Ἑνότητα "Ὄνειρα"
α. Μετά τήν ἐκφορά
Σπίτι σου
οἱ συγγενεῖς
φωτογραφία πού ξάσπρισε
καί μόνη ἐσύ, ξεκάθαρη,
δεχόσουν συλληπητήρια
γιά τό δικό σου θάνατο.
Τά μάτια σου δυό πύλες
- τί κοίταζαν -
κ' ἀρχή, τέλος καί πένθος
ὅλα ἐσύ.
Στίς στῆλες τοῦ Κεραμεικοῦ
κόρες καί κοῦροι, μόνοι,
δέν ξέρεις:
κοιτάζουν πεθαμένοι τή ζωή
ἤ ζωντανοί τό θάνατό τους.
β. Τό ξόδι
Στό πατρικό μου
πρόσωπα θαμπά
- γείτονες ἴσως -
πηγαινέλα᾿
κ' ἡ μάνα μου
κάτι νά κάνει,
κάτι νά λέει καί νά γελάει.
Τά μάτια της κράτησα μονάχα,
γαλάζια κ' ἥσυχα, σχεδόν ἀπόντα.
Θά γινόταν ἡ κηδεία της σέ λίγο
κ' εἶχα μιάν ἔγνοια ἐγώ
μιάν ἀγωνία
τί νά πῶ στόν κόσμο᾿
ἡ κάσα της ἔχασκε ἄδεια
κ' ἡ μάνα (ἕνα γέλιο ὅλη)
σάμπως νά γυρίζει ἀκόμα
νά βοηθάει καί στό δικό της ξόδι.
γ. Τά μαλλιά
Ἔφεγγαν τά ὡραῖα μαλλιά
στίς σκάλες,
στήν αἴθουσα ζωγραφικῆς,
στούς διαδρόμους τοῦ μεγάλου᾿
ὅλα μές στ' ὄνειρο μουντά
ἔπαιρναν φῶς ἀπ' τά μαλλιά της.
Στήν ἔξοδο χαθήκαμε
Μισόφωτο...
Συνωστισμός...
Περίμενα...
Εἶπα: τώρα θά τή δῶ,
θά λάμψει!
Τό κτήριο σιωπηλό σκοτάδι.
Κόρη μου, λέω,
λαμπερά μαλλιά μου...
δ. Τό σπίτι
Εἴχαμε, λέει, κουβαλήσει ἀλλοῦ᾿
ἡ διαρρύθμιση ἐντάξει:
Ἕνα τετράγωνο ἤτανε ἡ σάλα
κ' ἡ κουζίνα κύκλος.
Σκόνταφταν τά παιδιά στά πράγματα,
γελοῦσαν,
κ' ἐσύ, πανευτυχής,
σέ κάποιους φίλους ἔδειχνες τούς χώρους
κ' ἐπιδοκιμάζανε
καί μόνο ἐγώ
φαινότανε νά βλέπω
κι ἀποροῦσα
πῶς θά τά καταφέρναμε
σέ σπίτι δίχως τοίχους.
ε. Στό περιθώριο μέ μολύβι
Σέ διαγωνισμό ἔλαβα μέρος
γιά κάποιες θέσεις στό δημόσιο, νομίζω.
Τοιχοκολλούσανε τ' ἀποτελέσματα
κ' ἔσπρωχνεν ὁ κόσμος᾿
δέν ἔβλεπα ὅμως τ' ὄνομά μου
κι ἀγωνιοῦσα.
Τέλος τό βρῆκα στό περιθώριο
μέ μολύβι - καί δίπλα:
"διηπόρει" καί "διεπληκτίζετο"᾿
κ' οἱ ἄλλοι ὅλοι-ἀποτυχόντες, μέ μονάδα,
εἶχαν τουλάχιστο βαθμό καί τή σειρά τους.
"Διηπόρει" καί "διεπληκτίζετο"...
Κ' οἱ θέσεις;
στ. Στό παλιό σπίτι
Ἔκλεβαν, λέει, τή μπουκαμβίλια μας!
Ξερίζωναν τήν παιδική μου μνήμη᾿
ἀκόμη ἀκούω τό σούρσιμό της στήν αὐλή.
Ἤτανε λίγο τό φεγγάρι
κ' ἔτρεχα στά χαλάσματα,
νά τόν ἁρπάξω,
νά τόν σκοτώσω, ἤθελα, τόν κλέφτη...
Δρασκέλαε τό φράχτη,
ὅταν ἔφτασα,
κ' ἤμουν ἐγώ ὁ κλέφτης
στό φεγγάρι
κι ἅπλωνε γύρω ἡ μπουκαμβίλια
μιάν ἐρημία ρουμπινιά.
ζ. Ἀναπάντεχα
Φλεβάρης
καί νά τρώγω μοῦρα...
Ἄσπρα μεγάλα μοῦρα, μέλι...
Εἶχε βρέξει
κ' ἔλαμπε ἡ μουριά στόν ἥλιο
κάθε της φύλλο καί μιά λίμνη...
Ἐγώ νάμαι ψηλά σ' ἕνα κλαρί της
καί στάλες νά ξαφνιάζουνε τό πρόσωπό μου...
Ἡ ρίζα της νά χάνεται στό χάος,
σκοτάδι κάτω μου νά χάσκει,
νά μή φοβᾶμαι
καί στόν ἥλιο
μοῦρα φρεσκοπλυμένα νά μαζεύω...
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009
Ἀπό πτερόν φτερό [β]
Τό "ἄχ"
μνήμη Β.Κ.
Τό πιάνο σου
σέ κρατάει σάν μυστικό.
Τά πλῆκτρα του
ἀκόμα εἶναι ζεστά
ἀπό τά δάχτυλά σου.
Μαῦρο γιαλιστερό κουβούκλι᾿
τύμβος᾿
κλείνει τό κάτι τῆς ζωῆς σου,
τήν ψίχα της
αὐτό μονάχο ἀκούει
ἐκεῖνο τό "ἄχ"
πού ἄηχο
ἀντηχεῖ στή σκοτεινιά του.
Ὁ λόγγος
Κάθε πού βλέπω τόν πατέρα μου,
σκέφτομαι: λόγγος.
Ψάχνω γιά μονοπάτι
μά τίποτα.
Κι ὅμως ἀκούω τίς κραυγές του,
ὅταν ἑφτά χρονῶν
βόσκοντας γίδια, τό δεκάξι,
κάπου παγιδεύτηκα,
σάν τό πουλί στό ξόβεργο.
Γιά σκέψου νύχτα
ἕνα παιδί στό λόγγο!
Κ' ἔφτασε ἡ μάνα του τρελή
μέ λαδοφάναρο, τόν γλίτωσε.
Ὅμως ἐγώ, πατέρα,
πῶς νά σέ γλιτώσω,
ἀκούω τίς κραυγές
μά πῶς νά φτάσω...
Οἱ λόγγοι πιά δέν ἔχουν μονοπάτια.
Ἡ Ἀλεξάνδρα
Τή νιώθω πάντα στό δωμάτιό της
νά γράφει, νά ὀνειρεύεται.
Ὅμως στή ντουλάπα
βρίσκω τά ροῦχα μου ἄθικτα,
φοῦστες καί πουκαμίσες
στή θέση τους ἀκύμαντες.
Ἡ κολώνια της μόνο
ἐπιμένει στά φουλάρια μου
ἀλλά κι αὐτή
μέρα τή μέρα ἐξατμίζεται.
Τώρα ἡ ντουλάπα μου
ὑπόκυψε, θαρρεῖς, σέ μιά γαλήνη᾿
ἄραξε᾿
δίχως πιά τόν πειρατή της.
Ἀνθισμένο ἀγκάθι
Φίλοι μου,
ἀποφάσισα: θά φύγω.
Πάρτε τή θέση μου,
ἁπλωθεῖτε,
ὅ,τι ἀκόμη θάλεγα
μοιράστε.
Ἐγώ πηγαίνω μακριά
κρατώντας ἀπό σᾶς
πυράκανθο γιά μνήμη.
Φίλοι μου, εἶστε φίλοι μου,
μά φεύγω.
Ἐγώ μεταναστεύω
ἐντός μου.
Δέν εἶναι
Χῶροι
πού παίχτηκε τό χτές σου,
ἥρωες κομπάρσοι
προσπερνᾶνε᾿
βλέπεις δέ σέ κοιτᾶν,
κανείς δέν ἔχει μάτια
γιά κανένα᾿
σκιές
πού κάποτε φοβόσουν
- μάταιοι φόβοι -
σκιά κ' ἐσύ τοῦ χτές
σκιάχτρο τῶν ἄλλων
δίχως νά τό ξέρεις!
Ἕνας αἰώνας, χίλια χρόνια
ἐχθροί καί φίλοι εἶναι φίλοι,
ἐχθροί καί φίλοι
τίποτα δέν εἶναι.
Ἡ θραύση
Οἱ πιό πολλοί τοῦ κράταγαν λουλούδια,
μά δέ βαριέσαι,
ἡ φαρμακίλα δέσποζε
κ' ἡ σήψη.
Κάποιος ἀνυποψίαστος
τοῦ ἄφησε στό μαξιλάρι
μιά συλλογή ποιήματα.
Ἀμίλητος ἐκεῖνος κι ἄθραυστος
μᾶς κοίταζε ἕναν-ἕναν
ἀτελείωτα᾿
θραύοντας τέλος
τήν μιάν ἄκρη τῶν χειλιῶν του
"σκατά" εἶπε μόνο
κ' ἔγειρε.
25η Μαρτίου
Πρωΐ - πρωΐ
νά φτιάξω τήν ἀλιάδα,
μπάς καί δέ δώσω τό παρόν.
Ἀπό τό alium - σκόρδο
ξόρκι
φυλαχτό
φλάμπουρο
καριοφίλι
τό κοπανάω στῶν Τουρκῶν τά στίφη!
Ἀλιά-, βάϊ, ἀλιά-
Ἑλλάδα πούσαι στό γκρεμό
ό-κέϊ φορτωμένη!..
ὤ, καίει...
Ἔ, μήν καίγεσαι!
μνήμη Β.Κ.
Τό πιάνο σου
σέ κρατάει σάν μυστικό.
Τά πλῆκτρα του
ἀκόμα εἶναι ζεστά
ἀπό τά δάχτυλά σου.
Μαῦρο γιαλιστερό κουβούκλι᾿
τύμβος᾿
κλείνει τό κάτι τῆς ζωῆς σου,
τήν ψίχα της
αὐτό μονάχο ἀκούει
ἐκεῖνο τό "ἄχ"
πού ἄηχο
ἀντηχεῖ στή σκοτεινιά του.
Ὁ λόγγος
Κάθε πού βλέπω τόν πατέρα μου,
σκέφτομαι: λόγγος.
Ψάχνω γιά μονοπάτι
μά τίποτα.
Κι ὅμως ἀκούω τίς κραυγές του,
ὅταν ἑφτά χρονῶν
βόσκοντας γίδια, τό δεκάξι,
κάπου παγιδεύτηκα,
σάν τό πουλί στό ξόβεργο.
Γιά σκέψου νύχτα
ἕνα παιδί στό λόγγο!
Κ' ἔφτασε ἡ μάνα του τρελή
μέ λαδοφάναρο, τόν γλίτωσε.
Ὅμως ἐγώ, πατέρα,
πῶς νά σέ γλιτώσω,
ἀκούω τίς κραυγές
μά πῶς νά φτάσω...
Οἱ λόγγοι πιά δέν ἔχουν μονοπάτια.
Ἡ Ἀλεξάνδρα
Τή νιώθω πάντα στό δωμάτιό της
νά γράφει, νά ὀνειρεύεται.
Ὅμως στή ντουλάπα
βρίσκω τά ροῦχα μου ἄθικτα,
φοῦστες καί πουκαμίσες
στή θέση τους ἀκύμαντες.
Ἡ κολώνια της μόνο
ἐπιμένει στά φουλάρια μου
ἀλλά κι αὐτή
μέρα τή μέρα ἐξατμίζεται.
Τώρα ἡ ντουλάπα μου
ὑπόκυψε, θαρρεῖς, σέ μιά γαλήνη᾿
ἄραξε᾿
δίχως πιά τόν πειρατή της.
Ἀνθισμένο ἀγκάθι
Φίλοι μου,
ἀποφάσισα: θά φύγω.
Πάρτε τή θέση μου,
ἁπλωθεῖτε,
ὅ,τι ἀκόμη θάλεγα
μοιράστε.
Ἐγώ πηγαίνω μακριά
κρατώντας ἀπό σᾶς
πυράκανθο γιά μνήμη.
Φίλοι μου, εἶστε φίλοι μου,
μά φεύγω.
Ἐγώ μεταναστεύω
ἐντός μου.
Δέν εἶναι
Χῶροι
πού παίχτηκε τό χτές σου,
ἥρωες κομπάρσοι
προσπερνᾶνε᾿
βλέπεις δέ σέ κοιτᾶν,
κανείς δέν ἔχει μάτια
γιά κανένα᾿
σκιές
πού κάποτε φοβόσουν
- μάταιοι φόβοι -
σκιά κ' ἐσύ τοῦ χτές
σκιάχτρο τῶν ἄλλων
δίχως νά τό ξέρεις!
Ἕνας αἰώνας, χίλια χρόνια
ἐχθροί καί φίλοι εἶναι φίλοι,
ἐχθροί καί φίλοι
τίποτα δέν εἶναι.
Ἡ θραύση
Οἱ πιό πολλοί τοῦ κράταγαν λουλούδια,
μά δέ βαριέσαι,
ἡ φαρμακίλα δέσποζε
κ' ἡ σήψη.
Κάποιος ἀνυποψίαστος
τοῦ ἄφησε στό μαξιλάρι
μιά συλλογή ποιήματα.
Ἀμίλητος ἐκεῖνος κι ἄθραυστος
μᾶς κοίταζε ἕναν-ἕναν
ἀτελείωτα᾿
θραύοντας τέλος
τήν μιάν ἄκρη τῶν χειλιῶν του
"σκατά" εἶπε μόνο
κ' ἔγειρε.
25η Μαρτίου
Πρωΐ - πρωΐ
νά φτιάξω τήν ἀλιάδα,
μπάς καί δέ δώσω τό παρόν.
Ἀπό τό alium - σκόρδο
ξόρκι
φυλαχτό
φλάμπουρο
καριοφίλι
τό κοπανάω στῶν Τουρκῶν τά στίφη!
Ἀλιά-, βάϊ, ἀλιά-
Ἑλλάδα πούσαι στό γκρεμό
ό-κέϊ φορτωμένη!..
ὤ, καίει...
Ἔ, μήν καίγεσαι!
Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009
Ἀπό πτερόν φτερό [α]
Α καί α
"Ἄνθρωπος μέ ἄλφα κεφαλαῖο"
Σχεδόν σάν πυραμίδα,
μπάρα στήν πόρτα, θάφτηκες.
Ἔ, ὄχι μωρέ μάνα,
μ' ἄλφα μικρό!
Τό στρογγυλεύεις πρῶτα
κάνεις, πού λέει, τό χρέος σου
καί τοῦ κολλᾶς κατόπιν
ἕνα ἡμικύκλιο
κάτι ἀνοιχτό
σάν ἀγκαλιά
σάν πρόκληση
ἤ καί σάν ἀνταρσία᾿
ἕνα "ἔτσι θέλω" δηλαδή.
Ὁ βῶλος
Ἡ θειά μου ἡ Γνώση
μοῦ χάρισε μιά κούκλα λαστιχένια.
Ἔπαιζα μέ τίς πάνινες ὡς τότε.
Τή σήκωσα, ὅπως ἡ νέα μαμά τό βρέφος,
κι ἀκούστηκε κάτι μέσα της,
ρεβύθι σ' ἀδειανό σπιρτόκουτο.
Σά νά μήν εἶχε μάτια, χείλη,
ρόδια μάγουλα,
σά νάχα μπουχτίσει τέτοια δῶρα
μόνη μου τώρα ἔγνοια
Νά δῶ
Νά πιάσω τό ἀόρατο.
Μιά ψαλιδιά λοιπόν καί νάτο!
Ἕνας βῶλος
κύλησε... πάει.
... Κ' οἱ αὐτόχειρες,
- ἀλήθεια, τί περίεργοι! -
ἀφοῦ τά ψάξουν ὅλα,
πατᾶν μιά ψαλιδιά στό θάνατο,
νά δοῦν τί ἔχει μέσα.
Τό κράκ
Ἡ πίστα
πάντα σέ ἀναμονή μέ ὑπομονή:
χορός, φιγοῦρες, νούμερα.
Μά κάτι χτές,
νά, κάποιο κράκ,
κάτι σάν δόντια πούτριξαν,
τούς ξάφνιασε.
Κρῖμα - εἶπε κάποιος -
κ' εἶναι καί δρύϊνη.
Γρανίτης... Μόνο αὐτός...
Οἱ δεκοχτοῦρες
Φιλικά πουλιά
τρυπώνουν στά κλαριά μου
μικρές ἀνάσες, τρέμουλα,
μάτια μ' ἀντανακλᾶνε.
Νύχια - βελόνες
κεντᾶνε τόν κορμό μου,
ν' ἁρπαχτοῦν, μήν πέσουν.
Κέντημα ἔτσι γίνομαι
μέ τό δικό μου αἷμα.
Ἄπιαστο
Παγιδεύομαι
μέσα σέ τζάμια κάθε τόσο,
σέ νερά, σέ μέταλλα στιλπνά,
σέ μάτια ξένα καί τρομάζω.
Κι ὅμως τό στόμα,
τό τυχαῖο βλέμμα
δέν εἶναι δικό μου᾿
πρόσωπο ἄλλου κόσμου᾿ τό ἀψηφάω.
Τό ἀληθινό μου πρόσωπο, τό ζωντανό
τά μάτια μου δέ γίνεται νά δοῦν
κι αὐτό φοβᾶμαι.
Περίλυπες μορφές
Στή μνήμη μου
φίλοι καί γνωστοί
ἔχουν μιά τέτοια λύπη,
πού τήν ὅποιαν ἀτέλειά τους
καταργεῖ.
Ἄνθρωποι συνήθως γελαστοί
ἀποτυπώνονται ἐκεῖ
σάν νά μήν ἔχουν βλέμμα
ἤ σάν τό βλέμμα τους
νάχει στή λύπη τους χαθεῖ.
Στή μνήμη μου ὅλοι
λές καί δέν εἶναι ζωντανοί.
Πνιγμός
Μωρά τῆς νύχτας
ψάχνουμε θηλή
ἤ μιάν ὀσμή ἔστω ρούχου,
ὑποψία χαδιοῦ,
νά μᾶς πάρει ὁ ὕπνος.
Τό πρωΐ
ἐνήλικες πιά ἤ καί γέροι
- κατά περίσταση - τήν καρδιά μας
πνιγμένο γατί κουβαλᾶμε
- λέει -, νά ζήσουμε.
"Ἄνθρωπος μέ ἄλφα κεφαλαῖο"
Σχεδόν σάν πυραμίδα,
μπάρα στήν πόρτα, θάφτηκες.
Ἔ, ὄχι μωρέ μάνα,
μ' ἄλφα μικρό!
Τό στρογγυλεύεις πρῶτα
κάνεις, πού λέει, τό χρέος σου
καί τοῦ κολλᾶς κατόπιν
ἕνα ἡμικύκλιο
κάτι ἀνοιχτό
σάν ἀγκαλιά
σάν πρόκληση
ἤ καί σάν ἀνταρσία᾿
ἕνα "ἔτσι θέλω" δηλαδή.
Ὁ βῶλος
Ἡ θειά μου ἡ Γνώση
μοῦ χάρισε μιά κούκλα λαστιχένια.
Ἔπαιζα μέ τίς πάνινες ὡς τότε.
Τή σήκωσα, ὅπως ἡ νέα μαμά τό βρέφος,
κι ἀκούστηκε κάτι μέσα της,
ρεβύθι σ' ἀδειανό σπιρτόκουτο.
Σά νά μήν εἶχε μάτια, χείλη,
ρόδια μάγουλα,
σά νάχα μπουχτίσει τέτοια δῶρα
μόνη μου τώρα ἔγνοια
Νά δῶ
Νά πιάσω τό ἀόρατο.
Μιά ψαλιδιά λοιπόν καί νάτο!
Ἕνας βῶλος
κύλησε... πάει.
... Κ' οἱ αὐτόχειρες,
- ἀλήθεια, τί περίεργοι! -
ἀφοῦ τά ψάξουν ὅλα,
πατᾶν μιά ψαλιδιά στό θάνατο,
νά δοῦν τί ἔχει μέσα.
Τό κράκ
Ἡ πίστα
πάντα σέ ἀναμονή μέ ὑπομονή:
χορός, φιγοῦρες, νούμερα.
Μά κάτι χτές,
νά, κάποιο κράκ,
κάτι σάν δόντια πούτριξαν,
τούς ξάφνιασε.
Κρῖμα - εἶπε κάποιος -
κ' εἶναι καί δρύϊνη.
Γρανίτης... Μόνο αὐτός...
Οἱ δεκοχτοῦρες
Φιλικά πουλιά
τρυπώνουν στά κλαριά μου
μικρές ἀνάσες, τρέμουλα,
μάτια μ' ἀντανακλᾶνε.
Νύχια - βελόνες
κεντᾶνε τόν κορμό μου,
ν' ἁρπαχτοῦν, μήν πέσουν.
Κέντημα ἔτσι γίνομαι
μέ τό δικό μου αἷμα.
Ἄπιαστο
Παγιδεύομαι
μέσα σέ τζάμια κάθε τόσο,
σέ νερά, σέ μέταλλα στιλπνά,
σέ μάτια ξένα καί τρομάζω.
Κι ὅμως τό στόμα,
τό τυχαῖο βλέμμα
δέν εἶναι δικό μου᾿
πρόσωπο ἄλλου κόσμου᾿ τό ἀψηφάω.
Τό ἀληθινό μου πρόσωπο, τό ζωντανό
τά μάτια μου δέ γίνεται νά δοῦν
κι αὐτό φοβᾶμαι.
Περίλυπες μορφές
Στή μνήμη μου
φίλοι καί γνωστοί
ἔχουν μιά τέτοια λύπη,
πού τήν ὅποιαν ἀτέλειά τους
καταργεῖ.
Ἄνθρωποι συνήθως γελαστοί
ἀποτυπώνονται ἐκεῖ
σάν νά μήν ἔχουν βλέμμα
ἤ σάν τό βλέμμα τους
νάχει στή λύπη τους χαθεῖ.
Στή μνήμη μου ὅλοι
λές καί δέν εἶναι ζωντανοί.
Πνιγμός
Μωρά τῆς νύχτας
ψάχνουμε θηλή
ἤ μιάν ὀσμή ἔστω ρούχου,
ὑποψία χαδιοῦ,
νά μᾶς πάρει ὁ ὕπνος.
Τό πρωΐ
ἐνήλικες πιά ἤ καί γέροι
- κατά περίσταση - τήν καρδιά μας
πνιγμένο γατί κουβαλᾶμε
- λέει -, νά ζήσουμε.
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009
Ὁ "Μενέξενος" τοῦ Πλάτωνα
Ὁ "Μενέξενος" εἶναι γνωστός ὄχι γιά τήν ἀξία του καθαυτή - ἀνάμεσα στ' ἄλλα μεγάλα ἔργα τοῦ φιλοσόφου χάνεται σχεδόν - ἀλλά, ἐπειδή περιέχει ἕναν ἐπιτάφιο λόγο τόν ὁποῖο ἀπαγγέλειμάλιστα ὁ Σωκράτης. Ἔτσι προσφέρεται γιά μελέτη προκειμένου νά διαπιστωθεῖ ἡ ὁμοιότητά του ἤ μή πρός ἄλλους κανονικούς ἐπιταφίους. Ὁ Ἐπιτάφιος, ἄς ποῦμε, τοῦ Περικλῆ στό Θουκυδίδη μᾶς ὁδηγεῖ ἐκ τῶν πραγμάτων στόν ἐπιτάφιο τοῦ Λυσία γιά τούς πεσόντες στόν Κορινθιακό πόλεμο, σ' ἐκεῖνον τοῦ Δημοσθένη γιά τούς πεσόντες στή Χαιρώνεια, τοῦ Ὑπερείδη γιά τούς πεσόντες τοῦ Λαμιακοῦ πολέμου καί τέλος στό "Μενέξενο" τοῦ Πλάτωνα, πού δέ γράφηκε, βέβαια, γιά νά ἐκφωνηθεῖ, ἀλλά γιά λόγους προσωπικούς τοῦ συγγραφέα.
Σήμερα, δέν ἀμφισβητεῖ κανείς τή γνησιότητα τοῦ Πλατωνικοῦ αὐτοῦ ἔργου. Τό πρόβλημα ἔχει λυθεῖ ὁριστικά. Διΐστανται ὅμως οἱ γνῶμες σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τό χαρακτήρα του. Σέ ἀντίθεση μμέ τούς παλιούς, νεότεροι μελετητές του (Lesky, Tailor) διατύπωσαν τήν ἄποψη πώς ὁ Πλάτων ἔγραψε τόν Μενέξενο, γιά νά σατιρίσει τήν κοινοτοπία καί κενολογία τῶν ἐπιταφίων, στηλιτεύοντας ἔτσι τούς ρήτορες τῆς ἐποχῆς του πού σέρβιραν στούς ἀκροατές τους φουσκωμένα λόγια καί ἀναλήθειες καί συνέβαλλαν στήν ἡμιμάθεια καί ἀποχαύνωσή τους. Γι' αὐτούς λοιπόν ὁ Μενέξενος δέν εἶναι παρά μιά παρωδία ἐπιταφίου.
Ἄλλοι συμφωνοῦν ὡς πρός τή σατιρική διάθεση πού διέπει τό ἔργο, καταλήγουν ὅμως πώς το ἐγκώμιο εἶναι σοβαρό. Ἐναπόκειται ἄρα στήν κρίση καί τήν εὐαισθησία τοῦ ἀναγνώστη νά διαμορφώσει τήν προσωπική του ἄποψη.
Ἐκεῖνο πού φαίνεται καθαρά εἶναι τό ἀνάλαφρο καί φιλοπαῖγμον ὕφος τοῦ διαλογικοῦ μέρους στήν ἀρχή τοῦ ἔργου. Ἐκεῖ ὁ Σωκράτης εἰρωνεύεται ἀπροκάλυπτα τούς ρήτορες καί δή τούς κατασκευαστές ἐπιταφίων. Γι' αὐτό καί δηλώνει πώς ὁ λόγος πού θά ἀπαγγείλει ὁ ἴδιος εἶναι ἔργο τῆς Ἀσπασίας, ἀπό κομμάτια μάλιστα πού τῆς περίσσεψαν ἀπό τόν ἐπιτάφιο τοῦ Περικλῆ. Μ' αὐτόν τόν τρόπο ὁ Πλάτων ἀφαιρεῖ ἀπό τό λόγο τό βάρος πού ἔπρεπε νά ἔχει, ἄν ἦταν τοῦ Σωκράτη. Μοιάζει λοιπόν σάν νά λέει στούς ρήτορες, πού καμώνονταν τούς σπουδαίους, πώς δέν ἀξίζουν δά καί πολλά πράγματα, ἀφοῦ αὐτά πού περιεῖχε συνήθως ἕνας ἐπιτάφιος ἦταν τόσο γνωστά, πού ὁ καθένας μποροῦσε νά τά γράψει - κι ἡ Ἀσπασία στό πόδι, τόν ἔγραψε - καί τό ἴδιο νά ἐντυπωσιάσει.
Ἔτσι ἑξηγοῦνται, ἄλλωστε καί οἱ ἀνακρίβειες, ἀλλά καί οἱ ἀναχρονισμοί πού συναντᾶ κανείς στό "Μενέξενο". Ἐντάσσονται δηλαδή στήν πρόθεση τοῦ φιλοσόφου πού ἐπισημαίνουμε: Μοιάζει σάν νά τούς λέει πώς, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ λόγοι αὐτοί εἶναι "ἑτοιματζίδικοι" καί ἀνάλογα μέ τήν περίπτωση, προσθέτει κανείς ἤ ἀφαιρεῖ, ἑπόμενο εἶναι νά περιέχουν καί ἀνακρίβειες, - δέν μπορεῖ κανείς νά τά θυμᾶται ὅλα -, μά καί ἀναχρονισμούς, π.χ. ἡ Ἀσπασία ζεῖ καί γράφει λόγους, ὁ Σωκράτης ζεῖ καί ἐκφωνεῖ λόγους (ὡς γνωστό ὁ Σωκράτης πέθανε τό 399 π.Χ., λίγο μετά πέθανε καί ἡ Ἀσπασία, ἐνῶ ὁ λόγος ἀναφέρεται στούς νεκρούς τοῦ Κορινθιακοῦ πολέμου, 395-386 π.Χ.). Ἔτσι ἐνισχύει τή σάτιρά του πρός τούς ρήτορες, τούς δίνει δηλ. ἕναν καθρέφτη νά δοῦν τό πρόσωπό τους.
Ἡ σατιρική συνεπῶς διάθεση τοῦ Πλάτωνα δέν ἀφορᾶ τόσο στό περιεχόμενο ἑνός τέτοιου λόγου, ὅσο στούς ρήτορες, πού ἐξ ἄλλου καί σ' ἄλλα του ἔργα συναντᾶται.
Φυσικά, ἡ ἐπανάληψη τῶν ἴδιων καί τῶν ἴδιων κάθε φορά, ὁ ἐγκωμιαστικός τόνος, ἡ ὑπερβολή καί ἀπόκρυψη, ἡ παραποίηση τῶν γεγονότων γιά εὐνόητους λόγους, χαρακτηριστικά παρόμοιων λόγων καί τότε καί σήμερα, - ἀλλιῶς τί ἐγκώμια θά ἦταν -, σίγουρα, ἐνοχλοῦσαν τό μεγάλο στοχαστή, ὅπως ἐνοχλοῦν καί σήμερα ἀνάλογα πράγματα τό γνήσιο πνευματικό ἄνθρωπο. Ὅμως ἡ ἱστορία τῆς Ἀθήνας δέν ἦταν τυχαία ὑπόθεση. Γι' αὐτό, μ' ὅλες τίς ὑπερβολές καί τίς παραποιήσεις, τά ἀληθινά γεγονότα πού συνιστοῦν τήν ἱστορία τῆς πόλης, ἀποτελοῦν ἀπό μόνα τους ἐγκώμιο καί ἐπιβάλλονται. Αὐτά, καθώς καί οἱ βασικές ἰδέες πού διατρέχουν τό κείμενο, πάνω στίς ὁποῖες στήριξε ἡ Ἀθήνα τό πολιτισμικό της οἰκοδόμημα καί πού ἀναδύονται κάθε τόσο, ἰδίως στό παραινετικό καί παραμυθητικό μέρος, καθιστοῦν ἐν τέλει τό λόγο σοβαρό, συγκινοῦν καί μᾶς ἀμείβουν. Γι' αὐτό, στό τελευταῖο διαλογικό μέρος, οἱ συζητητές δέν ἔχουν πιά διάθεση γιά εἰρωνεῖες. Φαίνονται σοβαροί καί ὁμολογοῦν κι οἱ δυό πώς ὁ δημιουργός τοῦ λόγου εἶναι μακάριος.
Στό "Μενέξενο" λοιπόν ὁ Πλάτων, ναί μέν σατιρίζει τούς ρήτορες καί τήν προχειρότητα πού τούς διακρίνει μέ τόν τρόπο πού παραπάνω ἀναπτύξαμε, ἀλλά, ἴσως καί δίχως νά ἦταν στήνν πρόθεσή του, ἡ ἴδια ἡ σοβαρότητα τῶν πραγμάτων, γιά τά ὁποῖα κάνει ἀναγκαστικά λόγο, τοῦ ἐπιβάλλεται, τόν συνεπαίρνει καί καταλήγει σ' ἕνα ἀκόμη ἐγκώμιο γιά τήν Ἀθήνα.
[Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 5, Μάϊος 1996]
Σήμερα, δέν ἀμφισβητεῖ κανείς τή γνησιότητα τοῦ Πλατωνικοῦ αὐτοῦ ἔργου. Τό πρόβλημα ἔχει λυθεῖ ὁριστικά. Διΐστανται ὅμως οἱ γνῶμες σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τό χαρακτήρα του. Σέ ἀντίθεση μμέ τούς παλιούς, νεότεροι μελετητές του (Lesky, Tailor) διατύπωσαν τήν ἄποψη πώς ὁ Πλάτων ἔγραψε τόν Μενέξενο, γιά νά σατιρίσει τήν κοινοτοπία καί κενολογία τῶν ἐπιταφίων, στηλιτεύοντας ἔτσι τούς ρήτορες τῆς ἐποχῆς του πού σέρβιραν στούς ἀκροατές τους φουσκωμένα λόγια καί ἀναλήθειες καί συνέβαλλαν στήν ἡμιμάθεια καί ἀποχαύνωσή τους. Γι' αὐτούς λοιπόν ὁ Μενέξενος δέν εἶναι παρά μιά παρωδία ἐπιταφίου.
Ἄλλοι συμφωνοῦν ὡς πρός τή σατιρική διάθεση πού διέπει τό ἔργο, καταλήγουν ὅμως πώς το ἐγκώμιο εἶναι σοβαρό. Ἐναπόκειται ἄρα στήν κρίση καί τήν εὐαισθησία τοῦ ἀναγνώστη νά διαμορφώσει τήν προσωπική του ἄποψη.
Ἐκεῖνο πού φαίνεται καθαρά εἶναι τό ἀνάλαφρο καί φιλοπαῖγμον ὕφος τοῦ διαλογικοῦ μέρους στήν ἀρχή τοῦ ἔργου. Ἐκεῖ ὁ Σωκράτης εἰρωνεύεται ἀπροκάλυπτα τούς ρήτορες καί δή τούς κατασκευαστές ἐπιταφίων. Γι' αὐτό καί δηλώνει πώς ὁ λόγος πού θά ἀπαγγείλει ὁ ἴδιος εἶναι ἔργο τῆς Ἀσπασίας, ἀπό κομμάτια μάλιστα πού τῆς περίσσεψαν ἀπό τόν ἐπιτάφιο τοῦ Περικλῆ. Μ' αὐτόν τόν τρόπο ὁ Πλάτων ἀφαιρεῖ ἀπό τό λόγο τό βάρος πού ἔπρεπε νά ἔχει, ἄν ἦταν τοῦ Σωκράτη. Μοιάζει λοιπόν σάν νά λέει στούς ρήτορες, πού καμώνονταν τούς σπουδαίους, πώς δέν ἀξίζουν δά καί πολλά πράγματα, ἀφοῦ αὐτά πού περιεῖχε συνήθως ἕνας ἐπιτάφιος ἦταν τόσο γνωστά, πού ὁ καθένας μποροῦσε νά τά γράψει - κι ἡ Ἀσπασία στό πόδι, τόν ἔγραψε - καί τό ἴδιο νά ἐντυπωσιάσει.
Ἔτσι ἑξηγοῦνται, ἄλλωστε καί οἱ ἀνακρίβειες, ἀλλά καί οἱ ἀναχρονισμοί πού συναντᾶ κανείς στό "Μενέξενο". Ἐντάσσονται δηλαδή στήν πρόθεση τοῦ φιλοσόφου πού ἐπισημαίνουμε: Μοιάζει σάν νά τούς λέει πώς, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ λόγοι αὐτοί εἶναι "ἑτοιματζίδικοι" καί ἀνάλογα μέ τήν περίπτωση, προσθέτει κανείς ἤ ἀφαιρεῖ, ἑπόμενο εἶναι νά περιέχουν καί ἀνακρίβειες, - δέν μπορεῖ κανείς νά τά θυμᾶται ὅλα -, μά καί ἀναχρονισμούς, π.χ. ἡ Ἀσπασία ζεῖ καί γράφει λόγους, ὁ Σωκράτης ζεῖ καί ἐκφωνεῖ λόγους (ὡς γνωστό ὁ Σωκράτης πέθανε τό 399 π.Χ., λίγο μετά πέθανε καί ἡ Ἀσπασία, ἐνῶ ὁ λόγος ἀναφέρεται στούς νεκρούς τοῦ Κορινθιακοῦ πολέμου, 395-386 π.Χ.). Ἔτσι ἐνισχύει τή σάτιρά του πρός τούς ρήτορες, τούς δίνει δηλ. ἕναν καθρέφτη νά δοῦν τό πρόσωπό τους.
Ἡ σατιρική συνεπῶς διάθεση τοῦ Πλάτωνα δέν ἀφορᾶ τόσο στό περιεχόμενο ἑνός τέτοιου λόγου, ὅσο στούς ρήτορες, πού ἐξ ἄλλου καί σ' ἄλλα του ἔργα συναντᾶται.
Φυσικά, ἡ ἐπανάληψη τῶν ἴδιων καί τῶν ἴδιων κάθε φορά, ὁ ἐγκωμιαστικός τόνος, ἡ ὑπερβολή καί ἀπόκρυψη, ἡ παραποίηση τῶν γεγονότων γιά εὐνόητους λόγους, χαρακτηριστικά παρόμοιων λόγων καί τότε καί σήμερα, - ἀλλιῶς τί ἐγκώμια θά ἦταν -, σίγουρα, ἐνοχλοῦσαν τό μεγάλο στοχαστή, ὅπως ἐνοχλοῦν καί σήμερα ἀνάλογα πράγματα τό γνήσιο πνευματικό ἄνθρωπο. Ὅμως ἡ ἱστορία τῆς Ἀθήνας δέν ἦταν τυχαία ὑπόθεση. Γι' αὐτό, μ' ὅλες τίς ὑπερβολές καί τίς παραποιήσεις, τά ἀληθινά γεγονότα πού συνιστοῦν τήν ἱστορία τῆς πόλης, ἀποτελοῦν ἀπό μόνα τους ἐγκώμιο καί ἐπιβάλλονται. Αὐτά, καθώς καί οἱ βασικές ἰδέες πού διατρέχουν τό κείμενο, πάνω στίς ὁποῖες στήριξε ἡ Ἀθήνα τό πολιτισμικό της οἰκοδόμημα καί πού ἀναδύονται κάθε τόσο, ἰδίως στό παραινετικό καί παραμυθητικό μέρος, καθιστοῦν ἐν τέλει τό λόγο σοβαρό, συγκινοῦν καί μᾶς ἀμείβουν. Γι' αὐτό, στό τελευταῖο διαλογικό μέρος, οἱ συζητητές δέν ἔχουν πιά διάθεση γιά εἰρωνεῖες. Φαίνονται σοβαροί καί ὁμολογοῦν κι οἱ δυό πώς ὁ δημιουργός τοῦ λόγου εἶναι μακάριος.
Στό "Μενέξενο" λοιπόν ὁ Πλάτων, ναί μέν σατιρίζει τούς ρήτορες καί τήν προχειρότητα πού τούς διακρίνει μέ τόν τρόπο πού παραπάνω ἀναπτύξαμε, ἀλλά, ἴσως καί δίχως νά ἦταν στήνν πρόθεσή του, ἡ ἴδια ἡ σοβαρότητα τῶν πραγμάτων, γιά τά ὁποῖα κάνει ἀναγκαστικά λόγο, τοῦ ἐπιβάλλεται, τόν συνεπαίρνει καί καταλήγει σ' ἕνα ἀκόμη ἐγκώμιο γιά τήν Ἀθήνα.
[Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 5, Μάϊος 1996]
Ἡ Φιλοσοφία - Οὐρανός ἐλεύθερίας
Οἱ Ἕλληνες ἀνήγαγαν τή φιλία σέ θεσμό κι ὁ Ἀριστοτέλης μάλιστα τῆς παραχώρησε θέση λαμπρή στό φιλοσοφικό του σύμπαν. Τό περιοδικό μας, κοντινό πάντα κι ἀνοιχτόν στόν ἀπανταχού ἄνθρωπο, ὑποδέχεται μέ χαρά στίς σελίδες του τόν Πέρση ποιητή καί συγγραφέα Φερεϋντούν Φαριάντ καί τόν χαιρετίζει, καθώς πρόσφατα ἀπόκτησε καί τήν ἑλληνική ὑπηκοότητα.
Ὁ Φερεϋντούν Φαριάντ ζεῖ στήν Ἑλλάδα καί δηλώνει Πέρσης Ἕλλην. Μιλάει θαυμάσια τά Ἑλληνικά καί μαθαίνει μέ ἔμμονο πεῖσμα καί Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Βιβλία του ἔχει μεταφράσει ὁ Γιάννης Ρίτσος, πού ὑπῆρξε καί προσωπικός του φίλος. Τά ποιήματα τῆς συλλογῆς του "Οὐρανός χωρίς διαβατήριο", ἐκδ. Κέδρος, ἔχουν γραφεῖ ἀπ' εὐθείας στά ἑλληνικά καί ἀποτελοῦν εὐφρόσυνη κατάθεση ἑνός Πέρση ποιητῆ στήν Ἑλληνική Λογοτεχνία. Ἡ "Φιλοσοφία καί Παιδεία", ἕνας ἐπίσης οὐρανός χωρίς διαβατήριο, προσφέρει στούς ἀναγνῶστες της μερικά ἀπ' αὐτά.
Ἄν ποίηση εἶναι αὐτό πού λείπει, οἱ παραπάνω στίχοι τό ὑπογραμμίζουν. Διαβάζεις καί βρίσκεσαι κι ὅλας κάτω ἀπό ἕνα βαθύσκιωτο πλατάνι, χάνεσαι στήν ἅπλα τοῦ ποιήματος. Γιατί τό ποίημα κτίζεται, συχνά, εὐρύχωρο καί εὐήλιο, μέ ἐλάχιστα ὑλικά, φτάνει ὁ μάστορας νά 'χει μεράκι, δήλ. ψυχή. "Φιλοκαλοῦμεν μέτ' εὐτελείας".
Αὐτή εἶναι ἡ αἴσθησή μου ἀπό τά ὀλιγόστιχα ποιήματα τῆς συλλογῆς "Οὐρανός χωρίς διαβατήριο" τοῦ Φ.Φ. Καί τά ὀνομάζω ποιήματα, γιατί σχεδόν ὅλα περιέχουν τό ξάφνιασμα, πού δέν εἶναι μόνο γλωσσικό παιχνίδι ἀλλά συνάμα καί ἀποκάλυψη, ἀπόκλιση δηλ. ἀπό τήν κοινή ἀνθρώπινη πείρα.
Θά μποροῦσα νά συνεχίσω ἔτσι, ἀλλά οἱ ὁρίζουσες στήν ποίηση τοῦ Φ.Φ. εἶναι πολλές: Ἡ μοναξιά, ὁ πόνος γιά τά δεινά τῆς πατρίδας, ἡ ἀγάπη γιά τούς δικούς, ἡ νοσταλγία γιά ὅ,τι χάθηκε, ὁ ἔρωτας, ἡ ὀμορφιά, ἡ ἀγωνία τῆς ὕπαρξης ἀλλά καί ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπέρβασης:
Ἄλλα ποιήματα ἀποτελοῦν στιγμές τοῦ ποιητῆ, πιασμένες γιά πάντα στά δίχτια τῶν λέξεων, τίς ψαύουμε, μᾶς μεταδίδουν τό ἴδιο αἴσθημα πού τίς γέννησε: ψυχική εὐφορία, ἀπόγνωση κάποτε, ἀφόρητο πόνο πού τόν ἁπαλύνει ἡ λυτρωτική χρήση τῆς γλώσσας.
Οὐρανός, γῆ, δέντρο, ἥλιος, πουλί, ποίημα, πανσέληνος: Λέξεις πού ἐπανέρχονται, ὑλικό παμπάλαιο, οὐσιαστικά πού ὑπηρετοῦν μιά ποίηση οὐσιαστική ἐκ τῶν πραγμάτων, δηλ. εἰλικρινή. Καί ἡ εἰλικρίνεια, καί μόνη αὐτή, ἔχει τή δύναμη νά ξανακαινουργιώνει τίς λέξεις, νά τίς καθιστᾶ εὐέλικτες καί δραστικές. Τίποτα περιττό, οἰκονομία ἀφοπλιστική, τό καίριο βίωμα -στήν καίρια γλώσσα, στήν ποίηση τῶν ἡμερῶν μας πού, συχνά, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν ἔρχεται ἀπό τήν καρδιά, ἐπικρατεῖ ἡ κενολογία ἤ ἡ ἐκζήτηση. Ἡ ποίηση τοῦ Φ.Φ. ξεχωρίζει, δείχνοντας τό δρόμο τῆς σωστῆς δημιουργίας.
[Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 17-18, Ἰανουάριος 2000]
Ὁ Φερεϋντούν Φαριάντ ζεῖ στήν Ἑλλάδα καί δηλώνει Πέρσης Ἕλλην. Μιλάει θαυμάσια τά Ἑλληνικά καί μαθαίνει μέ ἔμμονο πεῖσμα καί Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Βιβλία του ἔχει μεταφράσει ὁ Γιάννης Ρίτσος, πού ὑπῆρξε καί προσωπικός του φίλος. Τά ποιήματα τῆς συλλογῆς του "Οὐρανός χωρίς διαβατήριο", ἐκδ. Κέδρος, ἔχουν γραφεῖ ἀπ' εὐθείας στά ἑλληνικά καί ἀποτελοῦν εὐφρόσυνη κατάθεση ἑνός Πέρση ποιητῆ στήν Ἑλληνική Λογοτεχνία. Ἡ "Φιλοσοφία καί Παιδεία", ἕνας ἐπίσης οὐρανός χωρίς διαβατήριο, προσφέρει στούς ἀναγνῶστες της μερικά ἀπ' αὐτά.
Οὐρανός χωρίς διαβατήριο
Φύτεψα λέξεις στό χαρτί
Φύτρωσε ἕνα δέντρο μέ πλατιά φύλλα
Φύτεψα λέξεις στό χαρτί
Φύτρωσε ἕνα δέντρο μέ πλατιά φύλλα
Ἄν ποίηση εἶναι αὐτό πού λείπει, οἱ παραπάνω στίχοι τό ὑπογραμμίζουν. Διαβάζεις καί βρίσκεσαι κι ὅλας κάτω ἀπό ἕνα βαθύσκιωτο πλατάνι, χάνεσαι στήν ἅπλα τοῦ ποιήματος. Γιατί τό ποίημα κτίζεται, συχνά, εὐρύχωρο καί εὐήλιο, μέ ἐλάχιστα ὑλικά, φτάνει ὁ μάστορας νά 'χει μεράκι, δήλ. ψυχή. "Φιλοκαλοῦμεν μέτ' εὐτελείας".
Αὐτή εἶναι ἡ αἴσθησή μου ἀπό τά ὀλιγόστιχα ποιήματα τῆς συλλογῆς "Οὐρανός χωρίς διαβατήριο" τοῦ Φ.Φ. Καί τά ὀνομάζω ποιήματα, γιατί σχεδόν ὅλα περιέχουν τό ξάφνιασμα, πού δέν εἶναι μόνο γλωσσικό παιχνίδι ἀλλά συνάμα καί ἀποκάλυψη, ἀπόκλιση δηλ. ἀπό τήν κοινή ἀνθρώπινη πείρα.
Ἡ μοναξιά μ' ἔφερε κοντά στά πουλιά
Μ' ἔμαθε νά πετάω.
Ἡ μεταφορά λειτουργεῖ θαυμάσια: Ἡ μοναξιά -δυσάρεστο συναίσθημα ἐν πολλοῖς- γινεται ἐδῶ "μάθημα πτήσης.Μ' ἔμαθε νά πετάω.
Καλύπτω τίς τρύπες
μέ φεγγάρι, μέ ποιήματα
ἤ μέ τά φιλιά σου.
Πάντα ὑπάρχουν τρόποι νά καλύπτεις τό κενό. Ἀρκεῖ νά εἶσαι ἀνοιχτός στόν κόσμο τῆς φύσης καί τῶν αἰσθήσεων.μέ φεγγάρι, μέ ποιήματα
ἤ μέ τά φιλιά σου.
Στόν μαυροπίνακα τῆς νύχτας
μ' ἕνα κομμάτι κιμωλία γράψε:
φῶς, φῶς, φῶς.
Ποιητής εἶσαι.
Ἡ δυνατότητα τοῦ ποιητῆ "νά γράψει στό νερό".μ' ἕνα κομμάτι κιμωλία γράψε:
φῶς, φῶς, φῶς.
Ποιητής εἶσαι.
Θά μποροῦσα νά συνεχίσω ἔτσι, ἀλλά οἱ ὁρίζουσες στήν ποίηση τοῦ Φ.Φ. εἶναι πολλές: Ἡ μοναξιά, ὁ πόνος γιά τά δεινά τῆς πατρίδας, ἡ ἀγάπη γιά τούς δικούς, ἡ νοσταλγία γιά ὅ,τι χάθηκε, ὁ ἔρωτας, ἡ ὀμορφιά, ἡ ἀγωνία τῆς ὕπαρξης ἀλλά καί ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπέρβασης:
Ἔρημα σπίτια
Ἔρημοι δρόμοι
πολλά πηγάδια.
Ἐγώ
ἔπεσα στόν οὐρανό.
Πάλι ἐδῶ ἡ σωτηρία διά τῆς ποήσεως.Ἔρημοι δρόμοι
πολλά πηγάδια.
Ἐγώ
ἔπεσα στόν οὐρανό.
Μιά μαύρη γάτα πέρασε
Σκοτεινός οὐρανός τῆς Περσίας
Ἄϊ σκοτωμένα καναρίνια μου.
Ἕνα ἐξωτερικό ἐρέθισμα, γιά ν' ἀρχίσει ὁ θρῆνος
Μά ἐγώ εἶμαι ξένος
Μιλάω στά δέντρα περσικά
Τά δέντρα μοῦ ἀποκρίνονται.
Μέσα σ' αὐτή τή συγγένεια
δέν εἶμαι ξένος.
Αἴσθηση βελούδου, μιά ἤρεμη μελαγχολία, σύμβολα ἀπό τή φύση-γεμίζουν τό ἄδειο, χρωματίζουν τό ἄχρωμο.Σκοτεινός οὐρανός τῆς Περσίας
Ἄϊ σκοτωμένα καναρίνια μου.
Ἕνα ἐξωτερικό ἐρέθισμα, γιά ν' ἀρχίσει ὁ θρῆνος
Μά ἐγώ εἶμαι ξένος
Μιλάω στά δέντρα περσικά
Τά δέντρα μοῦ ἀποκρίνονται.
Μέσα σ' αὐτή τή συγγένεια
δέν εἶμαι ξένος.
Ἄλλα ποιήματα ἀποτελοῦν στιγμές τοῦ ποιητῆ, πιασμένες γιά πάντα στά δίχτια τῶν λέξεων, τίς ψαύουμε, μᾶς μεταδίδουν τό ἴδιο αἴσθημα πού τίς γέννησε: ψυχική εὐφορία, ἀπόγνωση κάποτε, ἀφόρητο πόνο πού τόν ἁπαλύνει ἡ λυτρωτική χρήση τῆς γλώσσας.
Ξένος τοῦ γαλάζιου
Ξένος τῶν νερῶν
Στή γῆ πεσμένα
πέντε μῆλα,
Ποῦ νά πάω;
Ξεφυλλίζοντας, ἡ μιά ἔκπληξη διαδέχεται τήν ἄλλη. Στήνεται ἕνας κόσμος ὀμορφιᾶς, ρίχνοντας σκάλες ἐπικοινωνίας πάνω ἀπό τήν ἀπουσία, ἀναδύεται μιά πατρίδα γιά ὅλους, μιά ποίηση οὐρανός. Σύννεφα ταξιδεύουν ἄσπρα, τά ποιήματα τοῦ Φαριάντ.Ξένος τῶν νερῶν
Στή γῆ πεσμένα
πέντε μῆλα,
Ποῦ νά πάω;
Οὐρανός, γῆ, δέντρο, ἥλιος, πουλί, ποίημα, πανσέληνος: Λέξεις πού ἐπανέρχονται, ὑλικό παμπάλαιο, οὐσιαστικά πού ὑπηρετοῦν μιά ποίηση οὐσιαστική ἐκ τῶν πραγμάτων, δηλ. εἰλικρινή. Καί ἡ εἰλικρίνεια, καί μόνη αὐτή, ἔχει τή δύναμη νά ξανακαινουργιώνει τίς λέξεις, νά τίς καθιστᾶ εὐέλικτες καί δραστικές. Τίποτα περιττό, οἰκονομία ἀφοπλιστική, τό καίριο βίωμα -στήν καίρια γλώσσα, στήν ποίηση τῶν ἡμερῶν μας πού, συχνά, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν ἔρχεται ἀπό τήν καρδιά, ἐπικρατεῖ ἡ κενολογία ἤ ἡ ἐκζήτηση. Ἡ ποίηση τοῦ Φ.Φ. ξεχωρίζει, δείχνοντας τό δρόμο τῆς σωστῆς δημιουργίας.
Οὔτε φεγγάρι οὔτε ἄστρο, οὔτε τριζόνι.
Κλείσιμο δίχως τοίχους.
Μέ τήν αἰχμή τοῦ μολυβιοῦ μου
ἀνοίγω μιά τρύπα στή νύχτα.
Ἐκτινάζεται φῶς.
Ἄψογοι στίχοι, δραστικοί, κυριολεκτικά "ἐκτινάσσουν τό ποίημα".Κλείσιμο δίχως τοίχους.
Μέ τήν αἰχμή τοῦ μολυβιοῦ μου
ἀνοίγω μιά τρύπα στή νύχτα.
Ἐκτινάζεται φῶς.
Τό πουλί στόν οὐρανό εἶναι γαλάζιο,
στό δέντρο πράσινο,
στό νοῦ σου κόκκινο.
Στό κλουβί;
Στό κλουβί δέν ἔχει χρῶμα.
*
Πατρίδα μου εἶναι
ἕνας οὐρανός χωρίς διαβατήριο,
χωρίς πύλη.
Μπαίνω ἀπ' τόν ἀέρα.
Τέτοια διαμάντια, γραμμένα στή γλώσσα μας, ἀπό ἕναν Πέρση ποιητή. Κατά τό "μουσικές ἀσκήσεις". Τά προτείνω γιά "ποιητικές ἀσκήσεις"στό δέντρο πράσινο,
στό νοῦ σου κόκκινο.
Στό κλουβί;
Στό κλουβί δέν ἔχει χρῶμα.
*
Πατρίδα μου εἶναι
ἕνας οὐρανός χωρίς διαβατήριο,
χωρίς πύλη.
Μπαίνω ἀπ' τόν ἀέρα.
[Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 17-18, Ἰανουάριος 2000]
Ἀντήχηση τοῦ Σωκράτη στή Σεφερική ποίηση
Στό ποιητικό σῶμα τοῦ Σεφέρη ἀντηχεῖ συχνά ἡ ἀρχαία ἑλληνική σκέψη καί τέχνη: Ὅμηρος, Προσωκρατικοί, Τραγικοί, Φιλόσοφοι. Ὁ Σωκράτης ἐμφαίνεται καθρά στό "Μυθιστόρημα" (Ἀργοναύτες), στό ποίημα: "Πάνω σ' ἕναν ξένο στίχο", καί στήν ποιητική σύνθεση "Κίχλη" (Τό ναυάγιο τῆς Κίχλης).
Καί στίς τρεῖς αὐτές περιπτώσεις ὁ προσεκτικός ἀναγνώστης δύναται ν' ἀνιχνεύσει τόν ψυχισμό τοῦ ποιητῆ διακατεχόμενο ἀπό τόν λόγο περί ἀρετῆς καί δικαίου τοῦ Ἕλληνα Φιλοσόφου, σέ ἀντιπαραβολή πάντα πρός τά συμβαίνοντα στόν ἰδιωτικό καί δημόσιο βίο, διαχρονικά.
Οἱ "Ἀργοναύτες", θύματα μαζί καί θύτες ἀνά τούς αἰῶνες, "κοιμοῦνται στ' ἀκρογιάλι"
Ἡ Σωκρατική ἀναζήτηση δικαίου-ἀρετῆς πυροδοτεῖ τόν Γιῶργο Σεφέρη καί στό ποίημα "Πάνω σ' ἕνα ξένο στίχο". Ἐδῶ ἡ "ἀντίδικη μοίρα τῆς Ἀρετῆς κατεβαίνει τά μαρμαρένια σκαλοπάτια". Εἶναι ἡ Ἀρετή τοῦ Ἐρωτόκριτου, εἶναι ἡ ἀρετή τῶν Ἑλλήνων Φιλοσόφων, εἶναι, ἐν τέλει, ἡ προσωποποίηση τῆς ἀρετῆς, ὁ Σωκράτης, μέ τή δική του ἀντίδικη μοίρα. Ἐπειδή λοιπόν, οἱ Ἀργοναύτες ἐφησυχάζουν, ἡ μοίρα τῆς ἀρετῆς εἶναι ἀντίδικη. Πάλι τό θέμα τοῦ δικαίου, ὡς προσωπικῆς εὐθύνης τοῦ καθενός μας.
Τέλος, στό συνθετικό ποίημα "Κίχλη" μέ τήν ἐνδεικτική χρονολογία 31 Ὀχτώβρη 1946, ὁ Σεφέρης, στούς τρισκότεινους ἐκείνους καιρούς, ἀκούει καθαρά τά λόγια τοῦ Σωκράτη, αὐτούσια σχεδόν ἀπό τήν Πλατωνική ἀπολογία
"Κι ἄν μέ δικάσετε νά πιῶ φαρμάκι, εὐχαριστῶ. Τό δίκιο σας θά 'ναι τό δίκιο μου. Ποῦ νά πηγαίνω γυρίζοντας σέ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλό λιθάρι. Τόν θάνατο τόν προτιμῶ. Ποιός πάει γιά τό καλύτερο ὁ Θεός τό ξέρει".
Ὡστόσο, κατά τόν Σεφέρη πάντα, ὁ Σωκράτης δέν ὁδηγεῖται μοιραῖα στόν θάνατό του, τόν ἐπιλέγει ἔναντι μιᾶς ἀναξιοπρεποῦς ζωῆς. Ἐξ ἄλλου, γιά τόν Φιλόσοφο, τί εἶναι ζωή, τί εἶναι θάνατος; Γιατί τό τελευταῖο εἶναι ὑποχρεωτικά τό χειρότερο;
Ὁ τρόπος πού ὁ ποιητής εἰσπράττει τόν Σωκράτη τῆς Ἀπολογίας εἶναι, πιστεύω, διαχρονικός: Οἱ ξεχωριστοί ἄνθρωποι, ἔτσι ὅπως στέκουν πάνω ἀπό σχήματα, σκοπιμότητες κάι μικροπολιτικές, προσηλωμένοι στή δική τους ὑψηλή αἴσθηση τοῦ κόσμου, ἀφήνονται στή διάθεση τοῦ πλήθους συνειδητά, γιατί δέν ἔχουν ἄλλη ἐπιλογή. Ἔτσι, ὁ ἄδικος θάνατός τους, ὡς σημεῖον ἀντιλεγόμενον, γίνεται αἴνιγμα τῆς ἱστορίας, τροφοδοτώντας συζητήσεις καί γόνιμους προβληματισμούς. Ὁ Σωκράτης, μέ τό τέλος του, θέτει τό ἑκάστοτε σήμερα ὑπόλογο ἀπέναντι στήν ὑψίστη τῶν ἀρετῶν, τή δικαιοσύνη. Σ' ἕνα συμβολικό ἐπίπεδο, θάλεγα, ὁ Σωκράτης στήν ποίηση τοῦ Σεφέρη εἶναι τό σπαθί πού ἐπικρέμαται πάνω ἀπό κάθε ἀνθρώπινη δραστηριότητα καί τήν ἐπικυρώνει ἤ τήν ἀκυρώνει.
Καί στίς τρεῖς αὐτές περιπτώσεις ὁ προσεκτικός ἀναγνώστης δύναται ν' ἀνιχνεύσει τόν ψυχισμό τοῦ ποιητῆ διακατεχόμενο ἀπό τόν λόγο περί ἀρετῆς καί δικαίου τοῦ Ἕλληνα Φιλοσόφου, σέ ἀντιπαραβολή πάντα πρός τά συμβαίνοντα στόν ἰδιωτικό καί δημόσιο βίο, διαχρονικά.
Οἱ "Ἀργοναύτες", θύματα μαζί καί θύτες ἀνά τούς αἰῶνες, "κοιμοῦνται στ' ἀκρογιάλι"
Κανείς δέν τούς θυμᾶται. Δικαιοσύνη
ὡστόσο, "ἤτανε καλά παιδιά οἱ σύντροφοι"
"Κάποτε τραγούδησαν μέ χαμηλωμένα μάτια"
Εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν, ἔλεγαν
εἰς ψυχήν βλεπτέον, ἔλεγαν
καί τά κουπιά χτυποῦσαν τό χρυσάφι τοῦ πελάγου
μέσα στό ἡλιόγερμα"
Οἱ ἐναρκτήριοι στίχοι τοῦ ποιήματος - αὐτούσιο ἀπόσπασμα ἀπό τόν Πλατωνικό "Ἀλκιβιάδη"- παραπέμπουν στά λόγια πού ἀπευθύνει ὁ Φιλόσοφος στόν φιλόδοξο νεανία, ὅταν ἐκεῖνος ἐκφράζει τήν ἐπιθυμία του, νά γίνει πολιτικός:ὡστόσο, "ἤτανε καλά παιδιά οἱ σύντροφοι"
"Κάποτε τραγούδησαν μέ χαμηλωμένα μάτια"
Εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν, ἔλεγαν
εἰς ψυχήν βλεπτέον, ἔλεγαν
καί τά κουπιά χτυποῦσαν τό χρυσάφι τοῦ πελάγου
μέσα στό ἡλιόγερμα"
"Καί ψυχή
εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν
εἰς ψυχήν
αὐτῆ βλεπτέον" τοῦ ἐπισημαίνει.
Ἔχει προηγηθεῖ ὁ λόγος γιά τήν ὀρθοφροσύνη καί τήν ἐν γένει ἀρετή, κι ἔρχεται ἐδῶ νά τοῦ ἀναλύσει τό "γνῶναι σ' αὐτόν", πού ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά τήν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς. Ὅποιος θέλει νά γνωρίσει τόν ἑαυτό του πρέπει νά κοιτάζει κατάματα τόν ἄλλον, καί τότε θά δεῖ πώς ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός του. "Τόν ξένο καί τόν ἐχθρό τόν εἴδαμε στόν καθρέφτη", παραφράζει ὁ Σεφέρης. Μ' αὐτή τή γνώση ἀναδείχνεται ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος, ὁ δίκαιος πολιτικός πού δέν ἐπιδιώκει ἁπλῶς τό ὠφέλιμον, ἀλλά τό δίκαιον, τό ὁποῖο ἐμπεριέχει τό ὠφέλιμον. Οἱ σύντροφοι ὅμως στό ποίημα τοῦ Σεφέρη "εἶχαν χαμηλωμένα τά μάτια", δέν ἦταν ἄγρυπνο τό βλέμμα τους, τούς ἔλειπε ἡ συναίσθηση τῆς προσωπικῆς εὐθύνης. Δικαιολογημένα λοιπόν "δέν τούς θυμᾶται κανείς". Ἀκροτελεύτια λέξη στό ποίημα:Δικαιοσύνη.εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν
εἰς ψυχήν
αὐτῆ βλεπτέον" τοῦ ἐπισημαίνει.
Ἡ Σωκρατική ἀναζήτηση δικαίου-ἀρετῆς πυροδοτεῖ τόν Γιῶργο Σεφέρη καί στό ποίημα "Πάνω σ' ἕνα ξένο στίχο". Ἐδῶ ἡ "ἀντίδικη μοίρα τῆς Ἀρετῆς κατεβαίνει τά μαρμαρένια σκαλοπάτια". Εἶναι ἡ Ἀρετή τοῦ Ἐρωτόκριτου, εἶναι ἡ ἀρετή τῶν Ἑλλήνων Φιλοσόφων, εἶναι, ἐν τέλει, ἡ προσωποποίηση τῆς ἀρετῆς, ὁ Σωκράτης, μέ τή δική του ἀντίδικη μοίρα. Ἐπειδή λοιπόν, οἱ Ἀργοναύτες ἐφησυχάζουν, ἡ μοίρα τῆς ἀρετῆς εἶναι ἀντίδικη. Πάλι τό θέμα τοῦ δικαίου, ὡς προσωπικῆς εὐθύνης τοῦ καθενός μας.
Τέλος, στό συνθετικό ποίημα "Κίχλη" μέ τήν ἐνδεικτική χρονολογία 31 Ὀχτώβρη 1946, ὁ Σεφέρης, στούς τρισκότεινους ἐκείνους καιρούς, ἀκούει καθαρά τά λόγια τοῦ Σωκράτη, αὐτούσια σχεδόν ἀπό τήν Πλατωνική ἀπολογία
"Κι ἄν μέ δικάσετε νά πιῶ φαρμάκι, εὐχαριστῶ. Τό δίκιο σας θά 'ναι τό δίκιο μου. Ποῦ νά πηγαίνω γυρίζοντας σέ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλό λιθάρι. Τόν θάνατο τόν προτιμῶ. Ποιός πάει γιά τό καλύτερο ὁ Θεός τό ξέρει".
"Χῶρες τοῦ ἥλιου καί δέν μπορεῖτε ν' ἀντικρίσετε τόν ἥλιο
χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καί δέν μπορεῖτε ν' ἀντικρίσετε τόν ἄνθρωπο".
Πάλι τό δίκαιον ἐδῶ. Γιατί καταδικάστηκε ὁ Σωκράτης; Ὁ Σεφέρης ἔχει δώσει ἤδη τήν ἀπάντηση: Ἡ μοίρα τῆς ἀρετῆς εἶναι ἀντίδικη. Γιατί ὁ Σωκράτης ἀποδέχτηκε τήν καταδίκη του; Ὁ ποιητής ἀπαντᾶ μέ τό τέλος τῆς "Ἀπολογίας. Ὁ Φιλόσοφος εἶδε τό μάταιον τοῦ ἀγώνα του γιά τήν ἀρετή. Ἀποδέχεται λοιπόν τήν καταδίκη του ἀπό ἀπελπισία, ἀπό ἀπόγνωση. "Τό δίκιο σας εἶναι τό δίκιο μου", ἡ ἀπόλυτη μονάδα.χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καί δέν μπορεῖτε ν' ἀντικρίσετε τόν ἄνθρωπο".
Ὡστόσο, κατά τόν Σεφέρη πάντα, ὁ Σωκράτης δέν ὁδηγεῖται μοιραῖα στόν θάνατό του, τόν ἐπιλέγει ἔναντι μιᾶς ἀναξιοπρεποῦς ζωῆς. Ἐξ ἄλλου, γιά τόν Φιλόσοφο, τί εἶναι ζωή, τί εἶναι θάνατος; Γιατί τό τελευταῖο εἶναι ὑποχρεωτικά τό χειρότερο;
Ὁ τρόπος πού ὁ ποιητής εἰσπράττει τόν Σωκράτη τῆς Ἀπολογίας εἶναι, πιστεύω, διαχρονικός: Οἱ ξεχωριστοί ἄνθρωποι, ἔτσι ὅπως στέκουν πάνω ἀπό σχήματα, σκοπιμότητες κάι μικροπολιτικές, προσηλωμένοι στή δική τους ὑψηλή αἴσθηση τοῦ κόσμου, ἀφήνονται στή διάθεση τοῦ πλήθους συνειδητά, γιατί δέν ἔχουν ἄλλη ἐπιλογή. Ἔτσι, ὁ ἄδικος θάνατός τους, ὡς σημεῖον ἀντιλεγόμενον, γίνεται αἴνιγμα τῆς ἱστορίας, τροφοδοτώντας συζητήσεις καί γόνιμους προβληματισμούς. Ὁ Σωκράτης, μέ τό τέλος του, θέτει τό ἑκάστοτε σήμερα ὑπόλογο ἀπέναντι στήν ὑψίστη τῶν ἀρετῶν, τή δικαιοσύνη. Σ' ἕνα συμβολικό ἐπίπεδο, θάλεγα, ὁ Σωκράτης στήν ποίηση τοῦ Σεφέρη εἶναι τό σπαθί πού ἐπικρέμαται πάνω ἀπό κάθε ἀνθρώπινη δραστηριότητα καί τήν ἐπικυρώνει ἤ τήν ἀκυρώνει.
Πεζογραφία τολμηρή ἀλλά καί ἐκρηκτικά τρυφερή
Ὅταν οἱ ρίζες τῆς Λογοτεχνίας, εἰσχωρώντας βαθιά, φτάνουν στό ἀπύθμενο, τότε ἡ ζωή προβάλλεται στόν οὐρανό τῆς φιλοσοφίας
"Ἡ κουνιστή πολυθρόνα", πρώτη συλλογή διηγημάτων τοῦ Μυκονιάτη ποιητῆ Παναγιώτη Κουσαθανᾶ, εἶναι βιβλίο γεγονός. Κι εἶναι πολύ εὐφρόσυνο, μέσα στήν ἐκδοτική ὑπερπαραγωγή τῶν ἡμερῶν νά συναντᾶς τό ἄξιο. Ὄχι πώς κάνουμε κακό πού γράφουμε, ἀλλά δέν πρέπει νά ὑπάρχει καί μιά πυξίδα γιά τόν ἀναγνώστη;
Εἶχα λοιπόν τήν τύχη νά διαβάσω τά διηγήματα τοῦ Παναγιώτη Κουσαθανᾶ. Ἀνεπιφύλακτα λέω πώς πρόκειται γιά μιά λογοτεχνία πού γρήγορα θά πάρει τή θέση της δίπλα σ' ἐκείνη τῶν καλύτερων πεζογράφων μας. Εὐτυχῶς πού ἔχουμε κάποιους "ἀνοξείδωτους", π.χ. ἕναν Παπαδιαμάντη, τουλάχιστον νά μή χάνουμε τό μέτρο.
Ἡ σπουδαιότερη ἀρετή τοῦ Π.Κ. εἶναι ἡ οἰκονομία. Ἔχοντας μακρά θητεία στήν ποίηση ἔχει ἀσκηθεῖ στό καίριο, τίποτα περιττό, κατ' εὐθείαν στό ψαχνό - πού λέμε. Πράγματι, χαίρεσαι αὐτόν τόν κρουστό νεοελληνικό λόγο, διανθισμένο ποῦ καί ποῦ ἀπό λέξεις μυκονιάτικης ντοπιολαλιᾶς, σμιλεμένες στό στόμα ἀνθρώπων του Αἰγαίου, ὅπως τά βότσαλα στή θάλασσα. Ἡ ἴδια αὐτή ἀρετή βοηθάει τό συγγραφέα νά ὁλοκληρώνει τή σύλληψή του εὐσύνοπτα, μέ ἀποτέλεσμα μικρά, κατά τό πλεῖστον, διηγήματα, ἀρκετά τῶν ὁποίων θεωρῶ ἀριστουργήματα (Ἡ μάνα μου, Ὁ πατέρας, Οἱ ἀδελφές, Ὁ ρακοσυλλέκτης).
Μιά ἄλλη ἀρετή τοῦ Π.Κ. εἶναι ἡ μαεστρία νά μετατρέπει τό ἰδιωτικό σέ πανανθρώπινο. Ἔτσι, ἐνῶ τά περισσότερα διηγήματά του ἔχουν χαρακτήρα βιωματικό, νιώθεις πώς πατᾶς σέ ἔδαφος οἰκεῖο, ἀναγνωρίσιμο.
Ὁ τρόπος γραφῆς, ἀνάλογα μέ τό θέμα, κινεῖται ἀπό τό ρεαλισμό ὡς τό νατουραλισμό (Ὁ πατέρας, Ἡ μάνα μου, Μέ χαμηλωμένα μάτια), χωρίς νά λείπει ὅμως καί ἡ ποίηση πού συχνά ὁδηγεῖ στό συμβολισμό (Ἡ φωτογραφία, Οἱ ἀδελφές, Ὁ ρακοσυλλέκτης). Ἕνα ποιητικό ἐπίσης ρίγος διαπερνᾶ τά διηγήματα: "Τό σπίτι τοῦ ἀγέρα καί τῆς βροχῆς"καί "Τό σκοτάδι πέφτει πάντα μέ τόν ἴδιο τρόπο", ὁριακά καί τά δυό, καθώς τόν πυρήνα τους συνιστοῦν θεμελιώδη ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὕπαρξης καί κοινωνικοῦ ὄντος.
Ὁ κόσμος τοῦ βιβλίου εἶναι ὁ γνωστός Νεοελληνικός, ὅπως διαμορφώθηκε τά πενήντα τελευταῖα χρόνια, κοιταγμένος ἀπό μιά συνείδηση ὥριμη, κατασταλαγμένη, τολμηρή, δίχως "χαμηλωμένα μάτια", ἀλλά συνάμα ἐκρηκτικά τρυφερή καί εὐαίσθητη.
Σ' ὅλα τά διηγήματα, ἀκόμη καί τά πιό ὀνειρικά καί ἄπιαστα, ὅπως π.χ. "Ἡ κουνιστή πολυθρόνα" ἤ "τό μπαλσαμωμένο πουλί", πιάνουμε ἕνα ἄχ γιά ὅ,τι χάσαμε, δίχως ἐλπίδα νά τό ξαναβροῦμε, μιά νοσταλγία ἀφόρητη πού καταντᾶ βασανιστική. Αὐτή ἡ αἴσθηση κορυφώνεται στό διήγημα "Ὁ ρακοσυλλέκτης", ὅπου ὁ ἥρωας ἀναζητᾶ στά σκουπίδια παλιά χαρτιά καί φωτογραφίες, ὥσπου τόν παίρνουν γιά ὕποπτο καί τόν τραβολογοῦν στήν ἀστυνομία, γιά νά ξεκαρδιστοῦν στά γέλια, ὅταν τά διαβάζουν. Τρομακτική μπεκετική σύλληψη τῆς μοίρας τοῦ καλλιτέχνη ἀλλά καί τῆς τέχνης γενικότερα μέσα σ' ἕνα κόσμο ἀνίκανο νά κατανοήσει, πολλῶ μᾶλλον νά ἐκτιμήσει, "τό καλό", παρελθοντικό κάι σύγχρονο.
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο πού χαράζεται ἔντονα στήν πεζογραφία τοῦ Π.Κ. εἶναι ἡ σχέση τοῦ εὐαίσθητου ἀνθρώπου μέ τά ζῶα: Στό διήγημα "Τό κυνήγι" ὁ ἥρωας, ὕστερα ἀπό μιά φρικτή ἐμπειρία πού εἶχε παιδί ἀπό δύο σκοτωμένα τρυγόνια, τήν ὥρα πού ἐρωτοτροποῦσαν, καταλήγει: "Παραληρώντας, ρωτοῦσα πότε θά σηκώσουν τά ζῶα κεφάλι νά φωνάξουν τό δίκιο τους... Οἱ καρδερίνες δέν κελαϊδοῦν στά κλουβιά, κλαῖνε. Καί οἱ δεσμῶτες τους, ἔχουν κι αὐτοί τήν καρδιά τους φυλακισμένη σέ κλουβί".
Μέ σαρκασμό, κάποτε βάναυσο, δίχως ποτέ ὅμως νά γίνεται κραυγή ἤ σύνθημα, ὑπερασπίζεται ὁ συγγραφέας τό δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι διαφορετικός, χλευάζει καί πονάει συγχρόνως γιά τήν ἔκπτωσή μας, ἰδίως τή λεγόμενη "τουριστική ἀνάπτυξη", τήν "κουνιστή πολυθρόνα" δηλαδή, πού ὅπως κι ἐκείνη τοῦ ὁμότιτλου διηγήματος, καί εἶναι - καί δέν εἶναι, ἐνῶ ἀποτελεῖ ξεγέλασμα μαζί καί ἀπειλή μας, ἀντιμετωπίζει μέ σκεπτικισμό κάποια ἔθιμα πού τά γελοιοποίησε ἡ πραγματικότητα, ἀσκώντας παράλληλα καυστική κοινωνική κριτική ( "σπασμένα πιάτα") καί χαμογελάει σαρδόνια κάποτε γιά τή ζωή πού ἐπιχειροῦμε νά τήν "ξαναστήσουμε", κι ὅταν ἀκόμα τά κότσια μᾶς ἐγκαταλείπουν ("τά σκαλοπάτια", ἕνα διήγημα κλαυσίγελως).
Ἐκεῖνο πού εἶναι ἐπίσης ἀξιοπρόσεκτο, εἶναι ἡ ἀποφθεγματική συχνά φράση πού ὑπογραμμίζει τήν οὐσία συνήθως τοῦ διηγήματος, ἀλλά καί ἐξασφαλίζει στή λογοτεχνία κύρος καί διαχρονικότητα. "Ξεσκάτωσα τή μάνα μου, πού μ' εἶχε ξεσκατώσει", "Οἱ νεκροί νιώθουν ἄνθρωποι, ὅπως κι ἐμεῖς". "Ὅλο κι ὅλο πού ζητοῦν εἶναι νά τούς πᾶμε μέχρι τόν Ἅϊ Λουκᾶ". "Πέφτει ὁλοένα πέφτει ἡ σκόνη πάνω στόν κόσμο, μά κανένας δέν τή βλέπει ἔτσι ἀθόρυβα πού κάθεται, κόκκο τόν κόκκο". "Δέν μπορεῖ ἐπιτέλους νά μένει ἀτιμώρητη ἡ ἔλλειψη μειλιχιότητας πρός τό παιδί".
Δίχως νά ἐξαντλοῦμε ὅσα ἔχουμε νά ποῦμε γιά "τήν κουνιστή πολυθρόνα" - ἴσα καί τήν προσεγγίσαμε, - τήν προτείνουμε ὡς ἕνα ἀπό τά καλύτερα βιβλία πού κυκλοφόρησαν τά τελευταῖα χρόνια στόν τόπο μας. Ὁ Π.Κ. ἔρχεται κατ' εὐθείαν ἀπό τόν Παπαδιαμάντη, ἔχοντας ὅμως ὡς δάσκαλο στήν οἰκονομία τοῦ λόγου τόν Καβάφη, στόν ὁποῖο, ἐξ ἄλλου, συχνά παραπέμπει, ἀλλά καί τή δική του ποίηση, πού εἶναι ἐξ ἴσου ἐνδιαφέρουσα.
Κοντολογίς "Ἡ κουνιστή πολυθρόνα" - θά προτιμοῦσα τόν τίτλο "Ὁ ρακοσυλλέκτης" - εἶναι μιά λογοτεχνία πού συνιστᾶ ἄποψη δίχως νά ὑπηρετεῖ καμμιά ἄποψη, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος, σ' αὐτή, κρίνεται ἀπό τήν εὐαισθησία του ἀπέναντι σέ θεμελιακές ἀξίες πού ἡ ἴδια ἡ ζωή ὁρίζει ὡς τέτοιες καί ὄχι ἡ συμβατική καί στεγνή ἀντίληψη τῆς ὀργανωμένης κοινωνίας. Ἔτσι, ἡ πεζογραφία τοῦ Π.Κ. ἀποτελεῖ κατάθεση στήν ὑπόθεση τοῦ ἀνθρώπου, ἀναδεικνύοντας τό οὐσιαστικό καί καταγγέλοντας τό ὑποκριτικό καί ψεύτικο.
[Τό κείμενο γράφηκε γιά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου καί δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 14, Ἰανουάριος 1999]
Εἶχα λοιπόν τήν τύχη νά διαβάσω τά διηγήματα τοῦ Παναγιώτη Κουσαθανᾶ. Ἀνεπιφύλακτα λέω πώς πρόκειται γιά μιά λογοτεχνία πού γρήγορα θά πάρει τή θέση της δίπλα σ' ἐκείνη τῶν καλύτερων πεζογράφων μας. Εὐτυχῶς πού ἔχουμε κάποιους "ἀνοξείδωτους", π.χ. ἕναν Παπαδιαμάντη, τουλάχιστον νά μή χάνουμε τό μέτρο.
Ἡ σπουδαιότερη ἀρετή τοῦ Π.Κ. εἶναι ἡ οἰκονομία. Ἔχοντας μακρά θητεία στήν ποίηση ἔχει ἀσκηθεῖ στό καίριο, τίποτα περιττό, κατ' εὐθείαν στό ψαχνό - πού λέμε. Πράγματι, χαίρεσαι αὐτόν τόν κρουστό νεοελληνικό λόγο, διανθισμένο ποῦ καί ποῦ ἀπό λέξεις μυκονιάτικης ντοπιολαλιᾶς, σμιλεμένες στό στόμα ἀνθρώπων του Αἰγαίου, ὅπως τά βότσαλα στή θάλασσα. Ἡ ἴδια αὐτή ἀρετή βοηθάει τό συγγραφέα νά ὁλοκληρώνει τή σύλληψή του εὐσύνοπτα, μέ ἀποτέλεσμα μικρά, κατά τό πλεῖστον, διηγήματα, ἀρκετά τῶν ὁποίων θεωρῶ ἀριστουργήματα (Ἡ μάνα μου, Ὁ πατέρας, Οἱ ἀδελφές, Ὁ ρακοσυλλέκτης).
Μιά ἄλλη ἀρετή τοῦ Π.Κ. εἶναι ἡ μαεστρία νά μετατρέπει τό ἰδιωτικό σέ πανανθρώπινο. Ἔτσι, ἐνῶ τά περισσότερα διηγήματά του ἔχουν χαρακτήρα βιωματικό, νιώθεις πώς πατᾶς σέ ἔδαφος οἰκεῖο, ἀναγνωρίσιμο.
Ὁ τρόπος γραφῆς, ἀνάλογα μέ τό θέμα, κινεῖται ἀπό τό ρεαλισμό ὡς τό νατουραλισμό (Ὁ πατέρας, Ἡ μάνα μου, Μέ χαμηλωμένα μάτια), χωρίς νά λείπει ὅμως καί ἡ ποίηση πού συχνά ὁδηγεῖ στό συμβολισμό (Ἡ φωτογραφία, Οἱ ἀδελφές, Ὁ ρακοσυλλέκτης). Ἕνα ποιητικό ἐπίσης ρίγος διαπερνᾶ τά διηγήματα: "Τό σπίτι τοῦ ἀγέρα καί τῆς βροχῆς"καί "Τό σκοτάδι πέφτει πάντα μέ τόν ἴδιο τρόπο", ὁριακά καί τά δυό, καθώς τόν πυρήνα τους συνιστοῦν θεμελιώδη ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὕπαρξης καί κοινωνικοῦ ὄντος.
Ὁ κόσμος τοῦ βιβλίου εἶναι ὁ γνωστός Νεοελληνικός, ὅπως διαμορφώθηκε τά πενήντα τελευταῖα χρόνια, κοιταγμένος ἀπό μιά συνείδηση ὥριμη, κατασταλαγμένη, τολμηρή, δίχως "χαμηλωμένα μάτια", ἀλλά συνάμα ἐκρηκτικά τρυφερή καί εὐαίσθητη.
Σ' ὅλα τά διηγήματα, ἀκόμη καί τά πιό ὀνειρικά καί ἄπιαστα, ὅπως π.χ. "Ἡ κουνιστή πολυθρόνα" ἤ "τό μπαλσαμωμένο πουλί", πιάνουμε ἕνα ἄχ γιά ὅ,τι χάσαμε, δίχως ἐλπίδα νά τό ξαναβροῦμε, μιά νοσταλγία ἀφόρητη πού καταντᾶ βασανιστική. Αὐτή ἡ αἴσθηση κορυφώνεται στό διήγημα "Ὁ ρακοσυλλέκτης", ὅπου ὁ ἥρωας ἀναζητᾶ στά σκουπίδια παλιά χαρτιά καί φωτογραφίες, ὥσπου τόν παίρνουν γιά ὕποπτο καί τόν τραβολογοῦν στήν ἀστυνομία, γιά νά ξεκαρδιστοῦν στά γέλια, ὅταν τά διαβάζουν. Τρομακτική μπεκετική σύλληψη τῆς μοίρας τοῦ καλλιτέχνη ἀλλά καί τῆς τέχνης γενικότερα μέσα σ' ἕνα κόσμο ἀνίκανο νά κατανοήσει, πολλῶ μᾶλλον νά ἐκτιμήσει, "τό καλό", παρελθοντικό κάι σύγχρονο.
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο πού χαράζεται ἔντονα στήν πεζογραφία τοῦ Π.Κ. εἶναι ἡ σχέση τοῦ εὐαίσθητου ἀνθρώπου μέ τά ζῶα: Στό διήγημα "Τό κυνήγι" ὁ ἥρωας, ὕστερα ἀπό μιά φρικτή ἐμπειρία πού εἶχε παιδί ἀπό δύο σκοτωμένα τρυγόνια, τήν ὥρα πού ἐρωτοτροποῦσαν, καταλήγει: "Παραληρώντας, ρωτοῦσα πότε θά σηκώσουν τά ζῶα κεφάλι νά φωνάξουν τό δίκιο τους... Οἱ καρδερίνες δέν κελαϊδοῦν στά κλουβιά, κλαῖνε. Καί οἱ δεσμῶτες τους, ἔχουν κι αὐτοί τήν καρδιά τους φυλακισμένη σέ κλουβί".
Μέ σαρκασμό, κάποτε βάναυσο, δίχως ποτέ ὅμως νά γίνεται κραυγή ἤ σύνθημα, ὑπερασπίζεται ὁ συγγραφέας τό δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι διαφορετικός, χλευάζει καί πονάει συγχρόνως γιά τήν ἔκπτωσή μας, ἰδίως τή λεγόμενη "τουριστική ἀνάπτυξη", τήν "κουνιστή πολυθρόνα" δηλαδή, πού ὅπως κι ἐκείνη τοῦ ὁμότιτλου διηγήματος, καί εἶναι - καί δέν εἶναι, ἐνῶ ἀποτελεῖ ξεγέλασμα μαζί καί ἀπειλή μας, ἀντιμετωπίζει μέ σκεπτικισμό κάποια ἔθιμα πού τά γελοιοποίησε ἡ πραγματικότητα, ἀσκώντας παράλληλα καυστική κοινωνική κριτική ( "σπασμένα πιάτα") καί χαμογελάει σαρδόνια κάποτε γιά τή ζωή πού ἐπιχειροῦμε νά τήν "ξαναστήσουμε", κι ὅταν ἀκόμα τά κότσια μᾶς ἐγκαταλείπουν ("τά σκαλοπάτια", ἕνα διήγημα κλαυσίγελως).
Ἐκεῖνο πού εἶναι ἐπίσης ἀξιοπρόσεκτο, εἶναι ἡ ἀποφθεγματική συχνά φράση πού ὑπογραμμίζει τήν οὐσία συνήθως τοῦ διηγήματος, ἀλλά καί ἐξασφαλίζει στή λογοτεχνία κύρος καί διαχρονικότητα. "Ξεσκάτωσα τή μάνα μου, πού μ' εἶχε ξεσκατώσει", "Οἱ νεκροί νιώθουν ἄνθρωποι, ὅπως κι ἐμεῖς". "Ὅλο κι ὅλο πού ζητοῦν εἶναι νά τούς πᾶμε μέχρι τόν Ἅϊ Λουκᾶ". "Πέφτει ὁλοένα πέφτει ἡ σκόνη πάνω στόν κόσμο, μά κανένας δέν τή βλέπει ἔτσι ἀθόρυβα πού κάθεται, κόκκο τόν κόκκο". "Δέν μπορεῖ ἐπιτέλους νά μένει ἀτιμώρητη ἡ ἔλλειψη μειλιχιότητας πρός τό παιδί".
Δίχως νά ἐξαντλοῦμε ὅσα ἔχουμε νά ποῦμε γιά "τήν κουνιστή πολυθρόνα" - ἴσα καί τήν προσεγγίσαμε, - τήν προτείνουμε ὡς ἕνα ἀπό τά καλύτερα βιβλία πού κυκλοφόρησαν τά τελευταῖα χρόνια στόν τόπο μας. Ὁ Π.Κ. ἔρχεται κατ' εὐθείαν ἀπό τόν Παπαδιαμάντη, ἔχοντας ὅμως ὡς δάσκαλο στήν οἰκονομία τοῦ λόγου τόν Καβάφη, στόν ὁποῖο, ἐξ ἄλλου, συχνά παραπέμπει, ἀλλά καί τή δική του ποίηση, πού εἶναι ἐξ ἴσου ἐνδιαφέρουσα.
Κοντολογίς "Ἡ κουνιστή πολυθρόνα" - θά προτιμοῦσα τόν τίτλο "Ὁ ρακοσυλλέκτης" - εἶναι μιά λογοτεχνία πού συνιστᾶ ἄποψη δίχως νά ὑπηρετεῖ καμμιά ἄποψη, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος, σ' αὐτή, κρίνεται ἀπό τήν εὐαισθησία του ἀπέναντι σέ θεμελιακές ἀξίες πού ἡ ἴδια ἡ ζωή ὁρίζει ὡς τέτοιες καί ὄχι ἡ συμβατική καί στεγνή ἀντίληψη τῆς ὀργανωμένης κοινωνίας. Ἔτσι, ἡ πεζογραφία τοῦ Π.Κ. ἀποτελεῖ κατάθεση στήν ὑπόθεση τοῦ ἀνθρώπου, ἀναδεικνύοντας τό οὐσιαστικό καί καταγγέλοντας τό ὑποκριτικό καί ψεύτικο.
[Τό κείμενο γράφηκε γιά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου καί δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 14, Ἰανουάριος 1999]
Νίκος Φωκᾶς: Ἕνας αἰσθησιοκράτης ποιητής

"Στόν ποταμό Κολύμα"
Στόν Πλάτωνα, ἡ ψυχή, στή θέα τοῦ ὡραίου, ἀναμιμνήσκεται ὅ,τι θαύμαζε πρίν ἐκπέσει. Καί πῶς ὁ παλαιός αὐτός, ποιητής πρωτίστως, ζώντας στήν Ἀθήνα, πλάϊ στίς χλοερές ὄχθες τοῦ Κηφισοῦ καί τοῦ Ἰλισσοῦ, πῶς νά μή θεᾶται τό οὐράνιο, ἀνεβασμένος καθώς ἦταν στό πιό ψηλό σκαλί τοῦ γήϊνου κάλλους;
Ὁ Ν. Φωκᾶς ζεῖ στήν Ἀθήνα. Ποῦ ποτάμια καί ποῦ κάλλος! Ἀφήνει λοιπόν τίς οὐράνιες πολιτεῖες σέ ἄλλους, πιό ἀλαφροΐσκιωτους, κι ἐκεῖνος ἀναζητάει σπαραχτικά τόν κόσμο πρίν ἐκπέσει, ὅπως δηλ. πρόλαβε νά τόν γευτεῖ στή νεότητά του, ὅταν ὁ τόπος ἀπόπνεε ἀκόμα κάτι ἀπό τήν παλιά του εὐγένεια, σάν "κληματίδα σκαρφαλωμένη στόν ἑτοιμόρροπο γωνιόλιθο".
Ἡ τραυματική λοιπόν σχέση τοῦ ποιητῆ μέ τόν τόπο, ὡς περιέχοντα ἀλλά καί περιεχόμενον, εἶναι μιά βασική ὁρίζουσα τῆς συλλογῆς "Στόν ποταμό Κολύμα" καί ἀνιχνεύεται σέ πολλά ποιήματα (Μυστήριο, Πλεύση, Χαμομήλια κι Ἀγριόσταχια, Δεκέμβρης, Ἀστραπές μές στή νύχτα, Λεπτομέρεια, Ὑδρότοπος). Στό τελευταῖο μάλιστα αὐτό, ἡ διάσταση ἀνθρώπου-τόπου εἶναι τόσο ὁριακή, πού συνιστᾶ τό τραγικό, καθώς στήν ἔκπτωση τοῦ πισσοστρωμένου Ἡριδανοῦ βλέπει ὁ καθένας τή δική του ἔκπτωση.
Ἡ σχέση μας μέ τό χρόνο εἶναι ἄλλη μιά ὁρίζουσα. Ὁ Ν.Φ. δέν φοβᾶται τό θάνατο, πού τόν θεωρεῖ ἀπόδραση πρός τήν ἐλευθερία. Φοβᾶται τό χρόνο, ὅπως τόν βιώνει ὡς ἀνθρώπινο ὄν, δηλ. μέ τή γέννηση, τήν ἐνηλικίωση καί τό τέλος. Καθώς ὁ ποιητής ἀσφυκτιᾶ σ' αὐτό τό χῶρο τῆς γήϊνης ζωῆς του - κουβαλώντας κι ὅλας τή μνήμη ἀγαπημένων νεκρῶν - παραπαίει ἀνάμεσα στήν τρέλα καί τήν αὐτοχειρία (Ἀντιθέσεις, Ἐωθινή ὠδή). Ἀλλοῦ ὁ χρόνος τόν καταδιώκει ἀνηλεῶς, εἶναι ἀδήλωτος ἐχθρός του, κινεῖ φονιάδες ἐναντίον του κι ὅπως παραμονεύουν στή γωνία τά γηρατειά, τί εἶναι ἡ ζωή; "Λυγμός τῆς χτεσινῆς ξεφάντωσης"(ἐπαναλαμβανόμενο νυχτερινό μιμόδραμα). Κάποτε, γίνεται πιό εὐφρόσυνος: Στό ποίημα "Κορύφωμα" παραλληλίζει τήν τυχαία πληρότητα στή φύση (ἕνα πουλί π.χ. στήν κορυφή τοῦ δέντρου ἀλλάζει τά δεδομένα) μέ τή στιγμιαία πληρότητα στή ζωή μας πού καταργεῖ τό ἄδειο καί πυροδοτεῖ τήν ἐλπίδα μας. Ὁ Καβάφης δέν βρίσκει κἄν στιγμιαία πληρότητα: "καί καταντᾶ τό αὔριο πιά σάν αὔριο νά μή μοιάζει". Ὡστόσο, ἡ ζωή, ὡς ἄλλη ὁρίζουσα στήν ποίηση τοῦ Ν. Φωκᾶ, "ἄν καί χωρίς ἀξία, δέν ἐκχωρεῖται μέ κανένα ἀντάλλαγμα" ("Μάντις ἤ ἀλογάκι τῆς Παναγίας").
Ὁ Ν. Φωκᾶς ζεῖ στήν Ἀθήνα. Ποῦ ποτάμια καί ποῦ κάλλος! Ἀφήνει λοιπόν τίς οὐράνιες πολιτεῖες σέ ἄλλους, πιό ἀλαφροΐσκιωτους, κι ἐκεῖνος ἀναζητάει σπαραχτικά τόν κόσμο πρίν ἐκπέσει, ὅπως δηλ. πρόλαβε νά τόν γευτεῖ στή νεότητά του, ὅταν ὁ τόπος ἀπόπνεε ἀκόμα κάτι ἀπό τήν παλιά του εὐγένεια, σάν "κληματίδα σκαρφαλωμένη στόν ἑτοιμόρροπο γωνιόλιθο".
Ἡ τραυματική λοιπόν σχέση τοῦ ποιητῆ μέ τόν τόπο, ὡς περιέχοντα ἀλλά καί περιεχόμενον, εἶναι μιά βασική ὁρίζουσα τῆς συλλογῆς "Στόν ποταμό Κολύμα" καί ἀνιχνεύεται σέ πολλά ποιήματα (Μυστήριο, Πλεύση, Χαμομήλια κι Ἀγριόσταχια, Δεκέμβρης, Ἀστραπές μές στή νύχτα, Λεπτομέρεια, Ὑδρότοπος). Στό τελευταῖο μάλιστα αὐτό, ἡ διάσταση ἀνθρώπου-τόπου εἶναι τόσο ὁριακή, πού συνιστᾶ τό τραγικό, καθώς στήν ἔκπτωση τοῦ πισσοστρωμένου Ἡριδανοῦ βλέπει ὁ καθένας τή δική του ἔκπτωση.
Ἡ σχέση μας μέ τό χρόνο εἶναι ἄλλη μιά ὁρίζουσα. Ὁ Ν.Φ. δέν φοβᾶται τό θάνατο, πού τόν θεωρεῖ ἀπόδραση πρός τήν ἐλευθερία. Φοβᾶται τό χρόνο, ὅπως τόν βιώνει ὡς ἀνθρώπινο ὄν, δηλ. μέ τή γέννηση, τήν ἐνηλικίωση καί τό τέλος. Καθώς ὁ ποιητής ἀσφυκτιᾶ σ' αὐτό τό χῶρο τῆς γήϊνης ζωῆς του - κουβαλώντας κι ὅλας τή μνήμη ἀγαπημένων νεκρῶν - παραπαίει ἀνάμεσα στήν τρέλα καί τήν αὐτοχειρία (Ἀντιθέσεις, Ἐωθινή ὠδή). Ἀλλοῦ ὁ χρόνος τόν καταδιώκει ἀνηλεῶς, εἶναι ἀδήλωτος ἐχθρός του, κινεῖ φονιάδες ἐναντίον του κι ὅπως παραμονεύουν στή γωνία τά γηρατειά, τί εἶναι ἡ ζωή; "Λυγμός τῆς χτεσινῆς ξεφάντωσης"(ἐπαναλαμβανόμενο νυχτερινό μιμόδραμα). Κάποτε, γίνεται πιό εὐφρόσυνος: Στό ποίημα "Κορύφωμα" παραλληλίζει τήν τυχαία πληρότητα στή φύση (ἕνα πουλί π.χ. στήν κορυφή τοῦ δέντρου ἀλλάζει τά δεδομένα) μέ τή στιγμιαία πληρότητα στή ζωή μας πού καταργεῖ τό ἄδειο καί πυροδοτεῖ τήν ἐλπίδα μας. Ὁ Καβάφης δέν βρίσκει κἄν στιγμιαία πληρότητα: "καί καταντᾶ τό αὔριο πιά σάν αὔριο νά μή μοιάζει". Ὡστόσο, ἡ ζωή, ὡς ἄλλη ὁρίζουσα στήν ποίηση τοῦ Ν. Φωκᾶ, "ἄν καί χωρίς ἀξία, δέν ἐκχωρεῖται μέ κανένα ἀντάλλαγμα" ("Μάντις ἤ ἀλογάκι τῆς Παναγίας").
Σέ ἄλλα ποιήματα ἀναδεικνύονται οἱ δυνατότητες πού ἐξασφαλίζουν ἡ μνήμη καί ὁ συνειρμός, ἡ φαντασία καί τό ὄνειρο, ἡ παραίσθηση καί, πάνω ἀπ' ὅλα, οἱ αἰσθήσεις. Θά 'λεγα μάλιστα ὅτι ὁ Ν.Φ. εἶναι ἕνας αἰσθησιοκράτης ποιητής. Μέ ἀσκημένες τίς αἰσθήσεις, ἰδίως τήν ἀκοή καί τήν ὄσφρηση, "σάν φίδι", στή μοναξιά καί τή σιωπή, ἀλλά καί μέ τή βοήθεια τῆς μνήμης, ὁ ποιητής ἀκούει ἀλλόκοσμους κελαηδισμούς (Μελοποιημένη κλήση), καμπάνες ὑπεργειες (ἐωθινή ὠδή) καί μέσω τῆς μουσικῆς, βιώνει ἐμπειρίες σχεδόν ὑπερβατικές: "Ἡ ἐπανάληψη στή μουσική μοιάζει μέ ἀνάκληση κάποιου χαμένου παρελθόντος (Μουσικό σχόλιο α')", "Ἡ μουσική φτάνει στ' αὐτιά σάν ἐμπειρία ἀποκτημένη ὅσων ποτέ του κανένας δέν ζεῖ" (Μουσικό σχόλιο β'). Μέ τίς αἰσθήσεις παρά πόδας καί τή μνήμη τοῦ χαρίζεται κι αὐτό πού λέμε θαῦμα ἤ μυστήριο, ἀφοῦ καί τή νεκρή μητέρα του φέρνουν κάποιες εὐωδιές καί "τή μυριστική ἀκόμα ἄβυσσο τῆς γέννας του". (Μυστήριο). Ἀκόμα, ξαναζεῖ τό παρελθόν σάν γοητεία πού ἀνακαλεῖται ἤ, στή θάλασσα, - πανδαισία αἰσθήσεων, ἰδίως τῆς ἀφῆς - ξαναγεννιέται. Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν, ὡς μικροσύμπαν, εἶναι ἐπίσης μιά ἰσχυρή ὁρίζουσα στόν "Ποταμό Κολύμα".
Στό ποίημα "Νέα Ὑόρκη" ὁ Ν.Φ. ἀνατρέπει τήν κοινή κλίμακα τῶν ἀξιῶν προτείνοντας τή δική του: Τί σημαίνει ἐπώνυμος καί ἀνώνυμος, σπουδαῖος καί ἀσήμαντος; Ὁ καθένας εἶναι ἐξίσου σημαντικός γιά τή ζωή, ἀφοῦ μπορεῖ νά χαρεῖ τή φύση, νά ἐρωτευτεῖ καί νά πονέσει τόν ἄλλον, ὅποιος κι ἄν εἶναι. Ἐξ ἄλλου τή σχέση του μέ τόν συνάνθρωπο ἐκφράζει ἀκόμα πιό ἄμεσα στό ποίημα "Αὐτοβιογραφία", ὅπου ἀναγνωρίζει στόν ἄλλον τόν ἑαυτό του:
Στό ποίημα "Νέα Ὑόρκη" ὁ Ν.Φ. ἀνατρέπει τήν κοινή κλίμακα τῶν ἀξιῶν προτείνοντας τή δική του: Τί σημαίνει ἐπώνυμος καί ἀνώνυμος, σπουδαῖος καί ἀσήμαντος; Ὁ καθένας εἶναι ἐξίσου σημαντικός γιά τή ζωή, ἀφοῦ μπορεῖ νά χαρεῖ τή φύση, νά ἐρωτευτεῖ καί νά πονέσει τόν ἄλλον, ὅποιος κι ἄν εἶναι. Ἐξ ἄλλου τή σχέση του μέ τόν συνάνθρωπο ἐκφράζει ἀκόμα πιό ἄμεσα στό ποίημα "Αὐτοβιογραφία", ὅπου ἀναγνωρίζει στόν ἄλλον τόν ἑαυτό του:
Σάν εἴδωλό μου τόν κοιτάζω καί ταυτόχρονα τόν μελετῶ σάν ἕνα κείμενο
Καί πράγματι διαβάζεται σάν μυθιστόρημα μέ τή μαγεία
τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων
Μά καί μαζί σάν προσωποιημένη αὐτοβιογραφία μου.
Καί πράγματι διαβάζεται σάν μυθιστόρημα μέ τή μαγεία
τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων
Μά καί μαζί σάν προσωποιημένη αὐτοβιογραφία μου.
Ἡ ἐμμονή στήν ἀποδοχή καί κατανόηση τοῦ ἄλλου κορυφώνεται στό ὁμότιτλο τῆς συλλογῆς ποίημα "Στόν ποταμό Κολύμα", ὅπου καί ὁ Στάλιν "θύμα κι αὐτός τῆς γέννησής του" μπορεῖ νά γίνει συμπαθής. Ἡ ἀσκημένη συνείδηση τοῦ ποιητῆ ἐλέγχεται ἀκόμα καί γιά ἕνα κουνούπι πού, χωρίς λόγο ἤ ἀπό κακή προηγούμενη ἐμπειρία, σκότωσε (Ἀνέκδοτο). Ἡ βαθειά ἐπιθυμία νά δεῖ τόν ἄνθρωπο σέ ἑνότητα μέ τόν ἄλλον τοῦ δημιουργεῖ "φευγαλέες παραισθήσεις" πώς "ἡ ἀνθρωπότητα θά 'ρθει ἐποχή/Νά μή διαιρεῖται σέ θρησκεῖες, ἔθνη, τάξεις, φυλές/ἀλλά καθώς στό κέντρο τώρα τοῦτο 'δῶ/Σέ τοπικές παρέες, σέ διπλανά τραπέζια συζητήσεων (Βράδυ σ' ἕνα κέντρο).
Ὅσο ὅμως ὁ ποιητής πονᾶ τόν ἄνθρωπο καί τή μοίρα του, τό ἴδιο καί τόν μυκτηρίζει γιά τήν ἔκπτωσή του, ἀπό δική του ὑπαιτιότητα. Ἰδιαίτερα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος τόν ἀποκαρδιώνει. Βλέπει "τόν Κόσμο κατειλημμένον ἤδη, βεβηλωμένο, ἀτιμασμένο ἀπό τόν ἄνθρωπο" καί "Τό αὔριο ἀνάξιο σάν αὐτόν". Ποιό μέλλον λοιπόν, ποιό αὔριο... Γι' αὐτό "εὐτυχισμένος ὅποιος ἔχει συνεχῶς τήν αἴσθηση τῆς πλεύσης/Δίχως ξηρά καί δίχως αὔριο στόν ὁρίζοντα" (Πλεύση). Ὁ Καβάφης συνανεῖ τουλάχιστον στήν ἐμπειρία τοῦ ταξιδιοῦ "Ἡ Ἰθάκη σ' ἔδωσε τ' ὡραῖο ταξίδι", τό ἴδιο καί ὁ Σεφέρης "Εὐτυχισμένος πού ἔκανε τό ταξίδι τοῦ Ὀδυσσέα". Ὁ Ν.Φ. καταφάσκει μόνο στήν αἴσθηση τοῦ ταξιδιοῦ. Εἶναι λοιπόν ὁ ποιητής ἕνας ἀπελπισμένος; Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τόν Ἄνθρωπο: Ναί. Καί ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος, κατά τόν ποιητή, ἐπιβαίνει τοῦ Κόσμου, εἶναι ἀπελπισμένος καί γιά τόν Κόσμο. Καί τό χειρότερο: "Νά μή μποροῦμε νά τόν ἀρνηθοῦμε παρ΄αμόνο μέ τό θάνατο". ("Σύγχρονο πολεμικό τοπίο"). Ὡστόσο, ὅ,τι παλιό τόν συγκινεῖ μέχρι δακρύων, καθώς ταυτίζεται μέ τό "ξεπερασμένο", ἀφοῦ, σάν τέτοιο, δέν εἶναι πιά ἀγοραῖο (Δακτυλογράφος). Περιφρονεῖ τήν πολιτική τῶν διεκδικήσεων, ἔτσι, καθώς ἐπιβλήθηκε ὡς μόνο νόημα ὕπαρξης καί νοσταλγεῖ ἄλλες συνάξεις, ὑπό τόν ἦχο τῆς καμπάνας, ἀφοῦ αὐτές τουλάχιστον εἶχαν χαρακτήρα ἑνωτικό καί ἀνιδιοτελή (ἐωθινή ὠδή). Καί ἡ πατρίδα; Τί εἶναι ἡ πατρίδα; Τό τοπίο, φυσικά καί ἡ παράδοση, ρημαγμένα σήμερα καί τά δύο (Λεπτομέρεια). Πῶς βγαίνουμε ἀπό τό ἀδιέξοδο; Ἡ ἀπελπισία ὑπερβαίνει τόσο τά ὅριά της, πού ὁ ποιητής, ἀπευθυνόμενος σ' ἕνα φανταστικό σύντροφο προτείνει ἕνα νέο Δεκέμβρη. Τό ποίημα "Δεκέμβρης" - ἕνα κομμάτι καθαρῆς ποίησης, καθώς εἶναι φορτισμένο ἀπό τήν ἀρχή - ἀποτελεῖ κραυγή κάθε εὐαίσθητης συνείδησης. Τό παραθέτω ὁλόκληρο:
Ἡ μόνη ἀντίσταση κατά τῆς ἐκδοχῆς αὐτῆς τοῦ Κόσμου, ἡ μόνη ἀνταρσία εἶναι ὁ ἔρωτας, σκέτο σκάνδαλο. Ὁ ἔρωτας ὑπερβαίνει τοῦ Κόσμου, παραμένοντας μυστήριο ἀκατανόητο: "Μήπως ὁ Κόσμος ἔδωσε ποτέ ἑξηγήσεις σέ κανέναν/ὥστε κι ἐμεῖς νά τοῦ χρωστάμε τώρα δά ἑξηγήσεις γι' αὐτόν τόν/σιωπηλό ἐναγκαλισμό; (Σκάνδαλο).
Ὁ Ν. Φωκᾶς ἀπό τόν δικό του ποταμό Κολύμα ἐξομολογεῖται, ρεμβάζει, ἀποκαλύπτει, ὀργίζεται, σαρκάζει, προσκαλεῖ, σέ μιά γλώσσα πού διαθέτει τό κύρος τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας, ἐκτεταμένης ὡς τά ὅριά της, δίχως νά φτάνει ποτέ στήν ἐκζήτηση. Ὑπηρετώντας μέ προσήλωση τό ποιητικό του ἴδωμα, χειρίζεται μέ τόλμη τό ὑλικό του, εὐτυχώντας σέ εἰκόνες κάι μεταφορές πρωτότυπες, κατακυρωμένες πάντα ἀπό τήν ὁμιλούσα γλώσσα μας. Ἡ λέξη τοῦ παραδίνεται, γιατί δέν τήν προδίδει, τήν ψάχνει ἐπίμονα σάν ἐρωτευμένος τήν ἀγαπημένη. Ἔτσι ἡ ποίησή του ἄν καί καθαρά λυρική, φέρνει κάτι ἀπό τήν πλατειά ἀφήγηση τῆς ἐπικῆς μας παράδοσης κάι συγχωνεύοντας ἀριστοτεχνικά στοιχεῖα τῆς νεώτερης, Ἑλληνικῆς καί Παγκόσμιας, ἐκτινάσσεται νέα καί λαμπερή, κατάθεση ἀνανεωτική τῆς ποίησής μας καί ποιητικός κανόνας γιά νέους ποιητές.
[Τό κείμενο ἐκφωνήθηκε στήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου "Στόν ποταμό Κολύμα" καί δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 13, Ὀκτώβριος 1998]
Ὅσο ὅμως ὁ ποιητής πονᾶ τόν ἄνθρωπο καί τή μοίρα του, τό ἴδιο καί τόν μυκτηρίζει γιά τήν ἔκπτωσή του, ἀπό δική του ὑπαιτιότητα. Ἰδιαίτερα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος τόν ἀποκαρδιώνει. Βλέπει "τόν Κόσμο κατειλημμένον ἤδη, βεβηλωμένο, ἀτιμασμένο ἀπό τόν ἄνθρωπο" καί "Τό αὔριο ἀνάξιο σάν αὐτόν". Ποιό μέλλον λοιπόν, ποιό αὔριο... Γι' αὐτό "εὐτυχισμένος ὅποιος ἔχει συνεχῶς τήν αἴσθηση τῆς πλεύσης/Δίχως ξηρά καί δίχως αὔριο στόν ὁρίζοντα" (Πλεύση). Ὁ Καβάφης συνανεῖ τουλάχιστον στήν ἐμπειρία τοῦ ταξιδιοῦ "Ἡ Ἰθάκη σ' ἔδωσε τ' ὡραῖο ταξίδι", τό ἴδιο καί ὁ Σεφέρης "Εὐτυχισμένος πού ἔκανε τό ταξίδι τοῦ Ὀδυσσέα". Ὁ Ν.Φ. καταφάσκει μόνο στήν αἴσθηση τοῦ ταξιδιοῦ. Εἶναι λοιπόν ὁ ποιητής ἕνας ἀπελπισμένος; Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τόν Ἄνθρωπο: Ναί. Καί ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος, κατά τόν ποιητή, ἐπιβαίνει τοῦ Κόσμου, εἶναι ἀπελπισμένος καί γιά τόν Κόσμο. Καί τό χειρότερο: "Νά μή μποροῦμε νά τόν ἀρνηθοῦμε παρ΄αμόνο μέ τό θάνατο". ("Σύγχρονο πολεμικό τοπίο"). Ὡστόσο, ὅ,τι παλιό τόν συγκινεῖ μέχρι δακρύων, καθώς ταυτίζεται μέ τό "ξεπερασμένο", ἀφοῦ, σάν τέτοιο, δέν εἶναι πιά ἀγοραῖο (Δακτυλογράφος). Περιφρονεῖ τήν πολιτική τῶν διεκδικήσεων, ἔτσι, καθώς ἐπιβλήθηκε ὡς μόνο νόημα ὕπαρξης καί νοσταλγεῖ ἄλλες συνάξεις, ὑπό τόν ἦχο τῆς καμπάνας, ἀφοῦ αὐτές τουλάχιστον εἶχαν χαρακτήρα ἑνωτικό καί ἀνιδιοτελή (ἐωθινή ὠδή). Καί ἡ πατρίδα; Τί εἶναι ἡ πατρίδα; Τό τοπίο, φυσικά καί ἡ παράδοση, ρημαγμένα σήμερα καί τά δύο (Λεπτομέρεια). Πῶς βγαίνουμε ἀπό τό ἀδιέξοδο; Ἡ ἀπελπισία ὑπερβαίνει τόσο τά ὅριά της, πού ὁ ποιητής, ἀπευθυνόμενος σ' ἕνα φανταστικό σύντροφο προτείνει ἕνα νέο Δεκέμβρη. Τό ποίημα "Δεκέμβρης" - ἕνα κομμάτι καθαρῆς ποίησης, καθώς εἶναι φορτισμένο ἀπό τήν ἀρχή - ἀποτελεῖ κραυγή κάθε εὐαίσθητης συνείδησης. Τό παραθέτω ὁλόκληρο:
Δεκέμβρης
Εὐχαρίστως θά κατέβαινα ἀκόμα καί σήμερα, ναί,
Ἰδίως σήμερα μάλιστα, ἰδίως σήμερα.
Στούς δρόμους τῆς Ἀθήνας ἄν μοῦ δινόταν μιά εὐκαιρία,
Ἄν εἶχα ἕνα σύντροφο, ἄν εἶχα ἕνα μυδράλιο, θαρραλέος,
Ἀποφασισμένος νά σκοτώσω καί νά σκοτωθῶ σέ μιά νέα μάχη,
Στό ἴδιο ἀντίκρυ μου οὐρανό-περιθωριακό στοιχεῖο τῆς θύμησης,
Εὐχαρίστως θά 'δινα τή ζωή μου γιά τήν ἴδια αὐτή σημαία
Τόν δίχως σύνορα αἰθέρα μιᾶς εὐωδίας χειμερινῆς,
Ἄν ἦταν μέρα τό γαλάζιο κι ἄν ἦταν σούρουπο τό κόκκινο,
Σημαία ἤ λάβαρο ἀπό πάνω μας πού κανείς δέν κρατᾶ
Κι ἴσως, σύντροφε ἐσύ φανταστικές - τό ὑπογραμμίζω - μαχητή
Ἴσως, μέ λίγη τύχη, τή φορά τούτη, ἐσύ κι ἐγώ νικούσαμε.
Ἄνθρωπος καί συνάνθρωπος, ἄνθρωπος καί Κόσμος, παλιός καί σύγχρονος κόσμος, πατρίδα, εἶναι πράγματα πού ὁρίζουν τά ποιήματα τῆς συλλογῆς, καθώς ὁρίζουν, ἐξ ἄλλου, τή διάθεση κάι τό στοχασμό τοῦ ποιητῆ.Εὐχαρίστως θά κατέβαινα ἀκόμα καί σήμερα, ναί,
Ἰδίως σήμερα μάλιστα, ἰδίως σήμερα.
Στούς δρόμους τῆς Ἀθήνας ἄν μοῦ δινόταν μιά εὐκαιρία,
Ἄν εἶχα ἕνα σύντροφο, ἄν εἶχα ἕνα μυδράλιο, θαρραλέος,
Ἀποφασισμένος νά σκοτώσω καί νά σκοτωθῶ σέ μιά νέα μάχη,
Στό ἴδιο ἀντίκρυ μου οὐρανό-περιθωριακό στοιχεῖο τῆς θύμησης,
Εὐχαρίστως θά 'δινα τή ζωή μου γιά τήν ἴδια αὐτή σημαία
Τόν δίχως σύνορα αἰθέρα μιᾶς εὐωδίας χειμερινῆς,
Ἄν ἦταν μέρα τό γαλάζιο κι ἄν ἦταν σούρουπο τό κόκκινο,
Σημαία ἤ λάβαρο ἀπό πάνω μας πού κανείς δέν κρατᾶ
Κι ἴσως, σύντροφε ἐσύ φανταστικές - τό ὑπογραμμίζω - μαχητή
Ἴσως, μέ λίγη τύχη, τή φορά τούτη, ἐσύ κι ἐγώ νικούσαμε.
Ἡ μόνη ἀντίσταση κατά τῆς ἐκδοχῆς αὐτῆς τοῦ Κόσμου, ἡ μόνη ἀνταρσία εἶναι ὁ ἔρωτας, σκέτο σκάνδαλο. Ὁ ἔρωτας ὑπερβαίνει τοῦ Κόσμου, παραμένοντας μυστήριο ἀκατανόητο: "Μήπως ὁ Κόσμος ἔδωσε ποτέ ἑξηγήσεις σέ κανέναν/ὥστε κι ἐμεῖς νά τοῦ χρωστάμε τώρα δά ἑξηγήσεις γι' αὐτόν τόν/σιωπηλό ἐναγκαλισμό; (Σκάνδαλο).
Ὁ Ν. Φωκᾶς ἀπό τόν δικό του ποταμό Κολύμα ἐξομολογεῖται, ρεμβάζει, ἀποκαλύπτει, ὀργίζεται, σαρκάζει, προσκαλεῖ, σέ μιά γλώσσα πού διαθέτει τό κύρος τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας, ἐκτεταμένης ὡς τά ὅριά της, δίχως νά φτάνει ποτέ στήν ἐκζήτηση. Ὑπηρετώντας μέ προσήλωση τό ποιητικό του ἴδωμα, χειρίζεται μέ τόλμη τό ὑλικό του, εὐτυχώντας σέ εἰκόνες κάι μεταφορές πρωτότυπες, κατακυρωμένες πάντα ἀπό τήν ὁμιλούσα γλώσσα μας. Ἡ λέξη τοῦ παραδίνεται, γιατί δέν τήν προδίδει, τήν ψάχνει ἐπίμονα σάν ἐρωτευμένος τήν ἀγαπημένη. Ἔτσι ἡ ποίησή του ἄν καί καθαρά λυρική, φέρνει κάτι ἀπό τήν πλατειά ἀφήγηση τῆς ἐπικῆς μας παράδοσης κάι συγχωνεύοντας ἀριστοτεχνικά στοιχεῖα τῆς νεώτερης, Ἑλληνικῆς καί Παγκόσμιας, ἐκτινάσσεται νέα καί λαμπερή, κατάθεση ἀνανεωτική τῆς ποίησής μας καί ποιητικός κανόνας γιά νέους ποιητές.
[Τό κείμενο ἐκφωνήθηκε στήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου "Στόν ποταμό Κολύμα" καί δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 13, Ὀκτώβριος 1998]
Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009
Φιλοσοφική διάθεση στήν ποίηση τοῦ Ἐλύτη
(Μιά ἀναφορά στόν Παπαδιαμάντη)
Ξεφυλλίζοντας τίς συλλογές τοῦ Ἐλύτη, μία πρός μία, ἀπό τίς πρῶτες ἐφηβικές του συνθέσεις ὥς καί τήν τελευταία, διαπιστώνουμε ὅτι ὁ ποιητής παραμένει ἕνας καί ἀδιαίρετος: Λάτρης τῆς ὀμορφιᾶς πού τήν ταυτίζει μέ τή δικαιοσύνη καί τήν ἀλήθεια, ὁραματιστής ἑνός κόσμου πού δύναται ὁ ἄνθρωπος νά ἀποκρυπτογραφήσει καί νά τόν βιώσει βαθιά, ἀρκεῖ νά θελήσει. Μάλιστα, ὁ ἕλληνας ἄνθρωπος εἶναι προνομιοῦχος τῆς ζωῆς γιά χίλιους λόγους καί πρωτίστως: Γιά τήν παράδοσή του, τήν ἰδιοσυγκρασία του, τό τοπίο του. Ὅλα αὐτά συνιστοῦν ἕναν Παράδεισο. "Η Μεσόγειος" γράφει στά Ἀνοιχτά Χαρτιά, "εἶναι μία ζώνη πού οἱ τερατολογικές παραμορφώσεις τοῦ Βορρᾶ καί τοῦ Νότου παίρνουν ἀνθρώπινο σχῆμα, ὅταν φθάσουν ἀκριβῶς ἐκεῖ. Ἐκεῖ ἀκριβῶς γεννήθηκε ἡ Λυρική τέχνη, ἐκεῖ πρωτοδημιουργήθηκε ἡ Δημοκρατία, ἐκεῖ ἀξιώθηκαν νά διδάξουν ἕνας Σωκράτης κι ἕνας Ἰησούς. Ἡ ζώνη αὐτή εἶναι μιά ἀκριβής στιγμή πού ὅλες οἱ συνθῆκες, ὅλοι οἱ παράγοντες δίνουν τή δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά σταθεῖ ἀκέραιος".
Ὁ Ἐλύτης, παρά πού ἔζησε σέ μιά ἐποχή ἰδεολογικῶν συγκρούσεων, δέν συγκινήθηκε ἰδιαιτέρως ἀπό καμμιά. Τό μόνο κίνημα πού τόν ἐξέφρασε ἦταν ὁ ὑπερρεαλισμός καί μάλιστα ὄχι πρός ὅλες τίς παραμέτρους του. Πῆρε ἀπ' αὐτόν ὅ,τι θεωροῦσε γόνιμο γιά τήν τέχνη του, προσαρμόζοντάς το κάθε φορά σέ ὅ,τι κουβαλοῦσε μέσα του ἀπό τήν ἑλληνική ποιητική παράδοση. Γι' αὐτό κι οἱ "Προσανατολισμοί"του (1939) ἐπαινέθηκαν ὁμοφώνως ἀπό τήν κριτική ὡς δρόμος πού ἔπρεπε ν' ἀκολουθήσει ἡ Νέα Ἑλληνική ποίηση. Πίστη καί στάση ζωῆς καί ἰδεολογία στάθηκε γι' αὐτόν τό ποιητικό του ὅραμα. Κι αὐτό διαμορφώθηκε σύμφωνα μέ τήν αὐθεντική του φύση, τά διαβάσματά του, τά βιώματά του. Ὁ ἑλληνικός χῶρος, μέ ὅ,τι τόν ὁρίζει, αὐτός καί τόν προσδιόρισε. Γι' αὐτό καί "ποιητής τοῦ Αἰγαίου", ὅπως τόν ἀποκαλοῦν, γι' αὐτό καί "ἡλιοπότης", παρότι βρίσκω συμβατικούς τούς χαρακτηρισμούς, γιατί ὑπάρχει κίνδυνος νά θεωρήσουμε τόν Ἐλύτη ἕναν ποιητή πού μπαίνει σέ καλούπια. Τόν στενεύουμε. Δέν εἶναι μόνο αὐτό. Οὔτε καί ποιητή τῆς ἑλληνικότητας καί τῆς ὀρθοδοξίας μποροῦμε νά τόν ποῦμε. Πάλι τόν στενεύουμε.
Ἡ ἑλληνικότητά του ἔγκειται κυρίως στό ὅτι νιώθει κομμάτι τοῦ τόπου, στόν ὁποῖο ἔτυχε νά γεννηθεῖ, στήν ἱστορική συνείδηση τῆς ἐλευθερίας, στόν ἥλιο, στή θάλασσα, τόν οὐρανό, τούς βράχους καί τόν ἀσβέστη τοῦ Αἰγαίου καί πάνω ἀπ' ὅλα, στή γλώσσα, πού τή θεωρεῖ ἦθος. Γράφει στά "Δημόσια καί Ἰδιωτικά" (Ἵκαρος 1990) "Εἶναι μιά γλώσσα μέ πολύ αὐστηρή γραμματική, πού τήν ἔφτιασε μόνος του ὁ λαός, ἀπό τήν ἐποχή πού δέν ἐπήγαινε ἀκόμα σχολεῖο. Καί τήν τήρησε μέ θρησκευτική προσήλωση κι ἀντοχή ἀξιοθαύμαστη, μέσα στίς πιό δυσμενεῖς ἑκατονταετίες. Ὥσπου ἤρθαμ' ἐμεῖς, μέ τά διπλώματα καί τούς νόμους, νά τόν βοηθήσουμε. Καί σχεδόν τόν ἀφανίσαμε. Ἀπό τό ἕνα μέρος τοῦ φάγαμε τά κατάλοιπα τῆς γραφῆς του καί ἀπό τό ἄλλο τοῦ ροκανίσαμε τήν ἴδια του τήν ὑπόσταση, τόν κοινωνικοποιήσαμε, τόν μεταβάλαμε σέ ἕναν ἀκόμα μικροαστό, πού μᾶς κοιτάζει ἀπορημένος ἀπό κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας τοῦ Αἰγάλεω".
Μέ τήν ὀρθοδοξία ἐξ ἄλλου ἡ σχέση του εἶναι κυρίως αἰσθητική. Δανείζεται σύμβολα ἀπό τό τελετουργικό της, λέξεις καί σχήματα ἀπό τήν ὑμνολογία της, τόν συγκινεῖ ἡ ταπεινή πίστη πού φτιάχνει, ἄς ποῦμε, ἕνα μικρό κάτασπρο ἐκκλησάκι, δέ φαίνεται νά τόν ἐνδιαφέρει τό δογματικό της μέρος.
Ὁ Ἐλύτης δοξάζει τίς αἰσθήσεις, στίς ὁποῖες προσδίδει ἠθική διάσταση. Ὀνειρεύεται μιά ἐποχή πού ὁ ἄνθρωπος, καθαρισμένος ἀπό τά λέπια πού κόλλησε πάνω του ἡ κοινωνική περίσταση, θά ζήσει ὅπως ἡ ἀληθινή του φύση ὁρίζει καί τότε θά εἶναι εὐδαίμων. "Θέλουμε δέ θέλουμε" γράφει στά Ἀνοιχτά Χαρτιά "εἴμαστε ὅλοι δέσμιοι μιᾶς εὐτυχίας, πού ἀπό δικό μας λάθος ἀποστερούμαστε. Κι ὅτι δέν ὑπάρχει χρυσόμαλλο δέρας εἶναι ψέματα. Ὁ καθένας ἀπό μᾶς εἶναι τό χρυσόμαλλο δέρας τοῦ ἑαυτοῦ του". "Ἡ Ποίηση" συνεχίζει "μᾶς ξεμαθαίνει ἀπό τόν κόσμο τῆς φθορᾶς τέτοιον πού τόν βρήκαμε: τόν κόσμο τῆς φθορᾶς. Πού ἔρχεται κάποια στιγμή νά δοῦμε ὅτι εἶναι ἡ μόνη ὁδός γιά νά ὑπερβοῦμε τή φθορά, μέ τήν ἔννοια πού ὁ θάνατος εἶναι ἡ μόνη ὁδός πρός τήν Ἀνάσταση".
Ἔχει ἐνδιαφέρον τό πῶς περνάει ὁ θάνατος στήν ποίησή του. Στό "Ἡμερολόγιο ἑνός ἀθέατου Ἀπριλίου" ὑπάρχει διάχυτη ἡ αἴσθηση τοῦ ποιητῆ γιά τό σκοτεινό μέρος τῆς ζωῆς. Σ' αὐτά τά ποιήματα ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ τό θάνατο, ἀλλά τόν προσπερνᾶμε ἁπαλά, λυτρωτικά σχεδόν. Διαβάζουμε στή σελίδα 10:
Ὁ Ἐλύτης ἀρνεῖται νά τοποθετήσει μέσα στόν Παράδεισό του τόν ἄνθρωπο δυστυχισμένο. Τόν φτιάχνει λοιπόν ὅπως τόν θέλει, νά χαίρεται καί νά βιώνει βαθιά τό μυστήριο τοῦ κόσμου. Ἔτσι, ἄνθρωπος καί φύση συναποτελοῦν μιά ἠθική δύναμη πού συνιστᾶ μιά νέα μεταφυσική.
Ὁ Παπαδιαμάντης στήνει ἕναν κόσμο πού πεθαίνει μές στήν ὀμορφιά, γιά νά ξαναγίνει ὀμορφιά: λουλούδια, δέντρα, βράχοι, μυροβόλημα. Ὁ Ἐλύτης στήνει ἕναν κόσμο ἰδανικῆς ὀμορφιᾶς τέτοιον, πού δέν πεθαίνει, γιατί ἀρχή καί τέλος ταυτίζονται: "ἐδῶ τελειώνει ὁ θάνατος, ἐδῶ ἡ ζωή ἀρχίζει", στίχος ἀπό τό νεανικό του ποίημα "Ἆσμα ἡρωϊκό καί πένθιμο γιά τό χαμένο ἀνθυπολοχαγό τῆς Ἀλβανίας", (1943), αἴσθηση πού δέν ἀλλοιώνεται ὡς καί τήν τελευταία του συλλογή "Δυτικά τῆς λύπης" (1995), βαθύτατα ἐπηρεασμένος ἀπό τόν σκοτεινό Ἐφέσιο:
Κυνηγός τῶν χρωμάτων στή ζωγραφική του, ἐξομολογεῖται: "ξυπνάω τίς νύχτες ἀνήσυχος γιά κάποια ἀπόχρωση τοῦ μώβ, ποτέ μου ὅμως γιά τό τί μπορεῖ νά γίνεται στά ἐμπορεῖα τῆς Ἀγορᾶς". Πράγματι, παρά τήν πολιορκία πού κατά καιρούς τοῦ ἔγινε νά συμμετάσχει στήν ἐνεργό πολιτική ζωή, δέν ἐνέδωσε. Παρέμεινε προσηλωμένος στό ποιητικό του ὅραμα, μέ ἐπιμονή καί πεῖσμα, κραδαίνοντας τά σύμβολά του, τή θεά Φυτώ καί τή θεά Εὐδάνη, δυό γυναικεῖες φιγούρες πού ἐνσαρκώνουν ἡ πρώτη τό φυτικό κόσμο καί ἡ δεύτερη τό θαλάσσιο. Στό βιβλίο του "Τά δημόσια καί τά ἰδιωτικά" ἐξομολογεῖται: "Μετατρέποντας τό φυτό ἀπό οὐδέτερο σέ θηλυκό, καί θεωρώντας το σαν Κόρη, περίπου, ἁγία ἤ θεά, ζωγράφισα, χωρίς νά εἶμαι ζωγράφος, καί μάλιστα σέ πολλές παραλλαγές, μιά θεά Φυτώ, πού τῆς ἔβαλα βυσσινιά δυνατά καί χρυσά καί φωτοστέφανο στό κεφάλι, μέ τήν ἐλπίδα νά μπορεῖ δίπλα μου νά ἐνσαρκώνει κεῖνον τόν ἀέρα πού ἔρχεται σάν ἀπό θαῦμα μέσ' ἀπ' τά ἔγκατα τῆς γῆς καί νά ὑποκαταστήσει ὅσα καί σάν εἰδωλολάτρες καί σάν χριστιανοί διακονήσαμε στό βωμό τοῦ Ποσειδώνα καί τῆς Παρθένου". Ἔτσι ἔστησε τό δικό του εἰκονοστάσι.
Ὁ ποιητής ἔρχεται ἀπό τόν κόσμο τῶν Ὀρφικῶν, τῶν Προσωκρατικῶν, τοῦ Πλάτων, τοῦ Πλωτίνου, τή μυστικοπάθεια τοῦ Βυζαντίου, ἡ ψυχή δέν χωράει μόνο στή γήϊνο, προεκτείνεται στό ἀθέατο, ἴσως νάρχεται κι ἀπό κεῖ, διασκορπίζεται στό σύμπαν, ὅπως ἡ ποίησή του, ἡ γλώσσα του, ὅ,τι τόν συνιστᾶ.
Τό πόσο ἡ ποίησή του κατάφερε νά ὑπηρετήσει μέ δεξιοσύνη τό ποιητικό του ὅραμα, αὐτό εἶναι πάντα πρός συζήτηση. Ὅσο γιά τό ποιητικό του ὅραμα, αὐτό καθαυτό, τολμῶ νά ὑποστηρίξω πώς σέ μιά ἐποχή χρεοκοπίας, σάν τή δική μας, μπορεῖ νά ἀποτελέσει νόημα ζωῆς, γιατί εἶναι βαθιά ἀνθρώπινο, δηλαδή ἀληθινό.
[Τό κείμενο ἀποτελεῖ σύνοψη εὐρύτερης παρουσίασης καί δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 6, Ὀκτώβριος 1996]
Ὁ Ἐλύτης, παρά πού ἔζησε σέ μιά ἐποχή ἰδεολογικῶν συγκρούσεων, δέν συγκινήθηκε ἰδιαιτέρως ἀπό καμμιά. Τό μόνο κίνημα πού τόν ἐξέφρασε ἦταν ὁ ὑπερρεαλισμός καί μάλιστα ὄχι πρός ὅλες τίς παραμέτρους του. Πῆρε ἀπ' αὐτόν ὅ,τι θεωροῦσε γόνιμο γιά τήν τέχνη του, προσαρμόζοντάς το κάθε φορά σέ ὅ,τι κουβαλοῦσε μέσα του ἀπό τήν ἑλληνική ποιητική παράδοση. Γι' αὐτό κι οἱ "Προσανατολισμοί"του (1939) ἐπαινέθηκαν ὁμοφώνως ἀπό τήν κριτική ὡς δρόμος πού ἔπρεπε ν' ἀκολουθήσει ἡ Νέα Ἑλληνική ποίηση. Πίστη καί στάση ζωῆς καί ἰδεολογία στάθηκε γι' αὐτόν τό ποιητικό του ὅραμα. Κι αὐτό διαμορφώθηκε σύμφωνα μέ τήν αὐθεντική του φύση, τά διαβάσματά του, τά βιώματά του. Ὁ ἑλληνικός χῶρος, μέ ὅ,τι τόν ὁρίζει, αὐτός καί τόν προσδιόρισε. Γι' αὐτό καί "ποιητής τοῦ Αἰγαίου", ὅπως τόν ἀποκαλοῦν, γι' αὐτό καί "ἡλιοπότης", παρότι βρίσκω συμβατικούς τούς χαρακτηρισμούς, γιατί ὑπάρχει κίνδυνος νά θεωρήσουμε τόν Ἐλύτη ἕναν ποιητή πού μπαίνει σέ καλούπια. Τόν στενεύουμε. Δέν εἶναι μόνο αὐτό. Οὔτε καί ποιητή τῆς ἑλληνικότητας καί τῆς ὀρθοδοξίας μποροῦμε νά τόν ποῦμε. Πάλι τόν στενεύουμε.
Ἡ ἑλληνικότητά του ἔγκειται κυρίως στό ὅτι νιώθει κομμάτι τοῦ τόπου, στόν ὁποῖο ἔτυχε νά γεννηθεῖ, στήν ἱστορική συνείδηση τῆς ἐλευθερίας, στόν ἥλιο, στή θάλασσα, τόν οὐρανό, τούς βράχους καί τόν ἀσβέστη τοῦ Αἰγαίου καί πάνω ἀπ' ὅλα, στή γλώσσα, πού τή θεωρεῖ ἦθος. Γράφει στά "Δημόσια καί Ἰδιωτικά" (Ἵκαρος 1990) "Εἶναι μιά γλώσσα μέ πολύ αὐστηρή γραμματική, πού τήν ἔφτιασε μόνος του ὁ λαός, ἀπό τήν ἐποχή πού δέν ἐπήγαινε ἀκόμα σχολεῖο. Καί τήν τήρησε μέ θρησκευτική προσήλωση κι ἀντοχή ἀξιοθαύμαστη, μέσα στίς πιό δυσμενεῖς ἑκατονταετίες. Ὥσπου ἤρθαμ' ἐμεῖς, μέ τά διπλώματα καί τούς νόμους, νά τόν βοηθήσουμε. Καί σχεδόν τόν ἀφανίσαμε. Ἀπό τό ἕνα μέρος τοῦ φάγαμε τά κατάλοιπα τῆς γραφῆς του καί ἀπό τό ἄλλο τοῦ ροκανίσαμε τήν ἴδια του τήν ὑπόσταση, τόν κοινωνικοποιήσαμε, τόν μεταβάλαμε σέ ἕναν ἀκόμα μικροαστό, πού μᾶς κοιτάζει ἀπορημένος ἀπό κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας τοῦ Αἰγάλεω".
Μέ τήν ὀρθοδοξία ἐξ ἄλλου ἡ σχέση του εἶναι κυρίως αἰσθητική. Δανείζεται σύμβολα ἀπό τό τελετουργικό της, λέξεις καί σχήματα ἀπό τήν ὑμνολογία της, τόν συγκινεῖ ἡ ταπεινή πίστη πού φτιάχνει, ἄς ποῦμε, ἕνα μικρό κάτασπρο ἐκκλησάκι, δέ φαίνεται νά τόν ἐνδιαφέρει τό δογματικό της μέρος.
Ὁ Ἐλύτης δοξάζει τίς αἰσθήσεις, στίς ὁποῖες προσδίδει ἠθική διάσταση. Ὀνειρεύεται μιά ἐποχή πού ὁ ἄνθρωπος, καθαρισμένος ἀπό τά λέπια πού κόλλησε πάνω του ἡ κοινωνική περίσταση, θά ζήσει ὅπως ἡ ἀληθινή του φύση ὁρίζει καί τότε θά εἶναι εὐδαίμων. "Θέλουμε δέ θέλουμε" γράφει στά Ἀνοιχτά Χαρτιά "εἴμαστε ὅλοι δέσμιοι μιᾶς εὐτυχίας, πού ἀπό δικό μας λάθος ἀποστερούμαστε. Κι ὅτι δέν ὑπάρχει χρυσόμαλλο δέρας εἶναι ψέματα. Ὁ καθένας ἀπό μᾶς εἶναι τό χρυσόμαλλο δέρας τοῦ ἑαυτοῦ του". "Ἡ Ποίηση" συνεχίζει "μᾶς ξεμαθαίνει ἀπό τόν κόσμο τῆς φθορᾶς τέτοιον πού τόν βρήκαμε: τόν κόσμο τῆς φθορᾶς. Πού ἔρχεται κάποια στιγμή νά δοῦμε ὅτι εἶναι ἡ μόνη ὁδός γιά νά ὑπερβοῦμε τή φθορά, μέ τήν ἔννοια πού ὁ θάνατος εἶναι ἡ μόνη ὁδός πρός τήν Ἀνάσταση".
Ἔχει ἐνδιαφέρον τό πῶς περνάει ὁ θάνατος στήν ποίησή του. Στό "Ἡμερολόγιο ἑνός ἀθέατου Ἀπριλίου" ὑπάρχει διάχυτη ἡ αἴσθηση τοῦ ποιητῆ γιά τό σκοτεινό μέρος τῆς ζωῆς. Σ' αὐτά τά ποιήματα ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ τό θάνατο, ἀλλά τόν προσπερνᾶμε ἁπαλά, λυτρωτικά σχεδόν. Διαβάζουμε στή σελίδα 10:
Κεῖ κατά τά μεσάνυχτα εἶδα τίς πρῶτες φωτιές
πάνω ἀπ' τ' ἀεροδρόμιο.
Πιό δῶ τό μαῦρο κενό.
Ὕστερα φάνηκε νά 'ρχεται ἡ flora mirabilis ὀρθή πάνω
στό ἅρμα της καί ἀδειάζοντας ἀπό 'να πελώριο χωνί
λουλούδια.
Τά θύματα ἔσκυβαν κι ἔπαιρναν τή στάση πού εἶχαν
πρίν χωρίσουν ἀπό τή Μητέρα.
Στό κοτσάνι τῆς νύχτας ἡ σεληνη σπάραζε.
Στή συλλογή "Τά ρώ τοῦ ἔρωτα" τό ποίημα "Ἡ ποδηλάτισσα"ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό παράδειγμα αἰσθητικῆς ἀντιμετώπισης τοῦ θανάτου:πάνω ἀπ' τ' ἀεροδρόμιο.
Πιό δῶ τό μαῦρο κενό.
Ὕστερα φάνηκε νά 'ρχεται ἡ flora mirabilis ὀρθή πάνω
στό ἅρμα της καί ἀδειάζοντας ἀπό 'να πελώριο χωνί
λουλούδια.
Τά θύματα ἔσκυβαν κι ἔπαιρναν τή στάση πού εἶχαν
πρίν χωρίσουν ἀπό τή Μητέρα.
Στό κοτσάνι τῆς νύχτας ἡ σεληνη σπάραζε.
Τό δρόμο πλάϊ στή θάλασσα περπάτησα
πού 'κανε κάθε μέρα ἡ ποδηλάτισσα.
Βρῆκα τά φροῦτα πού 'χε τό πανέρι της
τό δαχτυλίδι πού' πεσε ἀπ' τό χέρι της.
Βρῆκα τό κουδουνάκι καί τό σάλι της
τίς ρόδες, τό τιμόνι, τό πεντάλι της.
Βρῆκα τή ζώνη της, βρῆκα σέ μιάν ἄκρη
μιά πέτρα διάφανη πού 'μοιαζε μέ δάκρυ.
Τά μάζεψα ἕνα ἕνα καί τά κράτησα
κι ἔλεγα ποῦ 'ναι ποῦ'ναι ἡ ποδηλάτισσα.
Τήν εἶδα νά περνᾶ πάνω ἀπ' τά κύματα
τήν ἄλλη μέρα πάνω ἀπό τά μνήματα.
Τήν τρίτη νύχτωσ' ῎εχασα τ' ἀχνάρια της
στούς οὐρανούς ἀνάψαν τά φανάρια της.
Κάτι παρόμοιο συναντᾶμε στόν Παπαδιαμάντη. Πλῆθος διηγημάτων του ἔχουν θέμα τό θάνατο, συνήθως ἑνός μικροῦ παιδιοῦ, ἑνός νέου ἄντρα, μιᾶς νέας κοπέλας. Αὐτοί οἱ θάνατοι τελοῦνται συνήθως μέσα στήν ἄπειρη ὀμορφιά τῆς φύσης, μέσα στήν ἄπειρη, θάλεγα, ὀμορφιά περιγραφῆς τους ἀπό τό συγγραφέα πού ὁ Ἐλύτης ἀπεριόριστα θαύμασε. Θάνατοι ποιητικοί, δηλ. λυτρωτικοί. Ἡ μόνη διαφορά τους εἶναι ὅτι, ἐνῶ καί οἱ δυό γνωρίζουν τήν "ἀνθρώπινη περίσταση", ὁ ποιητής τήν καταργεῖ, ὁ συγγραφέας τήν ὑπογραμμίζει.πού 'κανε κάθε μέρα ἡ ποδηλάτισσα.
Βρῆκα τά φροῦτα πού 'χε τό πανέρι της
τό δαχτυλίδι πού' πεσε ἀπ' τό χέρι της.
Βρῆκα τό κουδουνάκι καί τό σάλι της
τίς ρόδες, τό τιμόνι, τό πεντάλι της.
Βρῆκα τή ζώνη της, βρῆκα σέ μιάν ἄκρη
μιά πέτρα διάφανη πού 'μοιαζε μέ δάκρυ.
Τά μάζεψα ἕνα ἕνα καί τά κράτησα
κι ἔλεγα ποῦ 'ναι ποῦ'ναι ἡ ποδηλάτισσα.
Τήν εἶδα νά περνᾶ πάνω ἀπ' τά κύματα
τήν ἄλλη μέρα πάνω ἀπό τά μνήματα.
Τήν τρίτη νύχτωσ' ῎εχασα τ' ἀχνάρια της
στούς οὐρανούς ἀνάψαν τά φανάρια της.
Ὁ Ἐλύτης ἀρνεῖται νά τοποθετήσει μέσα στόν Παράδεισό του τόν ἄνθρωπο δυστυχισμένο. Τόν φτιάχνει λοιπόν ὅπως τόν θέλει, νά χαίρεται καί νά βιώνει βαθιά τό μυστήριο τοῦ κόσμου. Ἔτσι, ἄνθρωπος καί φύση συναποτελοῦν μιά ἠθική δύναμη πού συνιστᾶ μιά νέα μεταφυσική.
Ὁ Παπαδιαμάντης στήνει ἕναν κόσμο πού πεθαίνει μές στήν ὀμορφιά, γιά νά ξαναγίνει ὀμορφιά: λουλούδια, δέντρα, βράχοι, μυροβόλημα. Ὁ Ἐλύτης στήνει ἕναν κόσμο ἰδανικῆς ὀμορφιᾶς τέτοιον, πού δέν πεθαίνει, γιατί ἀρχή καί τέλος ταυτίζονται: "ἐδῶ τελειώνει ὁ θάνατος, ἐδῶ ἡ ζωή ἀρχίζει", στίχος ἀπό τό νεανικό του ποίημα "Ἆσμα ἡρωϊκό καί πένθιμο γιά τό χαμένο ἀνθυπολοχαγό τῆς Ἀλβανίας", (1943), αἴσθηση πού δέν ἀλλοιώνεται ὡς καί τήν τελευταία του συλλογή "Δυτικά τῆς λύπης" (1995), βαθύτατα ἐπηρεασμένος ἀπό τόν σκοτεινό Ἐφέσιο:
"Ἡ ὕλη ἡλικία δέν ἔχει.
Μόνο ν' ἀλλάζει ξέρει.
Θές πάρτην ἀπό τήν ἀρχή
θές ἀπ' τό τέλος.
Ἤρεμα κυλάει ἐμπρός ἡ ἐπιστροφή καί σύ τήν
παρακολουθεῖς δῆθεν ἀδιάφορος
... Ἄχ θάλασσα πάνω πού ξυπνᾶς πώς ξανακαινουργιώνονται ὅλα!" (ἀπόσπασμα ἀπό τό ποίημα "Ὡς Ἐνδυμίων")
Κορίτσια κι ἀγόρια στόν Ἐλύτη ἔχουν μιάν ἀλεγρία, κάτι ἀτίθασο, εἶναι κομμάτι τοῦ τοπίου. Σ' ὁλόκληρο σχεδόν τό ἔργο του φυσάει ἕνας ἄνεμος σάν ὅλα νά λικνίζονται στό φῶς, ὅλος ὁ κόσμος στήν ποίησή του εἶναι ἕνας λεβέντης ἄνεμος, ξέρει μόνο νά ζεῖ, ἀγνοεῖ τό θάνατο.Μόνο ν' ἀλλάζει ξέρει.
Θές πάρτην ἀπό τήν ἀρχή
θές ἀπ' τό τέλος.
Ἤρεμα κυλάει ἐμπρός ἡ ἐπιστροφή καί σύ τήν
παρακολουθεῖς δῆθεν ἀδιάφορος
... Ἄχ θάλασσα πάνω πού ξυπνᾶς πώς ξανακαινουργιώνονται ὅλα!" (ἀπόσπασμα ἀπό τό ποίημα "Ὡς Ἐνδυμίων")
Κυνηγός τῶν χρωμάτων στή ζωγραφική του, ἐξομολογεῖται: "ξυπνάω τίς νύχτες ἀνήσυχος γιά κάποια ἀπόχρωση τοῦ μώβ, ποτέ μου ὅμως γιά τό τί μπορεῖ νά γίνεται στά ἐμπορεῖα τῆς Ἀγορᾶς". Πράγματι, παρά τήν πολιορκία πού κατά καιρούς τοῦ ἔγινε νά συμμετάσχει στήν ἐνεργό πολιτική ζωή, δέν ἐνέδωσε. Παρέμεινε προσηλωμένος στό ποιητικό του ὅραμα, μέ ἐπιμονή καί πεῖσμα, κραδαίνοντας τά σύμβολά του, τή θεά Φυτώ καί τή θεά Εὐδάνη, δυό γυναικεῖες φιγούρες πού ἐνσαρκώνουν ἡ πρώτη τό φυτικό κόσμο καί ἡ δεύτερη τό θαλάσσιο. Στό βιβλίο του "Τά δημόσια καί τά ἰδιωτικά" ἐξομολογεῖται: "Μετατρέποντας τό φυτό ἀπό οὐδέτερο σέ θηλυκό, καί θεωρώντας το σαν Κόρη, περίπου, ἁγία ἤ θεά, ζωγράφισα, χωρίς νά εἶμαι ζωγράφος, καί μάλιστα σέ πολλές παραλλαγές, μιά θεά Φυτώ, πού τῆς ἔβαλα βυσσινιά δυνατά καί χρυσά καί φωτοστέφανο στό κεφάλι, μέ τήν ἐλπίδα νά μπορεῖ δίπλα μου νά ἐνσαρκώνει κεῖνον τόν ἀέρα πού ἔρχεται σάν ἀπό θαῦμα μέσ' ἀπ' τά ἔγκατα τῆς γῆς καί νά ὑποκαταστήσει ὅσα καί σάν εἰδωλολάτρες καί σάν χριστιανοί διακονήσαμε στό βωμό τοῦ Ποσειδώνα καί τῆς Παρθένου". Ἔτσι ἔστησε τό δικό του εἰκονοστάσι.
Ὁ ποιητής ἔρχεται ἀπό τόν κόσμο τῶν Ὀρφικῶν, τῶν Προσωκρατικῶν, τοῦ Πλάτων, τοῦ Πλωτίνου, τή μυστικοπάθεια τοῦ Βυζαντίου, ἡ ψυχή δέν χωράει μόνο στή γήϊνο, προεκτείνεται στό ἀθέατο, ἴσως νάρχεται κι ἀπό κεῖ, διασκορπίζεται στό σύμπαν, ὅπως ἡ ποίησή του, ἡ γλώσσα του, ὅ,τι τόν συνιστᾶ.
Τό πόσο ἡ ποίησή του κατάφερε νά ὑπηρετήσει μέ δεξιοσύνη τό ποιητικό του ὅραμα, αὐτό εἶναι πάντα πρός συζήτηση. Ὅσο γιά τό ποιητικό του ὅραμα, αὐτό καθαυτό, τολμῶ νά ὑποστηρίξω πώς σέ μιά ἐποχή χρεοκοπίας, σάν τή δική μας, μπορεῖ νά ἀποτελέσει νόημα ζωῆς, γιατί εἶναι βαθιά ἀνθρώπινο, δηλαδή ἀληθινό.
[Τό κείμενο ἀποτελεῖ σύνοψη εὐρύτερης παρουσίασης καί δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 6, Ὀκτώβριος 1996]
Ὁ Ἡράκλειτος σ' ἕνα ποίημα τοῦ Σεφέρη
(Ἀπό τό ἡμερολόγιο Καταστρώματος Γ΄)
Μνήμη Β
Έφεσος
Μιλοῦσε καθισμένος σ' ἕνα μάρμαρο
πού ἔμοιαζε ἀπομεινάρι ἀρχαίου πυλώνα
ἀπέραντος δεξιά κι ἄδειος ὁ κάμπος
ζερβά κατέβαιναν ἀπ' τό βουνό τ' ἀπόσκια:
"Εἶναι παντοῦ τό ποίημα. Ἡ φωνή σου
καμιά φορά προβαίνει στό πλευρό του
σάν τό δελφίνι πού γιά λίγο συντροφεύει
μαλαματένιο τρεχαντήρι μές στόν ἥλιο
καί πάλι χάνεται. Εἶναι παντοῦ τό ποίημα
σάν τά φτερά τοῦ ἀγέρα μές στόν ἀγέρα
πού ἄγγιξαν τά φτερά τοῦ γλάρου μιά στιγμή.
Ἴδιο καί διάφορο ἀπό τή ζωή μας, πῶς ἀλλάζει
τό πρόσωπο κι ὡστόσο μένει τό ἴδιο
γυναίκας πού γυμνώθηκε. Τό ξέρει
ὅποιος ἀγάπησε, στό φῶς τῶν ἄλλων
ὁ κόσμος φθείρεται, μά ἐσύ θυμήσου
Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο".
Εἶπε, καί πῆρε τό μεγάλο δρόμο
πού πάει στ' ἀλλοτινό λιμάνι, χωνεμένο τώρα
πέρα στά βοῦρλα. Τό λυκόφως
θά 'λεγες γιά τό θάνατο ἑνός ζώου,
τόσο γυμνό.
Θυμᾶται ἀκόμη,
ταξίδευε σ' ἄκρες ἰωνικές, σ' ἄδεια κοχύλια θεάτρων
κι ἐγώ τόν ρωτοῦσα: "Κάποτε θά ξαναγεμίσουν;"
Καί μ' ἀποκρίθηκε: "Μπορεῖ, τήν ὥρα τοῦ θανάτου.
Κι ἔτρεξε στήν ὀρχήστρα οὐρλιάζοντας:
"Ἀφῆστε με ν' ἀκούσω τόν ἀδερφό μου!"
Κι ἦταν σκληρή ἡ σιγή τριγύρω μας
κι ἀτάραχη στό γυαλί τοῦ γαλάζιου".
Έφεσος
Μιλοῦσε καθισμένος σ' ἕνα μάρμαρο
πού ἔμοιαζε ἀπομεινάρι ἀρχαίου πυλώνα
ἀπέραντος δεξιά κι ἄδειος ὁ κάμπος
ζερβά κατέβαιναν ἀπ' τό βουνό τ' ἀπόσκια:
"Εἶναι παντοῦ τό ποίημα. Ἡ φωνή σου
καμιά φορά προβαίνει στό πλευρό του
σάν τό δελφίνι πού γιά λίγο συντροφεύει
μαλαματένιο τρεχαντήρι μές στόν ἥλιο
καί πάλι χάνεται. Εἶναι παντοῦ τό ποίημα
σάν τά φτερά τοῦ ἀγέρα μές στόν ἀγέρα
πού ἄγγιξαν τά φτερά τοῦ γλάρου μιά στιγμή.
Ἴδιο καί διάφορο ἀπό τή ζωή μας, πῶς ἀλλάζει
τό πρόσωπο κι ὡστόσο μένει τό ἴδιο
γυναίκας πού γυμνώθηκε. Τό ξέρει
ὅποιος ἀγάπησε, στό φῶς τῶν ἄλλων
ὁ κόσμος φθείρεται, μά ἐσύ θυμήσου
Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο".
Εἶπε, καί πῆρε τό μεγάλο δρόμο
πού πάει στ' ἀλλοτινό λιμάνι, χωνεμένο τώρα
πέρα στά βοῦρλα. Τό λυκόφως
θά 'λεγες γιά τό θάνατο ἑνός ζώου,
τόσο γυμνό.
Θυμᾶται ἀκόμη,
ταξίδευε σ' ἄκρες ἰωνικές, σ' ἄδεια κοχύλια θεάτρων
κι ἐγώ τόν ρωτοῦσα: "Κάποτε θά ξαναγεμίσουν;"
Καί μ' ἀποκρίθηκε: "Μπορεῖ, τήν ὥρα τοῦ θανάτου.
Κι ἔτρεξε στήν ὀρχήστρα οὐρλιάζοντας:
"Ἀφῆστε με ν' ἀκούσω τόν ἀδερφό μου!"
Κι ἦταν σκληρή ἡ σιγή τριγύρω μας
κι ἀτάραχη στό γυαλί τοῦ γαλάζιου".
Ἡ μεταμόρφωση, ὡς πραγματικότητα τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς, συναντᾶται στήν ποίηση καί τή φιλοσοφία ἀπό πολύ παλιά. Ἐξ ἄλλου τό ποίημα ὅοπως καί μιά σύλληψη φιλοσοφική μεταμορφώσεις εἶναι. Ὁ ποιητής πάσχει, ὁ φιλόσοφος ἐνορᾶται καί οἱ δύο αἰσθητοποιοῦν μέ λέξεις ὅ,τι τούς συμβαίνει μέ λέξεις ὅ,τι τούς συμβαίνει, ὁ καθένας μέ τό δικό του τρόπο. Συχνά, οἱ δύο αὐτές ἰδιότητες συνυπάρχουν στό ἴδιο πρόσωπο. Χαρακτηριστική περίπτωση εἶναι αὐτή τῶν Ἰώνων φιλοσόφων. Στά σπαράγματά τους ποίηση καί φιλοσοφία συγχέονται. Μελετώντας π.χ. Ἡράκλειτο, σ' ὅ,τι μᾶς ἔχει διασωθεῖ, διαπιστώνει κανείς πώς ἡ συμπύκνωση καί ἡ μεταφορά ἀλλά καί τό ἀποκαλυπτικό στοιχεῖο, γνωρίσματα κατ' ἐξοχήν τῆς ποίησης, σφραγίζουν τό φιλοσοφικό στοχασμό τοῦ Ἐφέσιου.
Δέν εἶναι ἴσως τυχαῖο ὅτι ποιητές ξένοι καί δικοί μας, παραπέμπουν συνειδητά ἤ ἀσύνειδα στόν Ἡράκλειτο. Ἀναφέρω ἐνδεικτικά τόν Ἔλιοτ, τόν Σικελιανό, τόν Σεφέρη, τόν Ἐλύτη. Ὁ Ἐλύτης μάλιστα στήν τελευταία ποιητική συλλογή του: "Δυτικά τῆς λύπης" ἀποχαιρετᾶ τόν κόσμο πεπεισμένος γιά τήν ἀέναο μεταμόρφωση καί ἐπιστροφή.
Ὁ Σεφέρης, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, στό ποίημα "Ἔφεσος" θεωρεῖ τόν Ἡράκλειτο ὄχι μόνο ὁμότεχνό του ἀλλά καί δάσκαλό του, καθώς τόν φαντάζεται νά ὑποβάλλει τρόπους μέ τούς ὁποίους θά τοῦ χαριστεῖ τό ποίημα. Ὁ φιλόσοφος, ὡς εἰδικός τῆς ποιητικῆς λειτουργίας - κατά τόν ποιητή - τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι συχνά ἡ φωνή καί στήν καθημερινή ἀκόμη κουβέντα, φέρει τό ποίημα᾿ κι ἀκόμα ὅτι τό ποίημα βρίσκεται παντοῦ, φτάνει νά μπορεῖς νά βλέπεις ποιητικά τόν κόσμο. Τό ποίημα εἶναι ἡ αἰώνια νεότητα τοῦ κόσμου, ἀφοῦ ὁ ποιητής ἔχει ἀκριβῶς αὐτή τή δυνατότητα: Νά τόν ξανακαινουργιώνει. "Ὠφτός Ἀΐδης καί Διόνυσος" "Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο".
Μετά τόν ἀποκαλυπτικό γιά τό ποίημα λόγο τοῦ φιλοσόφου ὁ ποιητής ἐνθαρρυμένος ἀφήνει τό βλέμμα του νά χαϊδέψει τά ἀρχαῖα θέατρα στίς ἰωνικές ἀκτές: "Κάποτε θά ξαναγεμίσουν;" "Μπορεῖ, τήν ὥρα τοῦ θανάτου".
Ὁ ποιητής ἔμπλεος ἀπό τά Ἡρακλείτεια φθέγματα περιδιαβάζει τή σύγχρονη Ἰωνία, δηλαδή τόν Ἄδη, ἀναζητώντας ἀπελπισμένα τό Διόνυσο, δηλαδή τή δική του Ἰωνία. Καί, ἀφοῦ Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο, γιατί ὄχι; Μπορεῖ νά τήν ξαναβρεῖ "τήν ὥρα τοῦ θανάτου". Ἡ πιθανότητα πού ἐγγυᾶται ἡ ποίηση ὁδηγεῖ σέ ἐπώδυνη ἀδημονία, γι' αὐτό καί τό οὐρλιαχτό. "Ἀφῆστε με ν' ἀκούσω τόν ἀδελφό μου". Ἐδῶ ποιητής καί φιλόσοφος ταυτίζονται, ἄλλωσε ὁ λόγος τοῦ Ἡράκλειτου δέν εἶναι παρά ἡ μυστική φωνή τοῦ ποιητῆ, ἔτσι, καθώς ἀναδύεται ἀπό τά βάθη τοῦ προγονικοῦ παρελθόντος, ἀποκαλυπτική καί μεταμορφωτική.
Τό ποίημα αὐτό ἀποτελεῖ "παλίνδρομον ἁρμονίην":
Ὁ Σεφέρης στό ποίημα θέτει τό πρόβλημα τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας: -Ποῦ πᾶμε; -Χανόμαστε. "Ἀνίδεοι καί χορτάτοι" (στίχος τοῦ Σεφέρη ἀπό τό ποίημα "Οἱ σύντροφοι στόν Ἄδη") Θά ξαναβρεθοῦμε; "Μπορεῖ. Τήν ὥρα τοῦ θανάτου". Ὁ Παλαμᾶς εἶπε τό ἴδιο μέ τόν τρόπο του:
Δέν πρόκειται λοιπόν γιά χαμό, γιά μεταμόρφωση πρόκεται. Ἀλλάζουμε, μέ τά πολλά ἤ λίγα λάθη μας. Θά 'λεγα μάλιστα πώς βιαζόμαστε νά γίνουμε κάτι ἄλλο, ἴσως ἔχουμε κι ὅλας γίνει "ἄλλοι". Ὅμως ὑπάρχει πάντα τό ἀναλλοίωτο, κάτι πού λάμπει: "ὡσάν τά δόντια αὐτοῦ τοῦ σκύλου" (ἀπό τό ποίημα "Ἄγραφον", τοῦ Σικελιανοῦ) κι αὐτό εἶναι ἡ μαγιά κάθε φορά γιά μιά εὐφρόσυνη ἀνανέωση. Πρός τό παρόν ἐξουσιάζει ἡ σιωπή: "Κι ἦταν σκληρή ἡ σιγή τριγύρω μας / κι ἀχάραχτη στό γυαλί τοῦ γαλάζιου".
Ὁ ὑποφήτης ἔσκισε σάν κεραυνός τό ποίημα καί ἐξαφανίστηκε. Σέ μᾶς ἔμεινε ἡ καταλυτική μνήμη, ζωοποιός, ἐλπιδοφόρα. Ἡ ποίηση, μέ τή μεταμορφωτική της δύναμη, τήν ἀνέσυρε ἀπό τή σκοτεινή της κρύπτη καί τήν πρόσφερ λάμπουσα πάλι στή δική μας μνήμη, στή μνήμη ὅσων τουλάχιστον κρατοῦν τήν Ἑλλάδα ὡς ἀξία καί τήν περιφρουροῦν. Στή μνήμη, ἐντέλει, ὅσων πασχίζουν γιά τήν πνευματική προκοπή -τή μεταμόρφωση- ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας.
[Τό ἄρθρο δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 11, Ἰανουάριος 1998]
Δέν εἶναι ἴσως τυχαῖο ὅτι ποιητές ξένοι καί δικοί μας, παραπέμπουν συνειδητά ἤ ἀσύνειδα στόν Ἡράκλειτο. Ἀναφέρω ἐνδεικτικά τόν Ἔλιοτ, τόν Σικελιανό, τόν Σεφέρη, τόν Ἐλύτη. Ὁ Ἐλύτης μάλιστα στήν τελευταία ποιητική συλλογή του: "Δυτικά τῆς λύπης" ἀποχαιρετᾶ τόν κόσμο πεπεισμένος γιά τήν ἀέναο μεταμόρφωση καί ἐπιστροφή.
Ὁ Σεφέρης, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, στό ποίημα "Ἔφεσος" θεωρεῖ τόν Ἡράκλειτο ὄχι μόνο ὁμότεχνό του ἀλλά καί δάσκαλό του, καθώς τόν φαντάζεται νά ὑποβάλλει τρόπους μέ τούς ὁποίους θά τοῦ χαριστεῖ τό ποίημα. Ὁ φιλόσοφος, ὡς εἰδικός τῆς ποιητικῆς λειτουργίας - κατά τόν ποιητή - τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι συχνά ἡ φωνή καί στήν καθημερινή ἀκόμη κουβέντα, φέρει τό ποίημα᾿ κι ἀκόμα ὅτι τό ποίημα βρίσκεται παντοῦ, φτάνει νά μπορεῖς νά βλέπεις ποιητικά τόν κόσμο. Τό ποίημα εἶναι ἡ αἰώνια νεότητα τοῦ κόσμου, ἀφοῦ ὁ ποιητής ἔχει ἀκριβῶς αὐτή τή δυνατότητα: Νά τόν ξανακαινουργιώνει. "Ὠφτός Ἀΐδης καί Διόνυσος" "Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο".
Μετά τόν ἀποκαλυπτικό γιά τό ποίημα λόγο τοῦ φιλοσόφου ὁ ποιητής ἐνθαρρυμένος ἀφήνει τό βλέμμα του νά χαϊδέψει τά ἀρχαῖα θέατρα στίς ἰωνικές ἀκτές: "Κάποτε θά ξαναγεμίσουν;" "Μπορεῖ, τήν ὥρα τοῦ θανάτου".
Ὁ ποιητής ἔμπλεος ἀπό τά Ἡρακλείτεια φθέγματα περιδιαβάζει τή σύγχρονη Ἰωνία, δηλαδή τόν Ἄδη, ἀναζητώντας ἀπελπισμένα τό Διόνυσο, δηλαδή τή δική του Ἰωνία. Καί, ἀφοῦ Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο, γιατί ὄχι; Μπορεῖ νά τήν ξαναβρεῖ "τήν ὥρα τοῦ θανάτου". Ἡ πιθανότητα πού ἐγγυᾶται ἡ ποίηση ὁδηγεῖ σέ ἐπώδυνη ἀδημονία, γι' αὐτό καί τό οὐρλιαχτό. "Ἀφῆστε με ν' ἀκούσω τόν ἀδελφό μου". Ἐδῶ ποιητής καί φιλόσοφος ταυτίζονται, ἄλλωσε ὁ λόγος τοῦ Ἡράκλειτου δέν εἶναι παρά ἡ μυστική φωνή τοῦ ποιητῆ, ἔτσι, καθώς ἀναδύεται ἀπό τά βάθη τοῦ προγονικοῦ παρελθόντος, ἀποκαλυπτική καί μεταμορφωτική.
Τό ποίημα αὐτό ἀποτελεῖ "παλίνδρομον ἁρμονίην":
φιλόσοφος-ποιητής-ποιητής-φιλόσοφος
Ἄδης-Διόνυσος-Διόνυσος-Ἄδης
Ἄδης-Διόνυσος-Διόνυσος-Ἄδης
χθές-σήμερα-σήμερα-χθές
Ὁ Διόνυσος Ζαγρέας ἐδῶ, διαμελισμένος ὁ ἴδιος καί ξαναγεννημένος, θεός τελικά τοῦ Ἄδη, συμβολίζει τή ζωή στό σύμπαν. Ἡ φθορά εἶναι φαινομενική, μεταμόρφωση μόνο ὑπάρχει, γι' αὐτό κι ὁ φιλόσοφος καί ὁ ποιητής σ' αὐτόν τόν "ἀναστάντα" Διόνυσο ὁρκίζονται: "Στό φῶς τῶν ἄλλων ὁ κόσμος φθείρεται; μά ἐσύ θυμήσου/Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο".Ὁ Σεφέρης στό ποίημα θέτει τό πρόβλημα τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας: -Ποῦ πᾶμε; -Χανόμαστε. "Ἀνίδεοι καί χορτάτοι" (στίχος τοῦ Σεφέρη ἀπό τό ποίημα "Οἱ σύντροφοι στόν Ἄδη") Θά ξαναβρεθοῦμε; "Μπορεῖ. Τήν ὥρα τοῦ θανάτου". Ὁ Παλαμᾶς εἶπε τό ἴδιο μέ τόν τρόπο του:
Καί μή ἔχοντας πιό κάτω ἄλλο σκαλί
νά κατρακυλήσεις πιό βαθιά
στοῦ Κακοῦ τή σκάλα
γιά τ' ἀνέβασμα ξανά πού σέ καλεῖ
θά αἰστανθεῖς νά σοῦ φυτρώνουν, ὤ χαρά!
τά φτερά
τά φτερά τά πρωτινά σου τά μεγάλα!
Σ' ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο, οἱ ἰωνικές ἀκτές συμβολίζουν ὁλόκληρη τήν Ἑλλάδα. Ὅπως καί τά ἀρχαῖα θέατρα, τόσο ἴδια μέ τούς πασίχαρους μικρούς κολπίσκους της, συμβολίζουν τήν πνευματικότητα πού ἀποπνέει τό ἑλληνικό τοπίο, ἀλλά καί τήν καλλιτεχνική δημιουργία, ἔκφραση τοῦ Ἕλληνα ἀνθρώπου. Σ' ἕνα εὐρύτερο ἐπίπεδο ἡ Ἔφεσος τοῦ ποιήματος μπορεῖ νά εἶναι ὁ παγκόσμιος χῶρος ἐντός τοῦ ὁποίου ὁ λογισμός δρᾶ καί κινεῖται, ἀνθοφορεῖ καί μαραίνεται, γιά νά ξανανθίσει: "εἴμαστε ὁ σπόρος πού πεθαίνει" λέει σ' ἕνα ἄλλο του ποίημα.νά κατρακυλήσεις πιό βαθιά
στοῦ Κακοῦ τή σκάλα
γιά τ' ἀνέβασμα ξανά πού σέ καλεῖ
θά αἰστανθεῖς νά σοῦ φυτρώνουν, ὤ χαρά!
τά φτερά
τά φτερά τά πρωτινά σου τά μεγάλα!
Δέν πρόκειται λοιπόν γιά χαμό, γιά μεταμόρφωση πρόκεται. Ἀλλάζουμε, μέ τά πολλά ἤ λίγα λάθη μας. Θά 'λεγα μάλιστα πώς βιαζόμαστε νά γίνουμε κάτι ἄλλο, ἴσως ἔχουμε κι ὅλας γίνει "ἄλλοι". Ὅμως ὑπάρχει πάντα τό ἀναλλοίωτο, κάτι πού λάμπει: "ὡσάν τά δόντια αὐτοῦ τοῦ σκύλου" (ἀπό τό ποίημα "Ἄγραφον", τοῦ Σικελιανοῦ) κι αὐτό εἶναι ἡ μαγιά κάθε φορά γιά μιά εὐφρόσυνη ἀνανέωση. Πρός τό παρόν ἐξουσιάζει ἡ σιωπή: "Κι ἦταν σκληρή ἡ σιγή τριγύρω μας / κι ἀχάραχτη στό γυαλί τοῦ γαλάζιου".
Ὁ ὑποφήτης ἔσκισε σάν κεραυνός τό ποίημα καί ἐξαφανίστηκε. Σέ μᾶς ἔμεινε ἡ καταλυτική μνήμη, ζωοποιός, ἐλπιδοφόρα. Ἡ ποίηση, μέ τή μεταμορφωτική της δύναμη, τήν ἀνέσυρε ἀπό τή σκοτεινή της κρύπτη καί τήν πρόσφερ λάμπουσα πάλι στή δική μας μνήμη, στή μνήμη ὅσων τουλάχιστον κρατοῦν τήν Ἑλλάδα ὡς ἀξία καί τήν περιφρουροῦν. Στή μνήμη, ἐντέλει, ὅσων πασχίζουν γιά τήν πνευματική προκοπή -τή μεταμόρφωση- ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας.
[Τό ἄρθρο δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 11, Ἰανουάριος 1998]
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)