Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Από την Ἑλληνίδα Ιδέα" στην "Ελληνίδα μητέρα"

Μια ιδέα συνέχει ολόκληρο το Σολωμικό έργο: Είναι ό,τι συνιστά και ορίζει τον υλικό, πνευματικό και ηθικό κόσμο. Οι τρεις αυτοί κόσμοι βρίσκονται σε αρμονική σχέση μεταξύ τους και υψώνουν τη ζωή σε σφαίρες ουράνιες. Ο άνθρωπος, ως υλικό σώμα, πνεύμα και ψυχή, αποτελεί ενότητα ικανή και υπερβεί ακόμα και το θάνατο. Αυτή η ενότητα αισθητοποιείται στο σολωμικό έργο με τη μορφή μιάς γυναίκας που παρουσιάζεται από τα νεανικά του ακόμη ποιήματα ως και την ώριμη δημιουργία του, σε στιγμές οριακές της ζωής.
Στον Εθνικό Ύμνο η γυναικεία μορφή υποδύεται την ελευθερία, σ’ αυτήν συγκλίνει η ανθρώπινη ομάδα που στο ποίημα αυτό δρα και συγκρούεται, προκειμένου να διασώσει την ανώτερη ουσία της.
Στο γνωστό επίγραμμα «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη» η γυναικεία μορφή, φορώντας στεφάνι από χορτάρι δόξας, αποτιμά το χώρο της θυσίας και τον εξαγιάζει.
Στα έργα της ώριμης περιόδου η γυναικεία μορφή γίνεται πιο μυστηριακή, φεγγαροντύνεται στον «Κρητικό» και ξυπνάει στον ήρωα μνήμες τρυφερές, ταυτίζεται με την Παναγία, τη μητέρα, την αγαπημένη, τον κοιτάζει τρυφερά κι ένα δάκρυ της στάζει στο χέρι του. Έτσι του δίνεται η χάρη να νιώσει μέρος μιάς ουσίας οικείας, σπλαχνικής που τον περιέχει και την περιέχει και που μέρος αυτής της ουσίας είναι και η αγαπημένη του, αλλά και η πατρίδα, η ελευθερία, ο έρωτας και γιατί όχι, ο χάρος. Με τη συνείδηση, λοιπόν μιάς τέτοιας λαμπερής πραγματικότητας, σε λίγο θα νικήσει την οδύνη από το θάνατο της αρραβωνιαστικιάς.

Κι ετάραξε τα σπλάχνα μου ελευθερίας ελπίδα
Κι εφώναξα ω θεϊκιά, κι όλη αίματα Πατρίδα!
Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τά χέρια με καμάρι
Καλή ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι
.. ..
Και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη
Την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.

Στον «Πόρφυρα» ο νέος που κολυμπάει πανευτυχής αποτελεί ο ίδιος ενσάρκωση της Ιδέας, της αρμονικής δηλ. ενότητας που συνέχει τα πάντα, ιδίως τη συγκεκριμένη στιγμή, παραδομένος στη γήϊνη Παράδεισο, μια Παράδεισο κάλλους ο ίδιος, δέχεται την επίθεση του θηρίου αλλά προλαβαίνει να υπερβεί το θάνατο, καθώς «άστραψε φως και γνώρισε ο νιός τον εαυτό του».
Στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» μια μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα βγαίνει από την καπνίλα της μάχης και ψάλλει το ένδοξο Μεσολόγγι, ενώ στον «Πειρασμό» στο 3ο σχεδίασμα, να την πάλι η φεγγαροντυμένη να υποβάλλει τη θελκτική της παρουσία, θυμίζοντάς τους όμως συνάμα τη θεία ουσία, μέρος της οποίας είναι και οι ίδιοι, πολιορκώντας τους δηλαδή, από τη μια, αλλά και βοηθώντας τους, από την άλλη, να συνειδητοποιήσουν την ανωτερότητά τους έναντι του θανάτου που τους περιμένει.

Αλαφρωΐσκιωτε καλέ, για πές απόψε τι ‘δες;
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

Στο ιταλικό σχεδίασμα «La donna velata» η γυναίκα παίρνει τη μορφή της Αγαπημένης που, αν και νεκρή, το ερών υποκείμενο την ξαναβρίσκει στ’ όνειρό του.
Έτσι η πνοή του κόσμου αενάως γεννιέται και πεθαίνει – για να ξαναγεννηθεί, σύλληψη καθαρά ελληνική αλλά και χριστιανική, περασμένη φυσικά από τον ευρωπαϊκό στοχασμό, που κι αυτός πάλι με τη σειρά του έχει την πηγή του στην αρχαία ελληνική σκέψη και παράδοση.
Αντιπέρα προς την Ιδέα, που αντιπροσωπεύει ισότιμα στο Σολωμό τα τρία στοιχεία: φύση, άνθρωπο, θείο, βρίσκεται η γυμνή φύση (Πόρφυρας), η άρρωστη συνείδηση (Η γυναίκα της Ζάκυνθος), η άγνοια (Λάμπρος), η ύβρις (οι πολιορκητές του Μεσολογγίου), οι σαϊτιές της μοίρας (Ελληνίδα μητέρα). Όλα αυτά αντιμάχονται τον ηθικό αγώνα του ανθρώπου, αλλά στη σύγκρουση εκείνο που μετράει δεν είναι το αποτέλεσμα, όσο η προετοιμασία του ηθικού υποκειμένου για τη σύγκρουση. Η Ελληνίδα μητέρα είναι ακριβώς αυτό: Η προσωποποίηση καθαυτή του ηθικού αγώνα.
Σε ρεαλιστικό επίπεδο η «Ελληνίδα μητέρα» έχει όλα τα χαρακτηριστικά της γυναίκας που γαλουχήθηκε με τις αξίες που συνιστούν την ελληνικότητα, μια δηλαδή ιδιότητα που ορίζει τον οικουμενικό άνθρωπο, μ’ άλλα λόγια τον Ελληνα. Διαθέτει λοιπόν συνείδηση της ιστορίας του έθνους της, δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση για τη μοίρα της και έχει πλήρη επίγνωση της αποστολής της.
Είναι η Μεσολογγίτισσα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» περασμένη όμως τώρα από το καμίνι της θυσίας. Είναι η χήρα του πολεμιστή που πρέπει να μεγαλώσει το παιδί του. Ώριμη, αποφασισμένη, δεν έχει δικαίωμα επιλογής. Αντί για τρυφερό νανούρισμα, απαιτεί από το κοιμισμένο βρέφος να μεγαλώσει γρήγορα, για να συνεχίσει το έργο του πατέρα του, να χτυπηθεί δηλ. με τη μοίρα, αυτό την ενδιαφέρει, όχι το αποτέλεσμα. Όνειρό της είναι να γίνει ο γιός της αντάξιος της ιστορίας του, δεν υπάρχει άλλος δρόμος γι’ αυτόν. Ο Έλληνας ένα μόνο δρόμο έχει: Να αναδειχθεί Έλληνας με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αλλιώς είναι καταδικασμένος στον αφανισμό.
Ο Σολωμός έχει βιώσει βαθιά το νόημα της Ελλάδας και αυτό το νόημα το εμπιστεύεται στην Ελληνίδα μητέρα, μ’ αυτό να γαλουχήσει το παιδί της, για να μπορέσει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων «Κλείσε μεσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείας κάθε είδους μεγαλείο».
Το ιταλικό σχεδίασμα «La Madre Graeca» έγραψε ο Σολωμός το 1849, είκοσι δηλ. χρόνια, αφ’ ότου η Ελλάδα έγινε ελεύθερο κράτος, γι’ αυτό και το ξέσπασμα πολεμικής διάθεσης που το χαρακτηρίζει κάνει, προς στιγμήν, εντύπωση. Ενταγμένο όμως στο όλο έργο του, δεν είναι παρά φυσική συνέχεια εκείνου. Θα λέγαμε μάλιστα ότι αποτελεί συμπύκνωση του ποιητικού του σύμπαντος. Η γυναικεία μορφή που αισθητοποιεί την ενότητα του κόσμου «μητέρα μεγαλόψυχη στον πόνο και τη δόξα» παίρνει εδώ σάρκα και οστά, συγκεκριμενοποιείται. Η Ελληννίδα ιδέα που συνέχει τη Σολωμική ποίηση γίνεται εδώ Ελληνίδα μητέρα, ψυχή ξεχωριστή, άξια ξεχωριστών ανθρώπων, πλάσμα τεράστιου ηθικού κύρους. Εκείνο που την καίει, δεν είναι να προκόψει το παιδί της, κατά το κοινώς λεγόμενο, αλλά να αναδειχθεί άξιο του ανθρώπινου προορισμού του, που βρίσκεται πέρα από τη μικρή ανθρώπινη ζωή του και κατοικεί στον υπερούσιο κόσμο των μεγάλων αξιών.
Ο ήρωας λοιπόν, κατά τον ποιητή, είναι ένας άνθρωπος που θέτει τη μικρή προσωπική του ιστορία στην υπηρεσία της μεγάλης ανθρώπινης περιπέτειας. Η Ελληνίδα ψυχή του Σολωμού φλεγόμενη, υποβάλλει σ’ ολόκληρη την ποιητική του δημιουργία την Ελληνίδα ιδέα, που καλείται να την μεταλαμπαδεύσει στα τέκνα της η Ελληνίδα μητέρα, απόλυτα πεπεισμένη για την οικουμενικότητα της αποστολής της.
«Όλα τα πλούτη να χαθούν και τα βασίλεια κι όλα
Τίποτα δεν είναι, αν στητή μέν’ η ψυχή κι ολόρθη».
Ο Σολωμός δεν πρόλαβε να μετασχηματίσει το ιταλικό σχεδίασμα σε ποίημα, ωστόσο ο ποιητικός πυρήνας δεν χάνει σχεδόν τίποτε από την ουσία του. Ακόμη και μια κατά λέξη μετάφραση, μας αμείβει. Η πυγολαμπίδα, όσον και αν κακοποιηθεί, φωσφορίζει. Εξάλλου το ίδιο ισχύει για όλα του τα σχεδιάσματα που, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι αυθεντικά ποιήματα και προιωνίζονται έναν ποιητή πιο μοντέρνο από τους μοντέρνους.

[Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φιλοσοφία και παιδεία, τεύχος 12, Μάϊος 1998]

Δεν υπάρχουν σχόλια: