλλά συνδυάζοντας καί τή θελκτικότητα τῆς ἀφήγησης, ὑπερβαίνει τόν ἀρχικό της στόχο, καί ἐκτρέπεται γιά τόν ἀναγνώστη σέ πολλαπλῆς ἀπόλαυσης ἀναγνωστική περιπέτεια. Ὁ βιογραφούμενος Βαρβάκης, ὅπως τόν παρακολουθεῖ ὁ συγγραφέας – στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ – ἀπό τή γέννησή του ὡς τόν θάνατό του, ἀναδείχνεται ὁ αἰώνιος Ἕλληνας πού ἔχει τήν τόλμη καί τή λεβεντιά τοῦ Ἀχιλλέα, ὄχι ὅμως τήν ἀγουράδα του, τή σύνεση καί τό πολυτρόπον τοῦ Ὀδυσσέα ἀλλά καί τήν ἐμμονή καί τόν σεβασμό του στά θέσμια, τή συναίσθηση τῆς εὐθύνης ἀπέναντι σέ ὅ,τι τοῦ κληροδοτήθηκε καί, ἀκόμη, ἔχει τά πελώρια μάτια τοῦ ὁλάνοιχτα στό καινούργιο, σέ ὅ,τι ἀξίζει νά υἱοθετηθεῖ. Εἶναι, ἐντέλει –ὁ ἀγράμματος αὐτός- ο, κατ’ Ἀριστοτέλη, πρακτικός φιλόσοφος, πρότυπο οἰκουμενικό πού παραμένει ζητούμενο ἰδίως στήν ἐποχή μας. Βραχυλογώντας, ὁ Β.Α. ἔστησε στόν Ἰωάννη Βαρβάκη τόν πρέποντα ἀνδριάντα.
Στά χρόνια του Βαρβάκη, οἱ περιστάσεις ἀπαιτοῦσαν ὁλοκαυτώματα. Οἱ ἀποντες ἦταν παρόντες ρίχνοντας στίς φλόγες τῆς Ἐπανάστασης τά πλούτη τους, οἱ παρόντες ρίχνοντας τά κορμιά τους. Σήμερα, ἔχουμε τήν πολυτέλεια νά ἀπολαμβάνουμε τά πλούτη μας καί κανείς δέν μᾶς ζητᾶ νά θυσιάσουμε τή ζωή μας. Ὡστόσο, μία ἐναργής συνείδηση θά διαπιστώσει πώς δέν εἶναι ἔτσι. Ἀλλοίμονο ἄν ἐφησυχάσουμε. Ἡ ἀνάγκη γιά θυσίες παραμένοι, οἱ τρόποι ἀλλάζουν. Ἀνοιγόμαστε ὡς ἔθνος σέ ἄλλα πεδία μαχῶν. Ὁ ἐχθρός δέν εἶναι ὁρατός, ὅπως τό ’21, ὑπάρχει ὅμως καί ἀπαιτεῖ τήν ψυχή μας. Βιβλία σάν αὐτό ἀποτελοῦν ἀντίσταση σ’ ὅ,τι μᾶς ἀπειλεῖ καί τό συγγραφικό καί ἐκδοτικό αὐτό ἄθλημα ἀνάγεται σέ ἐθνική προσφορά. Ὁ Ἰωάννης Βαρβάκης, καί βιογραφούμενος, εὐεργετεῖ τό ἔθνος του.
Μέ τέτοιες πνευματικές ἀντιστάσεις μποροῦμε ἰσότιμα νά πορευτοῦμε μέ τά ἄλλα ἔθνη, ἀντιπαραθέτοντας στήν ἔπαρση τῆς ὑλικῆς δύναμης τό μεγαλεῖο του πνεύματος.


[Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεύχος 22, Μάιος 2001]

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

Βίκυς Γεωργοπούλου: Κράτος Κεραιών

(Ένα κράτος λεπτότατων αισθημάτων)
Η πρώτη εμφάνιση της Βίκυς Γεωργοπούλου στο λογοτεχνικό χώρο, με το «Κράτος Κεραιών» (Εκδ. Κάκτος, 1995) είναι εντυπωσιακή. Τα δεκαπέντε (15) διηγήματα της συλλογής, μικρά, πρωτότυπα, ευρηματικά, κάποτε παράδοξα, τα εισπράττεις πολύ θετικά και σίγουρα δεν εξαντλούνται στην πρώτη ανάγνωση. Αντίθετα, σε προκαλούν να τα ξαναδιαβάσεις και κάθε φορά όλο και κάτι σου αποκαλύπτουν. Γι αυτό ίσως θ’ άξιζε η Β.Γ. να δοκιμαστεί και στην ποίηση ή και στο παραμύθι. Διαθέτει, νομίζω, τον κατάλληλο ψυχισμό.
Το «Κράτος Κεραιών» είναι πράγματι, ένα κράτος λεπτότατων αισθημάτων που ορίζουν την ψυχή της συγγραφέως και τη βοηθούν να συλλαμβάνει κάτι από τη μυστική ζωή προσώπων και πραγμάτων, να ψηλαφεί το αόρατο. Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, και η μαγεία που ασκεί η πεζογραφία της στον αναγνώστη, καθώς του ξυπνάει το ενδιαφέρον για ό,τι ως τότε τον άφηνε αδιάφορο, όπως για παράδειγμα, ένα σκιάχτρο στο χωράφι, μια φασολιά, τα μαλλιά μιας ηλικιωμένη, τις κουρούνες στην ερημιά, τα ελατήρια που στηρίζουν κάποιο μηχάνημα. Όλ’ αυτά συνιστούν, στην κυριολεξία, ένα κράτος καινούργιο, μόρφωμα μιας οξυμμένης συνείδησης που έχει τη χάρη να μας εκθέτει έτσι, ώστε να το οικειωθούμε, αν θέλουμε, ή, έστω, να σταθούμε και να ρεμβάσουμε.
Το «Κράτος Κεραιών» είναι, θα ‘λεγα, μια «καινούργια ματιά», γι’ αυτό και αποτελεί ενδιαφέρουσα κατάθεση στη λογοτεχνία μας, καθώς δημοσιοποιείται – τουλάχιστον θεματογραφικά – απ’ ό,τι ως τώρα έχουμε συνηθίσει. Τά πρόσωπα, εκκεντρικά ενίοτε και απόμακρα εξωτερικά, διαθέτουν έντονη εσωτερική ζωή κι εκείνο που κυρίως τα χαρακτηρίζει είναι η δραματική αναζήτηση «του άλλου ανθρώπου», όπως η Ορσαλία στο διήγημα «η τυφλόμυγα», που ανακαλύπτει με την αφή την ειλικρίνεια των αισθημάτων, όχι στο συγγενικό ή κοντινό της περιβάλλον τόσο, όσο σε ανθρώπους άσχετους, που ούτε τους είχε φανταστεί.
Ένα άλλο επίσης χαρακτηριστικό των προσώπων είναι η υπερβολική συναίσθηση ευθύνης, όπως εκείνη η απίθανη κα Γάτου που προτιμά να γκρεμίσει το ρετιρέ της, μη και σκοντάψει πάνω του κάποιο αεροπλάνο. Στο ομότιτλο του βιβλίου διήγημα «Κράτος Κεραιών» ο Σέργιος φλέγεται από την επιθυμία ν' αλλάξει τον κόσμο, μεταβάλλοντάς τον σε κράτος ανθρώπινης – και γιατί όχι;- συμπαντικής επικοινωνίας.
Σε άλλα πάλι διηγήματα τα πρόσωπα καταργούν το θάνατο μ’ ένα δικό τους τρόπο. Η γιαγιά κεντώντας ακατάσχετα με τρίχες από τα μαλλιά της, ενώ στις «κουρούνες» ο ήρωας θα αντανακλάται εσαεί στα μάτια των πουλιών που ευεργέτησε. Αλλά κι όταν τα πρόσωπα δεν πετυχαίνουν το στόχο τους, όπως ο κ. Επαμεινώνδας που, έχοντας κάτι ξεχωριστό, δεν τον κατανοούν οι άλλοι και καταντά σκιάχτρο τους, δεν χάνουν τίποτα από την αληθινή τους φύση.
Κοντολογής, πρόκειται για ένα κράτος ευγενικών, εν πολλοίς, πλασμάτων που πλαντάζουν από έρωτα προς ό,τι καταγίνονται, με την πεποίθηση ότι υπηρετούν στο έπακρον το σκοπό της ύπαρξής τους.
Η γλώσσα της Β.Γ. είναι απλή και ανεπιτήδευτη, ίσως λιγάκι αμήχανη, δεν ναρκισσεύεται, θαρρείς και η ενέργεια των λέξεων ξοδεύεται όλη στην προσπάθεια καταγραφής των ιδιωμάτων της.
Η νέα συγγραφέας δεν έχει παρά να εμπιστευτεί το ένστικτό της, έχοντας όμως υπόψη ότι η επανάληψη είναι εχθρός της τέχνης, γι’ αυτό ας παίζει συχνά την τυφλόμυγα, για να εξασφαλίσει όχι μόνο γνήσιους φίλους, αλλά και γνήσια δημιουργήματα.

[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φιλοσοφία και Παιδεία, τεύχος 15, Μάϊος 1999]

Βασίλη Νούλα: "Αριστοτέλους: Ηθικά Μεγάλα"

Η αγωνία προσδιορισμού των εννοιών.
Ένας ακόμη λόγος για τη φιλία

Ανάμεσα στα βιβλία που πήρα μαζί μου για τις διακοπές ήταν και τα Ηθικά Μεγάλα του Αριστοτέλη, σε εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια του Βασίλη Κ. Νούλα. Πρώτη φορά θα ξεφύλλιζα το συγκεκριμένο έργο του Σταγιρίτη. Από τα ηθικά του γνώριζα κατά τα Ηθικά Νικομάχεια.
Ο Βασίλης Νούλας, θαυμαστής του Αριστοτέλη, όπως καταδείχνεται κι από άλλες εργασίες του σχετικές, προσφέρει τα Ηθικά Μεγάλα τόσο επαγωγικά και ευφρόσυνα, που, πραγματικά, η ανάγνωση γίνεται, ακόμα και για το μέσο αναγνώστη, μια ευχάριστη πνευματική περιπέτεια. Με μιά εμπεριστατωμένη εισαγωγή, που αγκαλιάζει και τις τρεις Αριστοτελικές Ηθικές (Ηθικά ευδήμεια, Ηθικά Νικομάχεια, Ηθικά Μεγάλα), προετοιμάζει για την κατά λέξη μετάφραση -γιά να μή προδώσει κατά κεραίαν την ουσία του έργου, αφού, εξ άλλου, έχει φροντίσει, με την εισαγωγή αλλά και με τα πλούσια σχόλια στο τέλος, να ενισχύσει παντοιοτρόπως την κατανόησή του. Ωστόσο, και η μετάφραση εν τέλει, έστω και κατά λέξη, φέρει τη σφραγίδα του μεταφραστή, που, όπως αναδίδεται από την όλη κατάθεση, φροντίζει, με το ίδιο πάθος, και τον Αριστοτέλη και τον αναγνώστη.
Εκείνο που με ώθησε όμως στο σύντομο αυτό σημείωμα δεν είναι τόσο "για να πω έναν καλό λόγο" για τη συγκεκριμένη έκδοση - αυτό μπορούν να το πράξουν κι άλλοι πολύ ειδικότεροί μου - αλλά, κυρίως, για να εκφράσω την συγκίνησή μου από την επαφή με τη σκέψη του Έλληνα φιλοσόφου. Σε μιά ηλικία που η ματιά είναι ακόμα πιό ώριμη αλλά και η καχυποψία, ως εκ τούτου, ακόμα πιό έντονη, σημείο που λίγα από τα διαβάσματά μας πλέον μάς ικανοποιούν (μήπως αυτό είναι τελικά τά γηρατειά;) ο Αριστοτέλης, πάντα νέος, ακατάβλητος, αγωνίζεται με εμμονή και συνέπεια να ορίσει τις έννοιες με θαυμαστή ακρίβεια, πάλι και πάλι, προάγοντας έτσι τον επιστημονικό στοχασμό και νοηματοδοτώντας τον πολιτικό βίο. Γιατί ο Αριστοτέλης "κόπτεται" όχι τόσο για τον άνθρωπο ως ατομική μονάδα αλλά για τον άνθρωπο ως μέλος της κοινότητας, για τον πολιτικό δηλ. άνθρωπο, όπου πολιτικη = ηθική, πρακτική δηλ. βίου κατ' αρετήν, καθότι το ηθικό (από τό ήθος>έθος, άρα κάτι επίκτητο) διδάσκεται καθώς «η φύσις του αεί, το δε έθος του πολλάκις», άρα ηθικό είναι ό,τι υπηρετεί το αγαθό, όχι όμως το Απόλυτο, αλλά το αγαθό για μας, το κοινό καλό.
Καθώς λοιπόν ο Αριστοτέλης ορίζει την αρετήν ως μεσότητα παθών, «σπουδαίος», κατ’ αυτόν, είναι ο κατ’ αρετήν πράττων. Έτσι προχωρεί ο Φιλόσοφος, κατά την προσφιλή του μέθοδο, στον ορισμό των αρετών, για να κληροδοτήσει στην ανθρωπότητα αιώνιες αρχές πού, ιδίως σήμερα επιβάλλεται να ξαναθυμηθούμε, αν θέλουμε να μην καταλήξουμε σε οικουμένη κανιβάλων. Γιατί αν κάποιες σκέψεις του, π.χ. για τον δούλο (κτήμα του αφέντη του) ή για τη γυναίκα (κατά τι κατώτερη από τον άνδρα), τον κατατάσσουν στους συντηρητικούς ως προς αυτά τα θέματα – βέβαια, μη γελιόμαστε, ο ρεαλισμός του δεν του επιτρέπει δημαγωγία ή, έστω, υπέρβαση – ωστόσο, με άλλους τρόπους και από άλλους δρόμους, συναντιέται και με τη χριστιανική σκέψη (όχι τη χριστιανίζουσα), αλλά και με τον Μαρξισμό, όπως εύστοχα σημειώνει ο Β.Ν., αρκεί να διαβάσει κανείς προσεκτικά τα κεφάλαια ιδίως περί δικαίου, όπου δίκαιον «το προς έτερον ίσον είναι» και περί φιλίας (το να είσαι ίσος με τον άλλον).
Η φιλία μάλιστα κατέχει μέρος από το Α΄και μέγα μέρος από το Β΄βιβλίο των Ηθικών Μεγάλων και, όπως στα Ηθικά Νικομάχεια, αλλά εδώ πιό δυναμικά, η αρετή αυτή αναδείχνεται modus vivendi. Τα σχετικά μάλιστα χωρία, εξομολογούμαι, κίνησαν την ψυχή μου σ' αυτό το σημείωμα.
Η φιλία, λέει, είναι μεσότητα ανάμεσα στην κολακεία και την έχθρα, γιατί ο κόλακας προσθέτει σ' αυτά που πράγματι υπάρχουν, ενώ ο εχθρός αφαιρεί κι αυτά που υπάρχουν. Φίλος λοιπόν είναι ο ειλικρινής. Επειδή όμως συνακόλουθα της φιλίας είναι το συμφέρον και η ευχαρίστηση, ποιά είναι η αληθινή φιλία; Φυσικά η κατ' αρετήν που δύναται να ευδοκιμήσει μόνο ανάμεσα στους "σπουδαίους", στους κατ' αρετήν δηλ. πράττοντας, εφ' όσον και η φιλία είναι πρακτική βίου κατ' αρετήν, δηλ. ηθική. Η φιλία ανάμεσα στους φαύλους διαρκεί όσο υπάρχουν το συμφέρον ή η ευχαρίστηση. Φιλία όμως μπορεί να προκύψει και ανάμεσα στον "σπουδαίο" και τον φαύλο, αλλά και αυτή είναι καταδικασμένη, καθώς ο φαύλος (ο μή κατ' αρετήν πράττων) θα γίνει αιτία διάλυσης της φιλίας.
Η φιλία όμως κατ' αρετήν, που περιέχει και το συμφέρον και τήν ευχαρίστηση, προϋποθέτει αγάπη στον εαυτό μας, γιατί, όσοι δεν αγαπούν τον εαυτό τους δεν γίνεται ν' αγαπήσουν τους άλλους. (Αυτό δεν είναι η βασική αρχή της σύγχρονης ψυχανάλυσης;) Ο αληθινός λοιπόν φίλος ευεργετεί τον φίλο του περισσότερο από τον εαυτό του, γιατί αυτό είναι το δικό του συμφέρον και η δική του ευχαρίστηση, νά πράττει δηλ. κατ' αρετήν. ((Αυτό δεν είναι η πεμπτουσία της κατά Χριστόν αγάπης;) Καί καθώς η αρετή (πάντα κατά Αριστοτέλη) υπηρετεί το αγαθόν (στην πρακτική του εκδοχή), ο σπουδαίος φίλος είναι φίλαυτος, δηλ. φιλάγαθος, ενώ ο φαύλος είναι φίλαυτος με την στενή έννοια, κυνηγά μόνο το συμφέρον του, επειδή δεν έχει κάτι για το οποίο να αγαπήσει πραγματικά τον εαυτό του.
Με αυτά και άλλα έξοχα Αριστοτελικά, διαπιστώνουμε τη φέγγουσα πορεία του ελληνικού πνεύματος, καθώς διασχίζοντας το σκότος, αγωνίζεται να μετατρέψει το χάος σε κόσμο, την εσωτερική στασιμότητα σε κίνηση προς το αγαθό, δηλ. σε ενέργεια, νά υψώσει εν τέλει τον άνθρωπο σε θεό: "θεός καθ' υπερβολήν αρετής".
Γιά τόν Αριστοτέλη δεν υπάρχουν διλήμματα, κρατάμε στα χέρια μας τη μοίρα μας, εξ άλλου «ευδαιμονία εστί ψυχής ενέργειά τις κατ' αρετήν τελείαν","ήθος ανθρώπω δαίμων» αποφθέγγεται ο Εφέσιος "μοίρα του ανθρώπου είναι το ήθος του" - αυτή την ερμηνεία προτιμώ - για να καταλήξουμε στο Αγιογραφικό εκείνο: "η πίστις άνευ έργων νεκρά". Αδιατάρακτη λοιπόν η πορεία της ηθικής σκέψης.

[Πρώτη δημοσίευση περιοδικό Φιλοσοφία και Παιδεία, τεύχος 21, Ιανουάριος 2001]

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

Ἕνα κάτι σμαραγδί [δ]

28. Σπουδές

Τά περιβόλια μας ἴσα καί χωροῦσαν
τήν ἀνάσα μας ὅταν τίς νύχτες
πλαγιάζαμε στά χαμομήλια.
Ὁ ὕπνος μας λιγοστός
ἔπρεπε νά κερδίσουμε τήν αὐγή.
Οἱ ἄνθρωποι στίς πολιτεῖες
μᾶς κοιτοῦσαν καί σώπαιναν...
Ἀναρωτήθηκες ἀγάπη μου ποτέ
γιατί ἡ μνήμη μας ἔχει τήν ἡλικία
τῶν παιδιῶν μας; Τά μάτια τῶν γονιῶν μας
κρύβανε χείμαρρους τό χάδι
μά στάθηκε σταλακτίτης στίς κόγχες τους.
Ἤτανε δύσκολοι καιροί, ψελλίζουνε.


29. Κεφαλλονιά

Οἱ λόφοι ντυμένοι σπαρτολούλουδα
ἅπλωναν στά μπαλκόνια τῆς μνήμης
σεντόνια πού μύριζαν
φύλλα λεμονιᾶς.
Ἀγέρας καί τσίτινα ὄνειρα
καί τό σαλίτζο ζωή ἀσβεστωμένη
Πρωΐ τῆς Γονατοκκλησιᾶς.


30. Τά χέρια μας

Σάν ξεδιπλώνω τά πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων
βρίσκω τήν ξεχασμένη μου ἡλικία.
Πίσω ἀπό τό σκοτεινό σου ἀνάβλεμμα
διακρίνω τήν πομπή τῶν ὡρῶν
λυπημένες φιγοῦρες στό σύθαμπο.
Τά χέρια, τί θ' ἀπογίνουν τά χέρια μας
ὑψωμένα μεσίστια στό πεζούλι τῆς προκυμαίας.

31. Ἰδεώδης τρομοκράτης

Πρωϊνή βροχή στή Μεσογείων
Γλιστρῶ σ' ἕνα κατάστημα ἀκόμα
Μοῦ δίνονται χαμόγελα σφιγμένα
Ἄν ξεσφίξουν, θά κυλήσει ἀπελπισία
Ὁ κύριος κοστολογεῖ τήν εἴσοδό μου
Ἐκρηκτικό τό πεντοχίλιαρο στό χέρι μου
Τό ρίχνω στό γκισέ καί φεύγω.


32. Καλοκαίρι '90

Ἡλιοβασίλεμα τό φόρεμά σου
Γκρίζο, μαβί καί πορφυρό
Καί φεύγεις

Λιάζεται ὁ ἔρωτας στήν ἄμμο
Παίρνει φωτιά
Κι ἡ θάλασσα τόν σβήνει

Μοσχοσάπουνο μαγνόλιας
Κρατῶ στά χέρια
Μά νερό στάλα.

Πανύψηλες οἱ λεύκες
Καί τά φύλλα
Σμάρι σπουργίτια ὅπως πέφτουν.


33. Ἡ φωνή
(Μνήμη Ἄγγελου Ἀλυσανδράτου)

Φωνή, ψυχή μου, πού τήν ἔχει
ἔλεγε ἡ μάνα μου
ὅπως κατέβαινε τή σκάλα
μέ τό ἀντίδωρο στό ἄσπρο μαντηλάκι της
Κι ὅσο κρατοῦσε τό τραγούδι
παράταγε τό πήλινο καβούκι της
καί λικνιζότανε ἀνάλαφρη
στό κύμα τῆς φωνῆς

Ἡ ἠχώ της μένει καί τό θάνατο χλευάζει.


34. Χάϊ-Κάϊ

Κρίνα τῆς ἄμμου
στ' ἀνθογυάλι κι ὁ κόσμος
γυαλί καί κρίνο

*

Σπάζει τό ρόδι
Στήν ἄσπρη πορσελάνη
κυλοῦν ρουμπίνια

*

Κοίτα χαλάζι
Νεράκι ἀποσταγμένο
σέ τέλειο σχῆμα

*

Τά δάχτυλά σου
Κεριά κι ἀνάβουνε
Στάζουνε χάδι

*

Τό μώβ ἀνθάκι
Ὄμορφα πού κεντάει
τήν γκρίζα μέρα


35. Ἔρωτας

Ὁ ἔρωτας σάν τό μπουμπούκι
Ζεῖ στή μυστική του κάμαρα
Μέσα σέ βελούδινες ἀφές
Κι ἀρώματα χάνεται
Στίς χρωματικές περιπλανήσεις του
Μέχρι πού ὁρμάει
Γιά τήν κορυφή
Τήν κατακόκκινη
Κι εἶναι τότε ὡραῖος σάν θάνατος.
Καί παρευρίσκεται στή νεκρική
Πομπή του, μπουμπούκι
Ἀνοίγει καί κηδεύεται μές στ' ἄνθος του.

Ἕνα κάτι σμαραγδί [γ]

17. Καλοκαίρι Ἀχαϊκό
(Στό Γιῶργο)

Ἄν δέν προλάβω νά σοῦ πῶ ὅσα μέ καῖνε
Ἀφουγκράσου τήν ἐφηβεία τῆς θάλασσας
Τίς δειλινές ἀνάσες τοῦ γλυκόριζου
Τίς σιωπές πού μιλᾶνε στ' ἁρμυρείκια
Ἀφουγκράσου τά χρώματα πού ἀνέμιζαν
Στόν ἁπλωμό ἀνάμεσα στίς λεῦκες
Τήν ἔκσταση τοῦ κρίνου μας στήν ἄμμο
Οἱ ροδιές κι οἱ πικροδάφνες
Πού φυτέψαμε μαζί τόν Αὔγουστο γιά φράχτη
Ἔχουν κρατήσει τή φωνή μου
Σκύψε καί θά τήν ἀκούσεις

Ἄν δέν κατάφερα νά πῶ ὅσα μέ καῖνε
Ἀφουγκράσου "Τόν ἀφρό τῶν ἡμερῶν"
"Τόν ἔρωτα στά χρόνια τῆς χολέρας"
"Τό γλάρο"καί τόν "Θεῖο Βάνια"
Καί τούς ποιητές
Ὤ, ναί, ἀφουγκράσου τούς ποιητές
Καί προπαντός τούς ἄγνωστους
κι ἔλα νά μέ συναντήσεις.


18. Κάτι

Κάτι πασχίζει ν' ἀποδράσει
ἀπό τά μάτια σου, τά χέρια σου, τό στόμα
Καμιά φορά σφηνώνεται στά φρύδια τρομαγμένο
Ἄλλοτε πάλι μετεωρίζεται
ἀνάμεσα σέ μένα καί σέ σένα
πισωγυρίζει τέλος καί σβήνει στά χείλη σου
ἤ τρεμουλιάζει στά δάχτυλά σου
Ἄν κάποτε βρῶ τό κουράγιο
ν' ἁρπάξω τά χέρια σου
καί νά τά σφίξω δυνατά τόσο
πού νά πονέσεις
δές το σάν ἀπόπειρα μοιρασιᾶς.


19. Βιβλική πυρκαγιά

Τρῶμε τ' ἀποκαΐδια ἀμίλητοι.
Τό ρουμπινί φεγγάρι πλέει στή στάχτη
Κι ἡ θάλασσα ἐκεῖ, ἀνένδοτη. Ἑτοιμογεννη.


20. Κάτι ἀκόμα

Τοῦτο τό παιδί πού γέρασε
μέ τή γεύση μιᾶς στιλπνῆς νεότητας
κάθεται κι ἀγναντεύει τή ζωή
Πίσω ἀπό τά βαριά του βλέφαρα
ἡ μέρα ἀναδύεται ἀνάλαφρη
δίχως ἡλικία.

Τοῦτο τό παιδί πού γέρασε
σχεδιάζοντας τό μέλλον του
κοιτάζει τώρα τό πενιχρό του χτές
κι ἐλπίζει πώς κάπου κεῖ στίς φυλλωσιές
προσμένει ἀκόμα τό παιγνίδι τῶν ὀνείρων του
πώς θά 'ρθει τέλος πάντων κάτι ἀκόμα
πώς δέν μπορεῖ νά 'ναι μονάχα αὐτό.


21. Ἐπιστροφή

Θά ξεκινήσουμε, εἶπαν,
ὅταν θά γίνει πανσέληνος.
Κανείς δέν γνοιάστηκε γιά τόν πεζόδρομο
πού ἀπόθεσε κάθιδρος
τό βαρύ φορτίο τῆς παράκλησης,
ἐνῶ ἡ ματιά του γυρόφερνε
τά γύψινα πρόσωπα
Κι ἡ ἐπιστροφή;
Κανένας δέ ρώτησε γιά τήν ἀβάσταχτη
μοναξιά του σ' ἐκείνη τήν ἐπιστροφή.


22. Ἀγγελτήριο θανάτου

Ἴσα κι ἀκούστηκε ἡ φωνή σου στό τηλέφωνο
νά μοῦ θυμίσει πώς ὑπάρχεις
Κλείσαμε μ' ἕνα "γειά σου", "θά συναντηθοῦμε"
ὕστερα ἔμαθα τυχαῖα πώς ἀρρώστησες
τό ξέχασα ὅμως ἤ δέ βρῆκα τόν καιρό.
Καί τώρα πού διαβάζω στήν ἐφημερίδα
τό ἀγγελτήριο τοῦ θανάτου σου
ἔτσι μέ δίχως λύπη ἤ μιά τύψη ἔστω
γυρίζω τή σελίδα ἀμέριμνα
κι ἔχω τήν αἴσθηση
πώς δέ σέ γνώρισα ποτέ.


23. Ἀπόφαση
(μνήμη Ροδούλας Μπαρκούρα)

Ἀνάδινε τή συμμετρία τοῦ ἔλατου
καί τήν ἄπειρη ὀλιγάρκεια
τοῦ κρίνου τῆς ἄμμου
Στεκόταν διαρκῶς στό ἴδιο σημεῖο
σ' ἕνα ξέφωτο, ἀσάλευτη, μιά ρίζα
Οἱ περίοικοι τήν ἤξεραν
Ὅλο τρέχει ἔλεγαν
Πῶς τά προλαβαίνει
Ὅμως ἐκείνη
στεκόταν πάντα ἐκεῖ
στό ξέφωτο, μιά Ἀπόφαση
Ἀνάδινε τή σπανιότητα
τοῦ κρίνου τῆς ἐρήμου
-ἔτσι τό λένε ἀλλοῦ -

Χάθηκες καί σέ ψάχνουν τά παιδιά!



24. Ἐφηβεία
(Στό γιό μου)

Ὅλα σοῦ πέφτουνε στενά
Ἡ ἀνάσα σου θραύεται
πάνω στούς τοίχους
Ἄν μποροῦσα
θά σοῦ χάριζα ἕνα μεγάλο παράθυρο
διάπλατο στό στερέωμα
ν' ἁπλώνεις τό χέρι
καί νά τρυγᾶς τούς Γαλαξίες
Ἄν μποροῦσα
θά σοῦ χάριζα τήν ἅπλα
μιᾶς μικρῆς κοριτσίστικης καρδιᾶς.


25. Τό τοῦνελ

Πῶς βρέθηκα σ' αὐτό τό τοῦνελ δέ θυμᾶμαι
Ἴσως τήν ὥρα τῆς νεροποντῆς
Σίγουρα πέρασαν κι ἄλλοι ἀπό δῶ
Ἄφησαν τήν ἀνάσα τους στούς νοτισμένους
Τοίχους, τό φόβο τους στίς σκοτεινές
Καμάρες, τήν ἐρημιά τους ἀποτυπωμένη
Στό λασπωμένο δάπεδο, τήν κραυγή τους
Στήν ταραγμένη ἀγρύπνια τους

Σ' αὐτό τό τοῦνελ πού δέν μπορῶ
Νά θυμηθῶ πῶς βρέθηκα
Ἡ φωνή μου ὁλοένα καί σωπαίνει
Ἡ ὄψη μου κρόσι τό κρόσι της ξεφτίζει
Χρόνο τό χρόνο συρρικνώνομαι
Ὥς ννά μέ βροῦν οἱ αἰῶνες ἔμβρυο
Ἀποτιτανωμένο στή μήτρα τῆς σιωπῆς.


26. Σκηνιάς
(Στούς χωριανούς μου πού δουλεύανε στή Γάβα*)

Τραβούσανε τό χωματόδρομο
λές καί χορεύανε τόν μπάλο
"ἄχ-βάχ" ἀναστενάζαν οἱ πορόλιθοι
"ἀγράμπελη μυριανθισμένη
Πουκάμισα πλεούμενα
σέ στάχινα νερά
κι ἕνας ἀγέρας ἔρωτας
"Ἑλένη-Ἑλένη μέ τήν ἐλιά
ἔβγα τό χάραμα στήν μπαλκονιά"
"Ἄγγελεεεε, γειά σου καναρίνι μου"
Καί δόστου πελεκούσανε τά νιάτα τους
Καί δόστου πριονίζαν τά κορμιά τους.

*Λατομεῖο


27. Ἀναμονή
(Στίς κόρες μου: Ἀλεξάνδρα καί Ἀλίκη)

Οἱ λεύκες ἀντηχοῦν τό γέλιο σας
καί τά σπουργίτια κεντοῦν τίς ὧρες
μέ τά χρυσά μαλλιά σας
Ὁ πατέρας ὅλη μέρα
κράζει τό ὄνομά σας: Λαμπετώ! Φωτεινή!
Μά τί ζητοῦν οἱ δροσοστάλες
στίς ξερολιθιές;
Δική σας ἡ θάλασσα
καί τ' ἁρμυρείκια
καί τά κόκκινα πλεούμενα
κι οἱ ἐνάλιοι θεοί.

Εἰσίν τῶ ἡλίῳ δύο κόραι:
Λαμπετώ, Φωτεινή.

Κάτω Ἀχαΐα


Ἕνα κάτι σμαραγδί [β]

8. Πεζή πιστότητα

Ψιχάλιζε ἀδιάκοπα στόν ὕπνο μου
Τά αὐτοκίνητα σέ βῆμα σημειωτόν
Λιμνάζανε στή βούρκα τους
Κι ἐγώ μέ τήν πολύχρωμη ὀμπρέλα μου
Ἀνέμελα περνοῦσα ἀνάμεσά τους
Σχεδόν πετοῦσα ἀπό πάνω τους
Σχεδόν χανόμουν στήν πεζή πιστότητά μου.


9. Ἡ ἀζαλέα

Μιά γλάστρα ὅλη κι ὅλη στό μπαλκόνι μου
Μιά ἀζαλέα κόκκινη χαρά
δῶρο τῆς Στέλλας μ' ἕνα της χαμόγελο
Τήν ἔκαψε τό χιόνι τοῦ Φλεβάρη
Ἥσυχα πέσανε οἱ νιφάδες
νύφη τή στολίσανε
κι ἔτσι ὅπως ἤτανε λαμπάδιασε
καί κάηκε
δίχως νά βγάλει φλόγα οὔτε καπνό
Ἦταν γραμμένη τοῦ χιονιοῦ.


10. Ἀπουσία

Μετρῶ τά δευτερόλεπτα
πού σ' ἀκουμποῦν καί φεύγουν
Βρίσκεσαι πίσω ἀπό τά βλέφαρά μου
ἤ μέσα σ' ὅλα, ὅταν ἀνοίγω τά μάτια
Τά μαλλιά μου
μπερδεύονται στά δικά σου
τά χέρια μου στά χέρια σου
μέ τά δάχτυλά σου
γράφω γιά τήν ἀπουσία σου
Κι ἡ ἀνάσα σου
ζεσταίνει τό χαρτί
καθώς σέ ψάχνω στίς κρύες λεωφόρους.


11. Ἀεράκι

Στήν ἄπνοια ἡ λεύκα στέκει νεκρή φύση
Μέ τ' ἀεράκι τά φύλλα της ριγοῦν, σαλεύουν
καί παραδίνονται στό ρυθμό μιᾶς μελωδίας
πού βγαίνει ἀπό τά ἔγκατά της
γλιστράει στίς ἀρτηρίες καί τίς φλέβες της,
διαχέεται
καί λειαίνει τήν τραχειά ὑφή τῆς μέρας

Μιά ἅρπα ξεχασμένη
εἶναι ἡ λεύκα στήν ἄπνοια.


12. Ἡ ἁλυσίδα

Φέτος δέ βλέπω τή μαϊμού
πούχατε στό Ροδίνι
Θ' ἀστειεύεστε, εἶπε ὁ φύλακας
καί μοῦ 'ριξε μιά πλάγια περιφρόνηση
Κι ἄστραψε μπρός μου
ἡ Ἑλλάδα τοῦ Καλοκαιριοῦ
πού μέ μιάν ἀνύποπτη ἁλυσίδα στό λαιμό
ἔκανε "πώς στολίζεται ἡ κυρία".

Ρόδος



13. Οἱ Φίλοι

Τά χρόνια μας ὥριμο σταφύλι
κι ἡ μεγάλη μέρα τῆς μικρῆς
ζωῆς μας ἀκόμα δέ χάραξε
Ὁ Γιῶργος ξενιτεύτηκε στά εἴκοσι
"Πάω νά ζήσω" μᾶς εἶπε
Ἐμεῖς προτιμήσαμε νά πεθάνουμε ἐδῶ
Τώρα σκαρώνουμε εὐκαιρίες συνάντησης
Μετράμε τίς κουβέντες μας μιά-μιά
Μήν παρεξηγηθοῦμε λέμε
μήν πληγώσουμε
καί σχεδόν ἔχουμε ξεχάσει
πῶς μαλώνουν οἱ φίλοι
πῶς φιλιώνουν.


14. Στό πουθενά

Μεγαλώσαμε στ' ἀμπέλια
κάτω ἀπό τήν ἔγνοια τῆς ἐλιᾶς
Στό πέτρινο πηγάδι
στίχους χαράξαμε κι ὀνόματα
νά ταξιδεύουν Μάη καιρό
στά σπαρτολούλουδα ἴσια στή θάλασσα.

Ἔκανες μακροβούτια τήν ὥρα
πού τό καράβι μπαίνοντας
σφύριξε τούς σιωπηλούς σου πόθους
Μεῖνε, σοῦ φώναξα

Ἔφυγες Αὔγουστο
μ' ἕνα τσαμπί σταφύλι
Εἶπες πώς θά γυρίσεις γρήγορα
Τώρα μεσημεριάζεις στήν Ἀθήνα
ἔκθετος, ἕνας γυρολόγος
στίς γειτονιές τοῦ Πουθενά.


15. Πρωϊνό

Συχνά πίσω ἀπό τά μεγάλα τζάμια
τό πρωϊνό διαβαίνει ἀργά
τόσο, πού λές πώς ἄραξε.
Διακρίνω τότε καθαρά μέσα στό χῶρο
τήν ταχύτητα τῶν κινήσεων
τή φορά τῶν σωμάτων
τή σπουδή τῆς ἀναχώρησης
κι ἀμέσως ὕστερα
τή βραδύτητα καί τήν ἀναστολή.
Τό πρωϊνό μιά ὑποψία ταξιδιοῦ.


16. Εἴσοδος-Ἄμυνα

Ἡ εἴσοδός μου
μιά προκαθορισμένη τελετή
μιά ἐνδοτική συνάντηση
ἀνύποπτων σωμάτων
Τόν τρόμο μου
ἀντιλάλησαν μεσότοιχοι
σταυρωτά διαρυθμισμένοι
τά πρόσωπα διατήρησαν
τήν ἀκαμψία τους
Κάτι μ' ἔσπρωχνε
δέν ξέρω ἀλήθεια τί
Κάτι μέ σπρώχνει
- ἀέρας θά 'λεγες -
μέ μπερδεύει
σέ φύλλα λυγαριᾶς
ὕστερα σέ κεραῖες,
ἰαχές, λιπαντήρια
Ὀλισθαίνω
Ἁρπάζομαι
ἀπό συχνότητα σφυγμοῦ
ἀπό κραδασμό χορδῆς
Ἀμύνομαι
Λέξη ἡ ἀσπίδα μου.