Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

Ἕνα κάτι σμαραγδί [δ]

28. Σπουδές

Τά περιβόλια μας ἴσα καί χωροῦσαν
τήν ἀνάσα μας ὅταν τίς νύχτες
πλαγιάζαμε στά χαμομήλια.
Ὁ ὕπνος μας λιγοστός
ἔπρεπε νά κερδίσουμε τήν αὐγή.
Οἱ ἄνθρωποι στίς πολιτεῖες
μᾶς κοιτοῦσαν καί σώπαιναν...
Ἀναρωτήθηκες ἀγάπη μου ποτέ
γιατί ἡ μνήμη μας ἔχει τήν ἡλικία
τῶν παιδιῶν μας; Τά μάτια τῶν γονιῶν μας
κρύβανε χείμαρρους τό χάδι
μά στάθηκε σταλακτίτης στίς κόγχες τους.
Ἤτανε δύσκολοι καιροί, ψελλίζουνε.


29. Κεφαλλονιά

Οἱ λόφοι ντυμένοι σπαρτολούλουδα
ἅπλωναν στά μπαλκόνια τῆς μνήμης
σεντόνια πού μύριζαν
φύλλα λεμονιᾶς.
Ἀγέρας καί τσίτινα ὄνειρα
καί τό σαλίτζο ζωή ἀσβεστωμένη
Πρωΐ τῆς Γονατοκκλησιᾶς.


30. Τά χέρια μας

Σάν ξεδιπλώνω τά πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων
βρίσκω τήν ξεχασμένη μου ἡλικία.
Πίσω ἀπό τό σκοτεινό σου ἀνάβλεμμα
διακρίνω τήν πομπή τῶν ὡρῶν
λυπημένες φιγοῦρες στό σύθαμπο.
Τά χέρια, τί θ' ἀπογίνουν τά χέρια μας
ὑψωμένα μεσίστια στό πεζούλι τῆς προκυμαίας.

31. Ἰδεώδης τρομοκράτης

Πρωϊνή βροχή στή Μεσογείων
Γλιστρῶ σ' ἕνα κατάστημα ἀκόμα
Μοῦ δίνονται χαμόγελα σφιγμένα
Ἄν ξεσφίξουν, θά κυλήσει ἀπελπισία
Ὁ κύριος κοστολογεῖ τήν εἴσοδό μου
Ἐκρηκτικό τό πεντοχίλιαρο στό χέρι μου
Τό ρίχνω στό γκισέ καί φεύγω.


32. Καλοκαίρι '90

Ἡλιοβασίλεμα τό φόρεμά σου
Γκρίζο, μαβί καί πορφυρό
Καί φεύγεις

Λιάζεται ὁ ἔρωτας στήν ἄμμο
Παίρνει φωτιά
Κι ἡ θάλασσα τόν σβήνει

Μοσχοσάπουνο μαγνόλιας
Κρατῶ στά χέρια
Μά νερό στάλα.

Πανύψηλες οἱ λεύκες
Καί τά φύλλα
Σμάρι σπουργίτια ὅπως πέφτουν.


33. Ἡ φωνή
(Μνήμη Ἄγγελου Ἀλυσανδράτου)

Φωνή, ψυχή μου, πού τήν ἔχει
ἔλεγε ἡ μάνα μου
ὅπως κατέβαινε τή σκάλα
μέ τό ἀντίδωρο στό ἄσπρο μαντηλάκι της
Κι ὅσο κρατοῦσε τό τραγούδι
παράταγε τό πήλινο καβούκι της
καί λικνιζότανε ἀνάλαφρη
στό κύμα τῆς φωνῆς

Ἡ ἠχώ της μένει καί τό θάνατο χλευάζει.


34. Χάϊ-Κάϊ

Κρίνα τῆς ἄμμου
στ' ἀνθογυάλι κι ὁ κόσμος
γυαλί καί κρίνο

*

Σπάζει τό ρόδι
Στήν ἄσπρη πορσελάνη
κυλοῦν ρουμπίνια

*

Κοίτα χαλάζι
Νεράκι ἀποσταγμένο
σέ τέλειο σχῆμα

*

Τά δάχτυλά σου
Κεριά κι ἀνάβουνε
Στάζουνε χάδι

*

Τό μώβ ἀνθάκι
Ὄμορφα πού κεντάει
τήν γκρίζα μέρα


35. Ἔρωτας

Ὁ ἔρωτας σάν τό μπουμπούκι
Ζεῖ στή μυστική του κάμαρα
Μέσα σέ βελούδινες ἀφές
Κι ἀρώματα χάνεται
Στίς χρωματικές περιπλανήσεις του
Μέχρι πού ὁρμάει
Γιά τήν κορυφή
Τήν κατακόκκινη
Κι εἶναι τότε ὡραῖος σάν θάνατος.
Καί παρευρίσκεται στή νεκρική
Πομπή του, μπουμπούκι
Ἀνοίγει καί κηδεύεται μές στ' ἄνθος του.

Ἕνα κάτι σμαραγδί [γ]

17. Καλοκαίρι Ἀχαϊκό
(Στό Γιῶργο)

Ἄν δέν προλάβω νά σοῦ πῶ ὅσα μέ καῖνε
Ἀφουγκράσου τήν ἐφηβεία τῆς θάλασσας
Τίς δειλινές ἀνάσες τοῦ γλυκόριζου
Τίς σιωπές πού μιλᾶνε στ' ἁρμυρείκια
Ἀφουγκράσου τά χρώματα πού ἀνέμιζαν
Στόν ἁπλωμό ἀνάμεσα στίς λεῦκες
Τήν ἔκσταση τοῦ κρίνου μας στήν ἄμμο
Οἱ ροδιές κι οἱ πικροδάφνες
Πού φυτέψαμε μαζί τόν Αὔγουστο γιά φράχτη
Ἔχουν κρατήσει τή φωνή μου
Σκύψε καί θά τήν ἀκούσεις

Ἄν δέν κατάφερα νά πῶ ὅσα μέ καῖνε
Ἀφουγκράσου "Τόν ἀφρό τῶν ἡμερῶν"
"Τόν ἔρωτα στά χρόνια τῆς χολέρας"
"Τό γλάρο"καί τόν "Θεῖο Βάνια"
Καί τούς ποιητές
Ὤ, ναί, ἀφουγκράσου τούς ποιητές
Καί προπαντός τούς ἄγνωστους
κι ἔλα νά μέ συναντήσεις.


18. Κάτι

Κάτι πασχίζει ν' ἀποδράσει
ἀπό τά μάτια σου, τά χέρια σου, τό στόμα
Καμιά φορά σφηνώνεται στά φρύδια τρομαγμένο
Ἄλλοτε πάλι μετεωρίζεται
ἀνάμεσα σέ μένα καί σέ σένα
πισωγυρίζει τέλος καί σβήνει στά χείλη σου
ἤ τρεμουλιάζει στά δάχτυλά σου
Ἄν κάποτε βρῶ τό κουράγιο
ν' ἁρπάξω τά χέρια σου
καί νά τά σφίξω δυνατά τόσο
πού νά πονέσεις
δές το σάν ἀπόπειρα μοιρασιᾶς.


19. Βιβλική πυρκαγιά

Τρῶμε τ' ἀποκαΐδια ἀμίλητοι.
Τό ρουμπινί φεγγάρι πλέει στή στάχτη
Κι ἡ θάλασσα ἐκεῖ, ἀνένδοτη. Ἑτοιμογεννη.


20. Κάτι ἀκόμα

Τοῦτο τό παιδί πού γέρασε
μέ τή γεύση μιᾶς στιλπνῆς νεότητας
κάθεται κι ἀγναντεύει τή ζωή
Πίσω ἀπό τά βαριά του βλέφαρα
ἡ μέρα ἀναδύεται ἀνάλαφρη
δίχως ἡλικία.

Τοῦτο τό παιδί πού γέρασε
σχεδιάζοντας τό μέλλον του
κοιτάζει τώρα τό πενιχρό του χτές
κι ἐλπίζει πώς κάπου κεῖ στίς φυλλωσιές
προσμένει ἀκόμα τό παιγνίδι τῶν ὀνείρων του
πώς θά 'ρθει τέλος πάντων κάτι ἀκόμα
πώς δέν μπορεῖ νά 'ναι μονάχα αὐτό.


21. Ἐπιστροφή

Θά ξεκινήσουμε, εἶπαν,
ὅταν θά γίνει πανσέληνος.
Κανείς δέν γνοιάστηκε γιά τόν πεζόδρομο
πού ἀπόθεσε κάθιδρος
τό βαρύ φορτίο τῆς παράκλησης,
ἐνῶ ἡ ματιά του γυρόφερνε
τά γύψινα πρόσωπα
Κι ἡ ἐπιστροφή;
Κανένας δέ ρώτησε γιά τήν ἀβάσταχτη
μοναξιά του σ' ἐκείνη τήν ἐπιστροφή.


22. Ἀγγελτήριο θανάτου

Ἴσα κι ἀκούστηκε ἡ φωνή σου στό τηλέφωνο
νά μοῦ θυμίσει πώς ὑπάρχεις
Κλείσαμε μ' ἕνα "γειά σου", "θά συναντηθοῦμε"
ὕστερα ἔμαθα τυχαῖα πώς ἀρρώστησες
τό ξέχασα ὅμως ἤ δέ βρῆκα τόν καιρό.
Καί τώρα πού διαβάζω στήν ἐφημερίδα
τό ἀγγελτήριο τοῦ θανάτου σου
ἔτσι μέ δίχως λύπη ἤ μιά τύψη ἔστω
γυρίζω τή σελίδα ἀμέριμνα
κι ἔχω τήν αἴσθηση
πώς δέ σέ γνώρισα ποτέ.


23. Ἀπόφαση
(μνήμη Ροδούλας Μπαρκούρα)

Ἀνάδινε τή συμμετρία τοῦ ἔλατου
καί τήν ἄπειρη ὀλιγάρκεια
τοῦ κρίνου τῆς ἄμμου
Στεκόταν διαρκῶς στό ἴδιο σημεῖο
σ' ἕνα ξέφωτο, ἀσάλευτη, μιά ρίζα
Οἱ περίοικοι τήν ἤξεραν
Ὅλο τρέχει ἔλεγαν
Πῶς τά προλαβαίνει
Ὅμως ἐκείνη
στεκόταν πάντα ἐκεῖ
στό ξέφωτο, μιά Ἀπόφαση
Ἀνάδινε τή σπανιότητα
τοῦ κρίνου τῆς ἐρήμου
-ἔτσι τό λένε ἀλλοῦ -

Χάθηκες καί σέ ψάχνουν τά παιδιά!



24. Ἐφηβεία
(Στό γιό μου)

Ὅλα σοῦ πέφτουνε στενά
Ἡ ἀνάσα σου θραύεται
πάνω στούς τοίχους
Ἄν μποροῦσα
θά σοῦ χάριζα ἕνα μεγάλο παράθυρο
διάπλατο στό στερέωμα
ν' ἁπλώνεις τό χέρι
καί νά τρυγᾶς τούς Γαλαξίες
Ἄν μποροῦσα
θά σοῦ χάριζα τήν ἅπλα
μιᾶς μικρῆς κοριτσίστικης καρδιᾶς.


25. Τό τοῦνελ

Πῶς βρέθηκα σ' αὐτό τό τοῦνελ δέ θυμᾶμαι
Ἴσως τήν ὥρα τῆς νεροποντῆς
Σίγουρα πέρασαν κι ἄλλοι ἀπό δῶ
Ἄφησαν τήν ἀνάσα τους στούς νοτισμένους
Τοίχους, τό φόβο τους στίς σκοτεινές
Καμάρες, τήν ἐρημιά τους ἀποτυπωμένη
Στό λασπωμένο δάπεδο, τήν κραυγή τους
Στήν ταραγμένη ἀγρύπνια τους

Σ' αὐτό τό τοῦνελ πού δέν μπορῶ
Νά θυμηθῶ πῶς βρέθηκα
Ἡ φωνή μου ὁλοένα καί σωπαίνει
Ἡ ὄψη μου κρόσι τό κρόσι της ξεφτίζει
Χρόνο τό χρόνο συρρικνώνομαι
Ὥς ννά μέ βροῦν οἱ αἰῶνες ἔμβρυο
Ἀποτιτανωμένο στή μήτρα τῆς σιωπῆς.


26. Σκηνιάς
(Στούς χωριανούς μου πού δουλεύανε στή Γάβα*)

Τραβούσανε τό χωματόδρομο
λές καί χορεύανε τόν μπάλο
"ἄχ-βάχ" ἀναστενάζαν οἱ πορόλιθοι
"ἀγράμπελη μυριανθισμένη
Πουκάμισα πλεούμενα
σέ στάχινα νερά
κι ἕνας ἀγέρας ἔρωτας
"Ἑλένη-Ἑλένη μέ τήν ἐλιά
ἔβγα τό χάραμα στήν μπαλκονιά"
"Ἄγγελεεεε, γειά σου καναρίνι μου"
Καί δόστου πελεκούσανε τά νιάτα τους
Καί δόστου πριονίζαν τά κορμιά τους.

*Λατομεῖο


27. Ἀναμονή
(Στίς κόρες μου: Ἀλεξάνδρα καί Ἀλίκη)

Οἱ λεύκες ἀντηχοῦν τό γέλιο σας
καί τά σπουργίτια κεντοῦν τίς ὧρες
μέ τά χρυσά μαλλιά σας
Ὁ πατέρας ὅλη μέρα
κράζει τό ὄνομά σας: Λαμπετώ! Φωτεινή!
Μά τί ζητοῦν οἱ δροσοστάλες
στίς ξερολιθιές;
Δική σας ἡ θάλασσα
καί τ' ἁρμυρείκια
καί τά κόκκινα πλεούμενα
κι οἱ ἐνάλιοι θεοί.

Εἰσίν τῶ ἡλίῳ δύο κόραι:
Λαμπετώ, Φωτεινή.

Κάτω Ἀχαΐα


Ἕνα κάτι σμαραγδί [β]

8. Πεζή πιστότητα

Ψιχάλιζε ἀδιάκοπα στόν ὕπνο μου
Τά αὐτοκίνητα σέ βῆμα σημειωτόν
Λιμνάζανε στή βούρκα τους
Κι ἐγώ μέ τήν πολύχρωμη ὀμπρέλα μου
Ἀνέμελα περνοῦσα ἀνάμεσά τους
Σχεδόν πετοῦσα ἀπό πάνω τους
Σχεδόν χανόμουν στήν πεζή πιστότητά μου.


9. Ἡ ἀζαλέα

Μιά γλάστρα ὅλη κι ὅλη στό μπαλκόνι μου
Μιά ἀζαλέα κόκκινη χαρά
δῶρο τῆς Στέλλας μ' ἕνα της χαμόγελο
Τήν ἔκαψε τό χιόνι τοῦ Φλεβάρη
Ἥσυχα πέσανε οἱ νιφάδες
νύφη τή στολίσανε
κι ἔτσι ὅπως ἤτανε λαμπάδιασε
καί κάηκε
δίχως νά βγάλει φλόγα οὔτε καπνό
Ἦταν γραμμένη τοῦ χιονιοῦ.


10. Ἀπουσία

Μετρῶ τά δευτερόλεπτα
πού σ' ἀκουμποῦν καί φεύγουν
Βρίσκεσαι πίσω ἀπό τά βλέφαρά μου
ἤ μέσα σ' ὅλα, ὅταν ἀνοίγω τά μάτια
Τά μαλλιά μου
μπερδεύονται στά δικά σου
τά χέρια μου στά χέρια σου
μέ τά δάχτυλά σου
γράφω γιά τήν ἀπουσία σου
Κι ἡ ἀνάσα σου
ζεσταίνει τό χαρτί
καθώς σέ ψάχνω στίς κρύες λεωφόρους.


11. Ἀεράκι

Στήν ἄπνοια ἡ λεύκα στέκει νεκρή φύση
Μέ τ' ἀεράκι τά φύλλα της ριγοῦν, σαλεύουν
καί παραδίνονται στό ρυθμό μιᾶς μελωδίας
πού βγαίνει ἀπό τά ἔγκατά της
γλιστράει στίς ἀρτηρίες καί τίς φλέβες της,
διαχέεται
καί λειαίνει τήν τραχειά ὑφή τῆς μέρας

Μιά ἅρπα ξεχασμένη
εἶναι ἡ λεύκα στήν ἄπνοια.


12. Ἡ ἁλυσίδα

Φέτος δέ βλέπω τή μαϊμού
πούχατε στό Ροδίνι
Θ' ἀστειεύεστε, εἶπε ὁ φύλακας
καί μοῦ 'ριξε μιά πλάγια περιφρόνηση
Κι ἄστραψε μπρός μου
ἡ Ἑλλάδα τοῦ Καλοκαιριοῦ
πού μέ μιάν ἀνύποπτη ἁλυσίδα στό λαιμό
ἔκανε "πώς στολίζεται ἡ κυρία".

Ρόδος



13. Οἱ Φίλοι

Τά χρόνια μας ὥριμο σταφύλι
κι ἡ μεγάλη μέρα τῆς μικρῆς
ζωῆς μας ἀκόμα δέ χάραξε
Ὁ Γιῶργος ξενιτεύτηκε στά εἴκοσι
"Πάω νά ζήσω" μᾶς εἶπε
Ἐμεῖς προτιμήσαμε νά πεθάνουμε ἐδῶ
Τώρα σκαρώνουμε εὐκαιρίες συνάντησης
Μετράμε τίς κουβέντες μας μιά-μιά
Μήν παρεξηγηθοῦμε λέμε
μήν πληγώσουμε
καί σχεδόν ἔχουμε ξεχάσει
πῶς μαλώνουν οἱ φίλοι
πῶς φιλιώνουν.


14. Στό πουθενά

Μεγαλώσαμε στ' ἀμπέλια
κάτω ἀπό τήν ἔγνοια τῆς ἐλιᾶς
Στό πέτρινο πηγάδι
στίχους χαράξαμε κι ὀνόματα
νά ταξιδεύουν Μάη καιρό
στά σπαρτολούλουδα ἴσια στή θάλασσα.

Ἔκανες μακροβούτια τήν ὥρα
πού τό καράβι μπαίνοντας
σφύριξε τούς σιωπηλούς σου πόθους
Μεῖνε, σοῦ φώναξα

Ἔφυγες Αὔγουστο
μ' ἕνα τσαμπί σταφύλι
Εἶπες πώς θά γυρίσεις γρήγορα
Τώρα μεσημεριάζεις στήν Ἀθήνα
ἔκθετος, ἕνας γυρολόγος
στίς γειτονιές τοῦ Πουθενά.


15. Πρωϊνό

Συχνά πίσω ἀπό τά μεγάλα τζάμια
τό πρωϊνό διαβαίνει ἀργά
τόσο, πού λές πώς ἄραξε.
Διακρίνω τότε καθαρά μέσα στό χῶρο
τήν ταχύτητα τῶν κινήσεων
τή φορά τῶν σωμάτων
τή σπουδή τῆς ἀναχώρησης
κι ἀμέσως ὕστερα
τή βραδύτητα καί τήν ἀναστολή.
Τό πρωϊνό μιά ὑποψία ταξιδιοῦ.


16. Εἴσοδος-Ἄμυνα

Ἡ εἴσοδός μου
μιά προκαθορισμένη τελετή
μιά ἐνδοτική συνάντηση
ἀνύποπτων σωμάτων
Τόν τρόμο μου
ἀντιλάλησαν μεσότοιχοι
σταυρωτά διαρυθμισμένοι
τά πρόσωπα διατήρησαν
τήν ἀκαμψία τους
Κάτι μ' ἔσπρωχνε
δέν ξέρω ἀλήθεια τί
Κάτι μέ σπρώχνει
- ἀέρας θά 'λεγες -
μέ μπερδεύει
σέ φύλλα λυγαριᾶς
ὕστερα σέ κεραῖες,
ἰαχές, λιπαντήρια
Ὀλισθαίνω
Ἁρπάζομαι
ἀπό συχνότητα σφυγμοῦ
ἀπό κραδασμό χορδῆς
Ἀμύνομαι
Λέξη ἡ ἀσπίδα μου.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

Ενα κάτι σμαραγδί [α]

1. Ενα κάτι
(στόν πατέρα μου)

Τώρα που δεν έχεις πια τι να κοιτάζεις
θέλω να σου στείλω ένα κάτι
Ν' ανοίξεις το φάκελο
κι αντίς για γράμμα
νάβρεις ένα κάτι σμαραγδί
Να το κοιτάς και ν' αποξεχαστείς
όλη μέρα
μέχρι τό σούρουπο.


2. Αναβολές

Μαζί με τόσα άλλα
Κουβαλώ και τις αναβολές μου
Τα "αύριο" , "κάποτε", "μετά"
Που ακόμα περιμένουν
Χειρονομίες και λέξεις
Που αιωρούνται ακόμα
Αισθήματα που δεν εκφράστηκαν
Κι όμως υπήρξαν
Και καταλήξανε τελείες
Σε άγραφα ποιήματα.

Κάθε φορά αναβάλλοντας
Φοβάμαι να ευτυχήσω.


3. Σιωπή

Η μάνα μου λες κι έχει πεθάνει
Θάρθεις; ρωτάει στο τηλέφωνο
και πριν της απαντήσω κλείνει
Κάθε φορά
κοιτάζει τα μαλλιά μου
και τα χέρια μου
επίμονα
μια τα μαλλιά μου
μια τα χέρια
και σωπαίνει
Κι είναι κυπαρισσί η σιωπή
κι αποκάτω σκύλος που γαυγίζει.


4. Ερωτικό

Βαστούσαμε σφιχτά στην παλάμη
μιά βέβαιη χαρά
Το διάστημα ανάμεσά μας
σύρμα δονούμενο
Τι παιγνίδι κι αυτό με τις λέξεις
τέλειο πιγκ-πογκ
Εκεί που σταθήκαμε
μαζεύω κάθε μέρα κυκλάμινα.


5. Πείρα θαλάσσης
στή Σοφία

Χάραμα κι η θάλασσα
πεθαίνει απ' ωραιότητα.
Στην έσχατη ασχήμια εγώ
επείγομαι
νερό να γίνω, κύμα,
να ματαιωθώ.
Καί βλέπω
μέσα στον όρμο
το γερό κορμί μου
να επιπλέει
κλαρί ανθισμένο
ροδακινιάς
να συμμαζεύει το σκόρπιο μου κεφάλι
κι ακέραιο το σώμα τώρα
ν' αράζει και να υπομένει
άλλος να ματαιώσει τη ματαιότητα.


6. Ασφόδελος

Σφρίγος ονείρου
Διάβηκε λειβάδια από σκιές
Διαπέρασε υπόγεια στρώματα
κι υψώθηκε μεταξωτός
χνούδι ζωής
μαντατοφόρος
Σε τόπους κοιμητήρια
κάτοικος κι εγώ
σ' άτεχνες σαρκοφάγους
σαρκοτρώγομαι
μα σε κρατώ μέσα στα μάτια μου
ασφόδελε
με τα μικρά αστεροειδή σου
ερωτανθέ
δραπέτη του θανάτου


7. Τα μπαλκόνια

Ταξιδεύουν ακουμπισμένοι στις κουπαστές
των μπαλκονιών
Ο ένας πάνω από τον άλλο
ο ένας πλάι ή και απέναντι στον άλλο
Ήρωες όλοι μαζί της ίδιας ιστορίας
Το σενάριο τούς θέλει πρόσωπα βουβά
μέχρι το τέλος καθηλωμένους
στις κουπαστές των μπαλκονιών
να περιμένουν τις εντολές του σκηνοθέτη
Ενός-ενός κάποια στιγμή
ο ρόλος του τελειώνει
Τα μπαλκόνια ολοένα ελαφρώνουν
Κάποτε κρέμονται άδεια κλουβιά
- Τι γίναν οι ήρωες;
- Όταν τελειώσει ο ρόλος σου, θα μάθεις.

Ἄγγελου Τερζάκη: " Ἡ πριγκηπέσσα Ἰζαμπώ" (Μέ ἀφορμή τά 800 χρόνια ἀπό τή Φραγκοκρατία)

Στο μυθιστόρημα «Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ», ο συγγραφέας κατορθώνει να εισαγάγει τον αναγνώστη στον μακρινό κόσμο της Φραγκοκρατίας και να τον βοηθήσει να βιώσει κάτι από την ιδιαιτερότητα του: τα ήθη των κατακτητών, τη ζωή των σκλάβων, τον πολεμικό, πολιτικό και κοινωνικό χαρακτήρα της εποχής, τη μοίρα των αδύνατων αλλά και των δυνατών, τις δολοπλοκίες, τις προδοσίες -ακόμα κι από τους δικούς-, την ανάγκη των ανθρώπων για διάκριση και δύναμη αλλά και για τρυφερότητα κι αλληλεγγύη, τη διαχρονική ανάγκη κάθε ατόμου να γίνει πρόσωπο και να κατακτήσει την ευτυχία και, πάνω απ' όλα, τον έρωτα σαν στοιχείο που ωθεί στην υπέρβαση και την επίτευξη υψηλών στόχων, καταλύει τις συμβάσεις και οδηγεί στην ταύτιση με την ίδια την ελευθερία.
Στο μυθιστόρημα αυτό ο προσεκτικός αναγνώστης παρακολουθεί, βήμα - το βήμα, πώς ένας άνθρωπος άσημος και υποτιμημένος, ακόμη κι από τους συντοπίτες του, καταφέρνει, μέσα από οριακές για τη ζωή του και την ακεραιότητα του καταστάσεις, να συνειδητοποιήσει την αδιαπραγμάτευτη αξία της ελευθερίας, και να ανυψωθεί από το σκοτάδι στο φως, από την ανυπαρξία στην πράγματι ζωή, να οδηγηθεί από την καταφρόνια στην αξιοπρέπεια.
Ο ήρωας που αντιπροσωπεύει αυτή την πορεία είναι ο Νικηφόρος Σγουρός, πρόσωπο πλαστό και συμβολικό, αντίθετα προς την Ιζαμπώ, πρόσωπο ιστορικό, που τ' όνομα της διάλεξε για τίτλο ο συγγραφέας.
Μελετώντας το αξιόλογο αυτό έργο, αναρωτιόμουν γιατί άραγε ο Άγγελος Τερζάκης του έδωσε αυτόν τον τίτλο, γιατί, ναι μεν η κόρη του Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου συμπρωταγωνιστεί στις σελίδες του, δεν είναι όμως και το κύριο πρόσωπο, αφού, τυπικά και ουσιαστικά, το κύριο πρόσωπο είναι ο Νικηφόρος Σγουρός. Μια πρώτη εξόφθαλμη απάντηση είναι ότι πρόθεση του συγγραφέα είναι να προσδιορίσει χρονικά τα διαδραματιζόμενα στο μυθιστόρημα, σαν να λέει δηλαδή: «Στα χρόνια της Ιζαμπώς». Μια δεύτερη, όμως, προσεκτικότερη ανάγνωση μου έδωσε μια πίο ολοκληρωμένη απάντηση. «Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ», η μοιραία αυτή κόρη του Γ. Βιλλαρδουίνου και της Άννας Κομνηνής - Αγγελίνας, ενός δηλ. Φράγκου και μιας Ρωμιάς, στο μυθιστόρημα του Τερζάκη είναι η ηρωίδα-σύμβολο της ίδιας της Ελλάδας τότε, είναι ο ελληνικός κόσμος και η μοίρα του στα χρόνια της Φραγκοκρατίας: Φραγκοπατημένος και Ρωμαίικος, στα χέρια φιλόδοξων ηγεμόνων που το τελευταίο που επεδίωκαν ήταν η προκοπή κι η ευημερία του, υποταγμένοι στις μεταξύ τους αντιπαλότητες, την κυριαρχία και τη δύναμη, στα πάθη και τις δολοπλοκίες, μοιραίοι κι αυτοί εν τέλει, παγιδευμένοι στα τερτίπια της εποχής τους.
«Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» η Πελοπόννησος ειδικότερα -φραγγελωμένη, η Αχαία-φραγγελωμένη. Τίποτε δεν μπορεί να την σώσει. Η Ελλάδα απουσιάζει, δεν υπάρχει πατρίδα. Στην τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος διαβάζουμε: «Για άλλη μια φορά η Ιζαμπώ έχει νιώσει τον εαυτό της εξόριστο, η ψυχή της γυρεύει μια πατρίδα». Ωστόσο αυτή η ανύπαρκτη πατρίδα βρίσκεται στο μυαλό και στην καρδιά του Νικηφόρου Σγουρού, γόνου της οικογένειας των Σγουρών που κυβερνούσαν το Ανάπλι πριν την Φραγκοκρατία, ξεπεσμένου τώρα και καταφρονεμένου. Ο Ν. Σ. είναι νέος και ωραίος, γνωρίζει την καταγωγή του, τον εμπνέει μια γυναίκα που δεν τη γνωρίζει, πέρασε από μπροστά του μια νύχτα σαν αστραπή καβαλάρισσα κι, από τότε, δονεί την ύπαρξη του ολάκερη. Με όπλα την ευχή της βάγιας του, το άλογο του τον Αστρίτη, ένα δακτυλίδι -τεκμήριο της ταυτότητας του κι αυτόν τον έρωτα- αλάφιασμα στην καρδιά του, θα φύγει καταδιωγμένος από τους κατακτητές και θα καλπάσει στο άγνωστο. Η λαχτάρα του για τη ζωή γρήγορα θα μετατραπεί σε εφιάλτη, καθώς, στα πρώτα κιόλας βήματα του, Φα γνωρίσει την προδοσία, τη σπιου-νιά, τη δύναμη του ισχυρού αλλά και την αδυναμία του, τον ευτελισμό του σκλάβου. Κάποια στιγμή, θα διαπιστώσει πως ο κρυφός του έρωτας δεν είναι άλλη από την Ιζαμπώ, την πριγκηπέσσα του κράτους των Βιλλαρδουίνων. Με τη δική της ενθάρρυνση, θα ζήσει ένα διάστημα στο κάστρο της Καλαμάτας σαν ένας ξωμάχος της εμπιστοσύνης των Φράγκων, θα δει και θα μάθει, θ' ακολουθήσει ακόμα και τους κουρσάρους στη θάλασσα και θα γευτεί την επικίνδυνη μα ελεύθερη ζωή τους και γεμάτος εμπειρίες, πιο ώριμος τώρα, θα προσπαθήσει να ανατρέψει τη μοίρα του. Πώς θα το πετύχει; Πρώτα-πρώτα, θα κερδίσει την εμπιστοσύνη των σκλάβων, των ταπεινωμένων και καταφρονεμένων από τον κατακτητή συντοπιτών του. Δεν είναι ζύχοΚο: θα χρειαστεί να απεκδυθεί απ' οτιδήποτε τον χωρίζει απ' αυτούς. Κάποια στιγμή θα πετάξει από πάνω του την τριμμένη αρχοντική φορεσιά του και θα φωνάξει: «Δεν τη χρειάζομαι, εγώ είμαι ένας από σας».
«Δίκαιος και ίσιος σ' όλες του τις πράξεις
αλλά με λύπην κι όλας κι ευσπλαχνίαν»,

θα γίνει ο ιδανικός επαναστάτης και, συνειδητοποιώντας πως ο έρωτας του για την Ιζαμπώ δεν είναι παρά ο έρωτας του για την ελευθερία, θα καταλάβει το κάστρο της στην Καλαμάτα όταν εκείνη θα λείπει στην Ανδραβίδα, θα συγκρουσθεί με τα φουσάτα της σ' έναν άνισο αλλά απέλπιδο αγώνα και, ανυποχώρητος πλέον, θ' ανέβει με τους συντρόφους του στα ψηλά βουνά, καταφύγιο των ελεύθερων ψυχών και λημέρι των υπερασπιστών των αδυνάτων. Αντρας, από την άλλη, τίμιος και συνεπής, θα προσπαθήσει να πείσει την Ιζαμπώ να τον ακολουθήσει, αλλά εκείνη, πιο απελπισμένη από ποτέ, θα μείνει υποταγμένη στο πεπρωμένο της, θύμα μιας ανελέητης εποχής.
Η Ιζαμπώ, Φράγκισσα και Ρωμιά μαζί από μητέρα, μοιρασμένη στα δύο, πολιορκημένη μέσα της, με μιαν αιώνια θλίψη στα τεράστια μάτια της, μάνα και σύζυγος και πριγκηπέσα, σφραγισμένη από τη μοίρα της να μην ευτυχήσει, δε γίνεται να τον ακολουθήσει. Ο κόσμος που συμβολίζει είναι καταδικασμένος στον συμβιβασμό και την υποταγή. Μόνο κάποιες ψυχές σαν του Σγουρού αγρυπνούν. Είναι οι ψυχές που κουβαλούν μέσα τους τη μεγάλη ιστορία του τόπου τους ή, καλύτερα, τη μεγάλη ιστορία της ανθρώπινης παρουσίας πάνω στη γη. Έρχονται από πολύ μακριά, σε μας εδώ από την εποχή του Προμηθέα, διασχίζουν τις Θερμοπύλες και τη Σαλαμίνα, περνάνε από τα Βυζαντινά πεδία των μαχών, φεύγουνε κλέφτες στα βουνά, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, σμίγουν με τον Ρήγα και τον Κολοκοτρώνη, τα παλικάρια της Εθνικής Αντίστασης και του Πολυτεχνείου, τους ανθρώπους που πρωτοστατούν σήμερα στην επίλυση των ζωτικής σημασίας προβλημάτων της σύγχρονης εποχής.

Ο Ά. Τερζάκης σμιλεύει τον ήρωα του διαχρονικό και διατοπικό, πέρα από συμβάσεις. .Είναι ο άνθρωπος, όπου γης, που πάνω ακόμα κι απ' αυτή τη σύμβαση που λέγεται πατρίδα, τοποθετεί το δικαίωμα του να ζει με αξιοπρέπεια. Αυτό τον δρόμο, από την καταφρόνια στην αξιοπρέπεια, τον δείχνει ο συγγραφέας με το βίο και τα έργα του Νικηφόρου Σγουρού, ενός ανθρώπου που εν δυνάμει βρίσκεται μέσα στον καθένα μας. Είναι εκείνο το στοιχείο της ψυχής μας που δε συμβιβάζεται, μας φτερώνει και μας ωθεί να πετάξουμε:
Βάλε δη βάλε κυρίλος είην Αχ νάμουν
δς τ' έπ ί κύματος άνθος Ένας κυρίλος (θαλασσοπούλι) νάμουν
[άμ' άλκυόναισιν ποτήται Που μ' αλκυόνες
νηδεές ήτορ έχων Πάνω απ' του κύματος τ' άνθος πετά
άλιπόρφυρος έαρος όρνις Δίχως φόβο στην καρδιά μου
Θαλασσόχρωμο της Άνοιξης πουλί.
Οι περικαλλείς αυτοί στίχοι του Αλκμάνα που μας έρχονται από τον 7° π.Χ. αιώνα μαρτυρούν την προαιώνια λαχτάρα του ανθρώπου για τα ύψη, ύψη κυρίως εσωτερικά, εκεί που χάνεται ή κερδίζεται η τιμή μας.

[Τό κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στό περιοδικό Ομπρέλα, τεῦχος 75, Δεκέμβριος 2006-Φεβρουάριος 2007 καί ἀναδημοσιεύθηκε στό ἠλεκτρονικό περιοδικό Λέξημα τήν 29η Ἰανουαρίου 2007]

Τά ποιήματα της Τετραφωνίας

1. Ἐσωτερική μετανάστευση

Τό εἴδωλό μου στόν καθρέφτη
τῆς παμπάλαιης αὐλῆς:
φούστα λευκή μέ νταντελένιο γύρο
στό μέτωπο μιά μαργαρίτα᾿
ὕστερα χάθηκε
Ὁ πατέρας μου
παρατημένος στό κατώφλι
-ἄργησες- εἶπε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος
Μιά πεταλούδα στάθηκε
στήν ἔρημη παλάμη του
ἄσπρο καί κίτρινο μετάξι
Κι ἐγώ πού αἰῶνες μέτραγα τό γυρισμό
μιά πέτρα ψάχνω ἀσβεστωμένη
νά σωριάσω κύκλους πεντήκοντα.

2. Τώρα

Τώρα δέ μᾶς μένει παρά νά οὐρλιάζουμε
Ἄλλωστε τί θά μπορούσαμε νά ποῦμε τώρα
πού τά σπίτια στεγάζουνε πράγματα
καί οἱ ἄνθρωποι ἀποθηκεύονται
σέ καταυλισμούς γιά νά πεθάνουν ἐπιτέλους
Τώρα πού οἱ δρόμοι πολιορκοῦν τίς εἰσόδους μας
καί ἡ ἔξοδος ἀπαγορεύεται
ἐπί ποινῆ θανάτου
Τώρα πού κι ὁ ἀέρας καί ἡ θάλασσα
πυρπολοῦν τήν ἀγρύπνια μας
καί τά παιδιά μας κηδεύονται
προτοῦ τά γεννήσουμε
μέ τήν ποίηση τοῦ μέλλοντος
πνοή σφαλισμένη στό στόμα
Τώρα πού τά κοτσύφια κουρνιάζουν
στά δένδρα τῆς μνήμης μας
καί κεῖνοι πού ψάχνουν τά τελευταῖα
κυκλάμινα εἶναι οἱ μοναδικοί ἐπιζήσαντες
μιᾶς ἀμετάκλητης ὀμορφιᾶς
Τώρα πού τά ὄνειρα ἀποτεφρώθηκαν.

3. Ἡ Λίμνη

Αὐτή τή λίμνη τή θυμᾶμαι ἀπό παιδί
ἤ μᾶλλον ἀπό βρέφος ἴσως κι ἀπό ἔμβρυο
Κολυμπούσαμε ἐδῶ ἀπό καταβολῆς κόσμου
μοῦ φαίνεται μαζί μέ χέλια
ὠοθῆκες ψαριῶν φύκια πλαγκτόν
Ὅλος ὁ ἔμβιος κόσμος φαντάζομαι
ὅταν πεθαίνει καταλήγει ἐδῶ
καθώς πρίν γεννηθεῖ. Γι αὐτό κάποτε
ἀναδίδεται θαρρεῖς ὀσμή σάπιου βυθοῦ
Ἐδῶ μεσάνυχτα μέ τήν πανσέληνο
μπορεῖς νά δεῖς καθρεφτισμένα στά νερά
γιά μιά στιγμή πρόσωπα ἐφήβων
ἤ νηπίων νά σέ κοιτάζουν
μέ τή θλίψη ἐπιτύμβιων μορφῶν.

4. Ἀναδίπλωση

Φτάσαμε γυμνοί καί κατάκοποι
στόν οἶκο ὅπως ἔλεγαν τοῦ πατρός μας
Περίεργο, δέ μᾶς περίμενε κανείς
Ὁ ἀντίλαλος μόνο τῆς πίκρας μας
κι ἕνα κλαδάκι μέντας ξεχασμένο στό τραπέζι
Ἀκονίσαμε τό κουράγιο κι ἀντέξαμε
Ὅταν οἱ μέρες μας δέσανε καρπό
τή νιότη μας, εἴπαμε νά μοιράσουμε
Περίεργο, ὅλοι ἀπέστρεψαν τό πρόσωπο
Ἐμεῖς δέ ζητήσαμε τίποτα, φώναζαν
Μείναμε μέ τήν προσφορά μας ἀξόδευτη
Τήν ὥρα πού μᾶς χτύπησαν τήν πόρτα
ἑτοιμάζαμε κιόλας τίς ἀποσκευές μας
Σέ κανένα δέν ἀνοίξαμε.

5. Ὁ θρίαμβος
(μνήμη Νώντα Σκιαδᾶ)

Τό σούρουπο ἔπεφτε ἁπαλά
στά πρόσωπά μας ἔτσι πού
μοιάζαμε ὅλοι νέοι σέ μιάν
ἄχρονη στιγμή. Μπροστά μας ὁ ὅμοιος
ἀναπαυόταν στά λευκά χρυσάνθεμα
Κρατοῦσα τό κερί κι εἶχα τήν αἴσθηση
ἤ μᾶλλον τήν ἐπίγνωση
πώς συμμετέχω σ' ἕνα θρίαμβο
ἀφοῦ θριαμβευτική ἐξάλλου ἦταν
κι ἡ παρουσία τοῦ χρυσάνθεμου
καθώς ἡ ἐφήμερη ὀμορφιά του
καταργοῦσε τό κενό.

6. Γέρμα

Μιά-μιά ἀποχωροῦν οἱ λιγοστές μας μέρες
Κρατήσαμε τίς ἐκρήξεις τῶν μαλλιῶν μας
στή χάση τοῦ ἥλιου
καί τόν ξέφρενο χορό τῶν πελμάτων μας
Ἦταν τότε πού συναντηθήκαμε
Φοροῦσες τό στρατιωτικό σου χιτώνιο
κι ἐγώ μιά κόκκινη ζώνη στή μέση
Τραβοῦσες συνέχεια φωτογραφίες
Τίς φύλαξα στό συρτάρι
Γιά πρόσεξε τά μάτια μας
Καίγονται.

Ὅμως ἀπόψε κρυώνω
Ρίξε κατι στούς ὤμους μου
Ἐκεῖνο τό ζεστό σου χιτώνιο
Κρέμεται ἀκόμη στήν ντουλάπα
Κοίταξε τό φεγγάρι στή γέμιση
κλείνει πάλι τόν κύκλο του
Ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά ξέρουμε
Περπατάμε μαζί
μά ὅλοι τερματίζουμε μόνοι
μέ τό χέρι μαρμαρωμένο
νά σφίγγει τό τίποτα.

Νά μοιάζαμε τουλάχιστο τῶν δέντρων
πού γερνάνε θηλάζοντας.

[Η Τετραφωνία είναι συλλογική έκδοση μαζί μέ τίς: Αγγελική Σιδηρά, Ντίνα Μαρίνη, Ναυσικά Γεωργοπούλου, 1989]