Μιά ζωή σκοτάδι
Μιά ζωή δε σε φτάνει
Να δεις πως
το δίκιο του ζώου
Κατοικεί στην παλάμη σου,
Στα μάτια η λύπη του,
Ίδια η δική σου
Να δεις
Την αράχνη
Κουνούπι να τρώει το φόβο σου,
Πως αρνί είν' ο λύκος
Και λύκος ο φόβος σου.
Ακρίβεια
Είναι κάτι λέξεις ακριβές,
παλιό μετάξι,
λίγο να τις φρεσκάρεις,
τρίζουν.
Έτσι και ταιριάσουν στην υφή,
στους τόνους,
αν ο συνδυασμός τους δώσει,
όπως λέν, προοπτική,
ατσάκιγες, της ώρας,
τις φοράει το ποίημα
και φυσάει.
Ματαίωση
Η Σελάννα -
Ποιόν να σκεπάσουν,
τα λουσμένα της μαλλιά;
Ποιόν να ζεστάνουν
τ' αχνιστά της μέλη;
Ο Ενδυμίων -
Τον γράπωσε η πόλη᾿
τον έριξε σε λερούς δρόμους,
σε σάπιες αγκαλιές.
Ποτάμι ρόδινο
Κελαρύζουν στα έγκατα οι πηγές του.
Την εποχή των πλημμυρών
κατηφορίζει αθέατες πλαγιές,
σεισμογενείς περιοχές, χαράδρες
και χύνεται στον κόλπο με τα βρύα
ρόδινο, αχνιστό, σήμα θριάμβου.
Σαν το φεγγάρι έρχεται και φεύγει.
Στην ξηρασία κλιμακωτά στερεύει
πηγές και κοίτη χάνονται στο χώμα.
Ποτάμι σκοτεινό, ρόδινο τρέχεις...
Κάθοδος
Τόνοι του μώβ
κυκλάμινο
και πασχαλιά
και φούξια
κι ακόμα πιό βαθύ
βελούδο του πανσέ
και πιό πολύ βαθύ, προς μπλέ,
ωκεανός
βυθός
τα έγκατά μου.
Σάββατο 14 Μαρτίου 2009
Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009
Σπύρος Κατσίμης
Ο ποιητής του φευγαλέου και της ρέμβης
Ο Σπύρος Κατσίμης έκαμε την εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα τη δεκαετία του '50. Μπορούμε λοιπόν να τον εντάξουμε, ως ποιητική περίπτωση, στους ποιητές της Β΄Μεταπολεμικής γενιάς. Η ποίησή του διαθέτει τα γνωρίσματα της μοντέρνας ποίησης: ελεύθερο στίχο, εσωτερικό ρυθμό, ονειρικό στοιχείο, αντηχήσεις από την παραδοσιακή ποίηση - ιδίως τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Σεφέρη. Ευτυχώς δεν πέφτει στην παγίδα του υπερρεαλισμού, παίρνει από αυτόν ό,τι της χρειάζεται, ίσα για ν' αποκτήσει -μέσα στη λιτότητά της- περισσότερη ελευθερία. Έτσι ο Σ.Κ. δημιουργεί ένα ποιητικό τοπίο προσωπικό και αναγνωρίσιμο, με κύρια χαρακτηριστικά: τα απαλά χρώματα, τό γκρίζο της βροχής και της ομίχλης, την ευγένεια του παλιού, τη ζωγραφική ματιά του πίνακα που κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογικής έκδοσης των ποιημάτων του. Αρκετά ποιήματά του αφήνουν την αίσθηση μιάς μαγικής εικόνας χωρίς εικόνα.
Το ποιητικό γεγονός ακολουθεί την προσωπική μυθολογία του ποιητή, σε ατομικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο, αυτό που αλλιώς λέμε "λυρισμό του εγώ"και "λυρισμό του εμείς": Η αναζήτηση του έρωτα, οι γονείς, το παλιό σπίτι, η αγαπημένη, τα παιδιά, η ομορφιά του παλιού, οι φίλοι, η ιστορία ως γεγονός βιωμένο, όπως: το Πολυτεχνείο και η μεταπολίτευση, τα οράματα, η πολιτική ως κούφια ρητορεία, η νέα εποχή ως οδύνη, η περιβαλλοντική αλλοίωση, η αλλοτρίωση από την κοινωνία της κατανάλωσης, η θλίψη για τη διαψευσμένη ζωή. Αυτά και άλλα που όμως καταθέτονται ως ψίθυροι, όχι ως κραυγές ή συνθήματα, σαν αναστεναγμοί που βγαίνουν από βαθιά κι ίσα και φτάνει ο αχός τους, ή, σαν καπνός που ταξιδεύει στον ορίζοντα από κάτι που κουφοκαίει.
Στις πρώτες συλλογές παρακολουθούμε μια ματαίωση, ένα σπάραγμα ζωής αδικαίωτο, μιάν ευαισθησία που αγωνίζεται να βρει την έκφρασή της. Ήδη, κάποιοι στίχοι - όχι ολόκληρα ποιήματα - προοιωνίζονται την κατοπινή ανθοφορία:
"ό,τι αγαπιέται δεν πεθαίνει" από το ποίημα "Το λυκόφως του καλλιτέχνη".
"Κείτομαι εδώ αποζητώντας έναν ήρεμο ύπνο
κάτω απ' τά γυμνά δέντρα,
το φθινόπωρο γλυκά ν' αποκοιμήσω
να ονειρευτεί την Άνοιξη και Σένα
(από το ποίημα "Μεθυσμένο Φθινόπωρο")
Μιά πιό ξεκαθαρισμένη ποιητική πρόθεση επισημαίνουμε στο ποίημα "Η κούκλα".
Το 1964 κυκλοφορεί η συλλογή "Έξοδος", όπου είναι, ευκρινώς πλέον, μιά πιό ώριμη φωνή. Τα ποιήματα συντομεύουν, η ποιητική ιδέα γίνεται διαυγέστερη, ο ποιητής ελέγχει τα ποιητικά του μέσα, κατακτάται σιγά-σιγά η απαραίτητη οικονομία, με αποτέλεσμα ποιήματα που μας αιφνιδιάζουν με την αρτιότητά τους:
Η ζωγραφιά
Έμεινες όσο να τελειώσω
τη ζωγραφιά μου αγαπημένη
μπρός από τη θάλασσα, τα ρόδα και τά στάχυα
με τα κόκκινα χείλη, τα ξανθά μαλλιά
και τα γαλάζια μάτια.
Και τώρα δεν υπάρχεις πιά,
Γιατί ήσουν μόνο της αγάπης
η θάλασσα, τα ρόδα και τα στάχυα
που θέλησα να ζωγραφίσω.
Στη συλλογή "Οι Ρήτορες" (1974), η ποιητική τέχνη του Σ.Κ. παρουσιάζει σταθερή πορεία, μιά σιγουριά -θά'λεγα_, και, εδώ, κάνουν την εμφάνισή τους ποιήματα αιχμής για τους αγώνες των νέων για ελευθερία και δικαιοσύνη. Σε στίχους δραστικούς μνημειώνεται η εξέγερση των νέων στο Πολυτεχνείο:
Μια ριπή πολυβόλου τραυματίζει το φως
Μας κυνηγούσαν στα σκοτεινά πάρκα και τις παρόδους
γιατί -λέει- θα καίγαμε την πόλη
με τον ήλιο που κρύβαμε.
(από το ποίημα "Μας ξάφνιασε η νύχτα").
Αρκετά ποιήματα αποτυπώνουν την αμηχανία για την αποξένωση ανθρώπων και τόπων:
Το δωμάτιο
Το δωμάτιο μου φάνηκε σαν ξένο,
άλλ' όταν έστρωσα
το παλιό μου χαλί, τοποθέτησα
το φθαρμένο τραπέζι στη μέση
και τη μοναδική καρέκλα, τότε
γίνηκε ίδιο με τ' άλλο που εγκατέλειψα.
Έτσι, κι από το παράθυρο η θέα
του δρόμου ήταν ίδια και οι γείτονες
σαν πρόσωπα γνωστά που μ' ακολούθησαν
στη νέα μου συνοικία.
Άλλα ποιήματα αποπνέουν σαρκασμό για το παράλογο της ανθρώπινης μοίρας:
Το νεόχτιστο
Οι γέροι έχτιζαν το σπίτι για το μέλλον,
φροντίζοντας πολύ να μεγαλώσουν το χώρο
των ανατολικών δωματίων, τα παράθυρα
-με θέα τα πράσινα περιβόλια-
να είναι το σπίτι καλά προφυλαγμένο
απ' τις βροχές και τους ανέμους.
Έβαψαν, ύστερα, τους τοίχους
μ' ανοιξιάτικα χρώματα κι απόμειναν
ετοιμοθάνατοι... προσμένοντας
τους συγγενείς.
Στις συλλογές που ακολουθούν 1983 έως και 2004, τα ποιήματα γίνονται ακόμη πιό συμπαγή, επιτυγχάνεται συχνά αυτό που λέμε συμπύκνωση, ενώ η αιχμή και ο σαρκασμός, ευκρινέστερα τώρα, κυριαρχούν:
Ο λόφος
Μιά μέρα πέρασαν τις γειτονιές με τα χαλάσματα
Και βρέθηκαν στον μοναδικό πράσινο λόφο, κυκλωμένοι
από τους οικοπεδοφάγους...
Ένα άλλο στοιχείο που διατρέχει ολόκληρο το ποιητικό σώμα του Σ.Κ. είναι ο έρωτας, στην αληθινή του διάσταση: άπιαστος, περιπόθητος, βαθύτατα υπαρξιακός. Ο Σ.Κ. δεν παίζει μαζί του, δεν τον αντιμετωπίζει εγκεφαλικά, δηλ. ψεύτικα, αντιθέτως, διάχτυη είναι η ανάγκη της ψυχής του να σμίξει την άλλη ψυχή, να ταυτιστεί μέσω αυτής με την ψυχή του κόσμου. Η Ελληνική σκέψη για το μέγα μυστήριο του έρωτα, απ' όπου αντλεί την υπόστασή της η Σολωμική αγαπημένη αλλά και η Καβαφική "αιθέρια μορφή" είναι μιά κατάσταση βαθιά βιωμένη στην ποίηση του Σ.Κ. και υποβάλλεται με ευκρίνεια σε ποιήματα όπως: "Η ζωγραφιά", "Η φράση", "Όταν ο ήλιος".
Η πόλη είναι μιά άλλη τέμνουσα της ποίησής του, γοητευτική και ερωτική στην παλιά της μορφή, σύμβολο του παλιού κόσμου, άσχημη και απωθητική στη νέα της μορφή, σύμβολο του νέου κόσμου, στον οποίο ο ποιητής νιώθει μετανάστης, ξένος. Σ' ένα ποίημά του από τη συλλογή του "Μετανάστης" (2004), ο παλιός κόσμος συμβολίζεται με μιά παλιά μελωδία:
Η μελωδία
Είναι μια εικόνα που γυροφέρνω στο μυαλό μου.
Κάθομαι στη γέρικη πολυθρόνα και ακούω
τη μελωδία του παλιού ραδιοφώνου μέσα
στο μισοσκόταδο.
Δεν ξέρω πώς βρέθηκα εδώ και ποιόν
θα συναντήσω.
Τη μελωδία την αναζητώ σε όλα τα δισκάδια
μα δεν έχω στοιχεία και καθώς
τη σιγοψιθυρίζω, άγνωστη στους άλλους,
έμεινε, δίχως τέλος, στην καρδιά μου.
Σε άλλο ποίημα διαφαίνεται καθαρά η αδυναμία του ποιητή να ενσωματωθεί στο νέο κόσμο:
Είσαι αυτός που μπορεί να ξανανιώνει
σ' ένα παλιό κόσμο που τελειώνει.
Αλλού ανιχνεύεται η θεραπεία διά της ποίησης:
Η μοναξιά
Τέτοιες βραδιές αγαπούσε
Την προσμονή την πεντάμορφη.
Άνοιγε το παράθυρο
να μπει, καθώς του την έστελναν
τ' άστρα και το φεγγάρι
στο μοναχικό δωμάτιο.
Κι ύστερα την έπαιρνε απ' το χέρι
για ένα περίπατο στο δάσος
ή στ' ασημένιο ακρογιάλι.
Η ματιά του πέφτει συχνά σε ερημικά τοπία, σε ερημικούς ανθρώπους, μιά μοναχική γυναίκα με τη λάμπα πίσω από ένα τζάμι, μιά γριούλα σ' ένα σπίτι αποξεχασμένο, ένα σκυλί που πάει κι έρχεται ή κάποιον περιμένει. Ο σκύλος, ζώο της καρδιάς όπως φαίνεται για τον ποιητή, ξεχειλίζει θύμηση και του χαρίζει ένα εξαιρετικό σε δομή και αισθαντικότητα ποίημα με τίτλο: "Για ένα σκύλο που πέθανε".
Σε άλλα ποιήματα κυριαρχεί η μουσική, ένα γραμμόφωνο παίζει, ένα παλιό ραδιόφωνο, μιά μπάντα στην πλατεία, κιθάρες και βιολιά.
Το ποιητικό τοπίο του Σ.Κ., σε μεταφορική γλώσσα είναι ένα περιβόλι στο οποίο μπαίνεις και χαίρεσαι τη διακριτική παρουσία σπάνιων λουλουδιών. Αν είσαι απρόσεκτος περιπατητής, δεν θα τα δεις, γιατί τα χρώματά τους είναι απαλά, τό άρωμά τους διακριτικό. Σ' αυτό το περιβόλι δεν συναντάς μεγάλα δέντρα, περνάς και φεύγεις γοητευμένος, σάν νά σ' άγγιξε πνοή φευγαλέα, απροσδιόριστη. Ο Σ.Κ. είναι ο ποιητής του φευγαλέου.
Το ίδωμά του, κάθε φορά, το σμιλεύει με υπομονή, ψάχνοντας την κατάλληλη λέξη, έτσι ώστε να μοιάζει με κουβέντα που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, καλεί τον αναγνώστη να τη συμπληρώσει, απαιτεί τη συμμετοχή του.
Ο Σ.Κ. κατέχει την ποιητική μας παράδοση, την έχει επισκεφτεί, για να φτάσει όμως στη δική του ποίηση, ανοίγει ένα δικό του μονοπάτι που το ξέρει μόνο αυτός. Καταλαβαίνω γιατί οι παλιότεροι αλλά και οι σύγχρονοί του έχουν μιλήσει θετικά για τη δουλειά του. Ιδίως στή σύγχυση που ακολούθησε τον "υπερρεαλισμό" στη χώρα μας, ο ποιητής αυτός, καταφέρνει να κρατήσει καθαρή τη ματιά του, προσηλωμένη στο μέσα του τοπίο, ένα τοπίο μνήμης και νοσταλγίας, διάψευσης αλλά και ελπίδας, αιχμής γιά ό,τι άσχημο αλλά και άπειρης κατανόησης, ένα τοπίο Τσεχωφικό, όπου τα συναισθήματα υποβάλλονται, δεν προκαλούνται, υπηρετούν την ανθρωπιά μας.
Ο Σ.Κ. δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό, δεν καταφεύγει σε κούφια λεκτικά σχήματα, αφήνει το συναίσθημα να οδηγεί, δίχως εκζήτηση. Συχνά καταφέρνει ένα καλό αποτέλεσμα με τη χρήση της αντίθεσης.
Η κίνηση
Συνηθισμένες κινήσεις ενός συνηθισμένου ανθρώπου
στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας.
Συνηθισμένη ζωή, συνηθισμένο τηλεφώνημα
συνηθισμένη μουσική...
Και ξαφνικά, με μιά κίνηση ασυνήθιστη
πέφτει στο δρόμο απ' το παράθυρό του.
Σε γενικές γραμμές ο Σ.Κ. λέει όχι στην ευκολία, καταθέτει με ειλικρίνεια, δεν καμώνεται, η ποίησή του υπηρετεί την αλήθεια και την ομορφιά, το κλασικό δηλαδή ιδεώδες στην τέχνη. Όπου ο στίχος του ευτυχεί, μας παίρνει, κάνοντάς μας κοινωνούς μιάς ήρεμης μελαγχολίας, μιάς "ρέμβης", που κατά τον Έμερσον, αποτελεί "σφραγίδα ποιότητας". Συνοπτικά συνεχίζει επάξια τον εφτανησιώτικο ποιητικό λυρισμό.
Ένα σιγανό τραγούδι -είναι η φωνή του- αρχινημένο αφνίδια, χωρίς προετοιμασία, ξυπνάει μνήμες, ανασταίνει τις παλιές γειτονιές, τους παλιούς φίλους, τις παλιές αγάπες, αλλά και τις καταστροφές, τα ερείπια, τα δύσκολα χρόνια, την προσφυγιά, τη μετανάστευση, τα ματωμένα όνειρα, τους ανυπεράσπιστους αγώνες, τη χαμένη τιμή του νέου ανθρώπου, αλλοτριωμένου από τα τερτίπια της νέας εποχής. Ένα γραμμόφωνο ξεχασμένο σε κάποια πλατεία της Κέρκυρας είναι η ποίηση του Κατσίμη, παίζει νοσταλγικές μελωδίες, απόκοσμες. Όποιος θέλει να τις ακούσει, δεν έχει παρά να ταξιδέψει ως εκεί, να σκύψει δηλαδή στα ποιήματά του.
Το ραντεβού
Ήταν ένας απλός περίπατος και είχα αργήσει
με τόσους σταθμούς που έκανα, τόσα χρόνια
που έζησα σ' αυτή την πόλη.
Συνέχισα το δρόμο μου, μπήκα στο καφενείο
και σε περίμενα να πιούμε καφέ, να με ρωτήσεις
αν το χειμώνα θ' αλλάξω κλίμα ή πώς
θ' αποφύγω το κρύο
να με ρωτήσεις για τη διαδρομή μου.
Είναι καιρός που έρχεσαι στο καθημερινό μας ραντεβού
καιρός που τρέχω μες στη βροχή
πηδώντας τον φράχτη, διασχίζοντας τον κήπο
προς το ανοικτό παράθυρο του ισογείου
καιρός που διανύω μεγάλες αποστάσεις
σ' ένα κόσμο μικρό.
Είναι καιρός που σ' αγαπώ
[το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Φιλοσοφία και Παιδεία, τεύχος 36, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2005]
Το ποιητικό γεγονός ακολουθεί την προσωπική μυθολογία του ποιητή, σε ατομικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο, αυτό που αλλιώς λέμε "λυρισμό του εγώ"και "λυρισμό του εμείς": Η αναζήτηση του έρωτα, οι γονείς, το παλιό σπίτι, η αγαπημένη, τα παιδιά, η ομορφιά του παλιού, οι φίλοι, η ιστορία ως γεγονός βιωμένο, όπως: το Πολυτεχνείο και η μεταπολίτευση, τα οράματα, η πολιτική ως κούφια ρητορεία, η νέα εποχή ως οδύνη, η περιβαλλοντική αλλοίωση, η αλλοτρίωση από την κοινωνία της κατανάλωσης, η θλίψη για τη διαψευσμένη ζωή. Αυτά και άλλα που όμως καταθέτονται ως ψίθυροι, όχι ως κραυγές ή συνθήματα, σαν αναστεναγμοί που βγαίνουν από βαθιά κι ίσα και φτάνει ο αχός τους, ή, σαν καπνός που ταξιδεύει στον ορίζοντα από κάτι που κουφοκαίει.
Στις πρώτες συλλογές παρακολουθούμε μια ματαίωση, ένα σπάραγμα ζωής αδικαίωτο, μιάν ευαισθησία που αγωνίζεται να βρει την έκφρασή της. Ήδη, κάποιοι στίχοι - όχι ολόκληρα ποιήματα - προοιωνίζονται την κατοπινή ανθοφορία:
"ό,τι αγαπιέται δεν πεθαίνει" από το ποίημα "Το λυκόφως του καλλιτέχνη".
"Κείτομαι εδώ αποζητώντας έναν ήρεμο ύπνο
κάτω απ' τά γυμνά δέντρα,
το φθινόπωρο γλυκά ν' αποκοιμήσω
να ονειρευτεί την Άνοιξη και Σένα
(από το ποίημα "Μεθυσμένο Φθινόπωρο")
Μιά πιό ξεκαθαρισμένη ποιητική πρόθεση επισημαίνουμε στο ποίημα "Η κούκλα".
Το 1964 κυκλοφορεί η συλλογή "Έξοδος", όπου είναι, ευκρινώς πλέον, μιά πιό ώριμη φωνή. Τα ποιήματα συντομεύουν, η ποιητική ιδέα γίνεται διαυγέστερη, ο ποιητής ελέγχει τα ποιητικά του μέσα, κατακτάται σιγά-σιγά η απαραίτητη οικονομία, με αποτέλεσμα ποιήματα που μας αιφνιδιάζουν με την αρτιότητά τους:
Η ζωγραφιά
Έμεινες όσο να τελειώσω
τη ζωγραφιά μου αγαπημένη
μπρός από τη θάλασσα, τα ρόδα και τά στάχυα
με τα κόκκινα χείλη, τα ξανθά μαλλιά
και τα γαλάζια μάτια.
Και τώρα δεν υπάρχεις πιά,
Γιατί ήσουν μόνο της αγάπης
η θάλασσα, τα ρόδα και τα στάχυα
που θέλησα να ζωγραφίσω.
Στη συλλογή "Οι Ρήτορες" (1974), η ποιητική τέχνη του Σ.Κ. παρουσιάζει σταθερή πορεία, μιά σιγουριά -θά'λεγα_, και, εδώ, κάνουν την εμφάνισή τους ποιήματα αιχμής για τους αγώνες των νέων για ελευθερία και δικαιοσύνη. Σε στίχους δραστικούς μνημειώνεται η εξέγερση των νέων στο Πολυτεχνείο:
Μια ριπή πολυβόλου τραυματίζει το φως
Μας κυνηγούσαν στα σκοτεινά πάρκα και τις παρόδους
γιατί -λέει- θα καίγαμε την πόλη
με τον ήλιο που κρύβαμε.
(από το ποίημα "Μας ξάφνιασε η νύχτα").
Αρκετά ποιήματα αποτυπώνουν την αμηχανία για την αποξένωση ανθρώπων και τόπων:
Το δωμάτιο
Το δωμάτιο μου φάνηκε σαν ξένο,
άλλ' όταν έστρωσα
το παλιό μου χαλί, τοποθέτησα
το φθαρμένο τραπέζι στη μέση
και τη μοναδική καρέκλα, τότε
γίνηκε ίδιο με τ' άλλο που εγκατέλειψα.
Έτσι, κι από το παράθυρο η θέα
του δρόμου ήταν ίδια και οι γείτονες
σαν πρόσωπα γνωστά που μ' ακολούθησαν
στη νέα μου συνοικία.
Άλλα ποιήματα αποπνέουν σαρκασμό για το παράλογο της ανθρώπινης μοίρας:
Το νεόχτιστο
Οι γέροι έχτιζαν το σπίτι για το μέλλον,
φροντίζοντας πολύ να μεγαλώσουν το χώρο
των ανατολικών δωματίων, τα παράθυρα
-με θέα τα πράσινα περιβόλια-
να είναι το σπίτι καλά προφυλαγμένο
απ' τις βροχές και τους ανέμους.
Έβαψαν, ύστερα, τους τοίχους
μ' ανοιξιάτικα χρώματα κι απόμειναν
ετοιμοθάνατοι... προσμένοντας
τους συγγενείς.
Στις συλλογές που ακολουθούν 1983 έως και 2004, τα ποιήματα γίνονται ακόμη πιό συμπαγή, επιτυγχάνεται συχνά αυτό που λέμε συμπύκνωση, ενώ η αιχμή και ο σαρκασμός, ευκρινέστερα τώρα, κυριαρχούν:
Ο λόφος
Μιά μέρα πέρασαν τις γειτονιές με τα χαλάσματα
Και βρέθηκαν στον μοναδικό πράσινο λόφο, κυκλωμένοι
από τους οικοπεδοφάγους...
Ένα άλλο στοιχείο που διατρέχει ολόκληρο το ποιητικό σώμα του Σ.Κ. είναι ο έρωτας, στην αληθινή του διάσταση: άπιαστος, περιπόθητος, βαθύτατα υπαρξιακός. Ο Σ.Κ. δεν παίζει μαζί του, δεν τον αντιμετωπίζει εγκεφαλικά, δηλ. ψεύτικα, αντιθέτως, διάχτυη είναι η ανάγκη της ψυχής του να σμίξει την άλλη ψυχή, να ταυτιστεί μέσω αυτής με την ψυχή του κόσμου. Η Ελληνική σκέψη για το μέγα μυστήριο του έρωτα, απ' όπου αντλεί την υπόστασή της η Σολωμική αγαπημένη αλλά και η Καβαφική "αιθέρια μορφή" είναι μιά κατάσταση βαθιά βιωμένη στην ποίηση του Σ.Κ. και υποβάλλεται με ευκρίνεια σε ποιήματα όπως: "Η ζωγραφιά", "Η φράση", "Όταν ο ήλιος".
Η πόλη είναι μιά άλλη τέμνουσα της ποίησής του, γοητευτική και ερωτική στην παλιά της μορφή, σύμβολο του παλιού κόσμου, άσχημη και απωθητική στη νέα της μορφή, σύμβολο του νέου κόσμου, στον οποίο ο ποιητής νιώθει μετανάστης, ξένος. Σ' ένα ποίημά του από τη συλλογή του "Μετανάστης" (2004), ο παλιός κόσμος συμβολίζεται με μιά παλιά μελωδία:
Η μελωδία
Είναι μια εικόνα που γυροφέρνω στο μυαλό μου.
Κάθομαι στη γέρικη πολυθρόνα και ακούω
τη μελωδία του παλιού ραδιοφώνου μέσα
στο μισοσκόταδο.
Δεν ξέρω πώς βρέθηκα εδώ και ποιόν
θα συναντήσω.
Τη μελωδία την αναζητώ σε όλα τα δισκάδια
μα δεν έχω στοιχεία και καθώς
τη σιγοψιθυρίζω, άγνωστη στους άλλους,
έμεινε, δίχως τέλος, στην καρδιά μου.
Σε άλλο ποίημα διαφαίνεται καθαρά η αδυναμία του ποιητή να ενσωματωθεί στο νέο κόσμο:
Είσαι αυτός που μπορεί να ξανανιώνει
σ' ένα παλιό κόσμο που τελειώνει.
Αλλού ανιχνεύεται η θεραπεία διά της ποίησης:
Η μοναξιά
Τέτοιες βραδιές αγαπούσε
Την προσμονή την πεντάμορφη.
Άνοιγε το παράθυρο
να μπει, καθώς του την έστελναν
τ' άστρα και το φεγγάρι
στο μοναχικό δωμάτιο.
Κι ύστερα την έπαιρνε απ' το χέρι
για ένα περίπατο στο δάσος
ή στ' ασημένιο ακρογιάλι.
Η ματιά του πέφτει συχνά σε ερημικά τοπία, σε ερημικούς ανθρώπους, μιά μοναχική γυναίκα με τη λάμπα πίσω από ένα τζάμι, μιά γριούλα σ' ένα σπίτι αποξεχασμένο, ένα σκυλί που πάει κι έρχεται ή κάποιον περιμένει. Ο σκύλος, ζώο της καρδιάς όπως φαίνεται για τον ποιητή, ξεχειλίζει θύμηση και του χαρίζει ένα εξαιρετικό σε δομή και αισθαντικότητα ποίημα με τίτλο: "Για ένα σκύλο που πέθανε".
Σε άλλα ποιήματα κυριαρχεί η μουσική, ένα γραμμόφωνο παίζει, ένα παλιό ραδιόφωνο, μιά μπάντα στην πλατεία, κιθάρες και βιολιά.
Το ποιητικό τοπίο του Σ.Κ., σε μεταφορική γλώσσα είναι ένα περιβόλι στο οποίο μπαίνεις και χαίρεσαι τη διακριτική παρουσία σπάνιων λουλουδιών. Αν είσαι απρόσεκτος περιπατητής, δεν θα τα δεις, γιατί τα χρώματά τους είναι απαλά, τό άρωμά τους διακριτικό. Σ' αυτό το περιβόλι δεν συναντάς μεγάλα δέντρα, περνάς και φεύγεις γοητευμένος, σάν νά σ' άγγιξε πνοή φευγαλέα, απροσδιόριστη. Ο Σ.Κ. είναι ο ποιητής του φευγαλέου.
Το ίδωμά του, κάθε φορά, το σμιλεύει με υπομονή, ψάχνοντας την κατάλληλη λέξη, έτσι ώστε να μοιάζει με κουβέντα που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, καλεί τον αναγνώστη να τη συμπληρώσει, απαιτεί τη συμμετοχή του.
Ο Σ.Κ. κατέχει την ποιητική μας παράδοση, την έχει επισκεφτεί, για να φτάσει όμως στη δική του ποίηση, ανοίγει ένα δικό του μονοπάτι που το ξέρει μόνο αυτός. Καταλαβαίνω γιατί οι παλιότεροι αλλά και οι σύγχρονοί του έχουν μιλήσει θετικά για τη δουλειά του. Ιδίως στή σύγχυση που ακολούθησε τον "υπερρεαλισμό" στη χώρα μας, ο ποιητής αυτός, καταφέρνει να κρατήσει καθαρή τη ματιά του, προσηλωμένη στο μέσα του τοπίο, ένα τοπίο μνήμης και νοσταλγίας, διάψευσης αλλά και ελπίδας, αιχμής γιά ό,τι άσχημο αλλά και άπειρης κατανόησης, ένα τοπίο Τσεχωφικό, όπου τα συναισθήματα υποβάλλονται, δεν προκαλούνται, υπηρετούν την ανθρωπιά μας.
Ο Σ.Κ. δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό, δεν καταφεύγει σε κούφια λεκτικά σχήματα, αφήνει το συναίσθημα να οδηγεί, δίχως εκζήτηση. Συχνά καταφέρνει ένα καλό αποτέλεσμα με τη χρήση της αντίθεσης.
Η κίνηση
Συνηθισμένες κινήσεις ενός συνηθισμένου ανθρώπου
στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας.
Συνηθισμένη ζωή, συνηθισμένο τηλεφώνημα
συνηθισμένη μουσική...
Και ξαφνικά, με μιά κίνηση ασυνήθιστη
πέφτει στο δρόμο απ' το παράθυρό του.
Σε γενικές γραμμές ο Σ.Κ. λέει όχι στην ευκολία, καταθέτει με ειλικρίνεια, δεν καμώνεται, η ποίησή του υπηρετεί την αλήθεια και την ομορφιά, το κλασικό δηλαδή ιδεώδες στην τέχνη. Όπου ο στίχος του ευτυχεί, μας παίρνει, κάνοντάς μας κοινωνούς μιάς ήρεμης μελαγχολίας, μιάς "ρέμβης", που κατά τον Έμερσον, αποτελεί "σφραγίδα ποιότητας". Συνοπτικά συνεχίζει επάξια τον εφτανησιώτικο ποιητικό λυρισμό.
Ένα σιγανό τραγούδι -είναι η φωνή του- αρχινημένο αφνίδια, χωρίς προετοιμασία, ξυπνάει μνήμες, ανασταίνει τις παλιές γειτονιές, τους παλιούς φίλους, τις παλιές αγάπες, αλλά και τις καταστροφές, τα ερείπια, τα δύσκολα χρόνια, την προσφυγιά, τη μετανάστευση, τα ματωμένα όνειρα, τους ανυπεράσπιστους αγώνες, τη χαμένη τιμή του νέου ανθρώπου, αλλοτριωμένου από τα τερτίπια της νέας εποχής. Ένα γραμμόφωνο ξεχασμένο σε κάποια πλατεία της Κέρκυρας είναι η ποίηση του Κατσίμη, παίζει νοσταλγικές μελωδίες, απόκοσμες. Όποιος θέλει να τις ακούσει, δεν έχει παρά να ταξιδέψει ως εκεί, να σκύψει δηλαδή στα ποιήματά του.
Το ραντεβού
Ήταν ένας απλός περίπατος και είχα αργήσει
με τόσους σταθμούς που έκανα, τόσα χρόνια
που έζησα σ' αυτή την πόλη.
Συνέχισα το δρόμο μου, μπήκα στο καφενείο
και σε περίμενα να πιούμε καφέ, να με ρωτήσεις
αν το χειμώνα θ' αλλάξω κλίμα ή πώς
θ' αποφύγω το κρύο
να με ρωτήσεις για τη διαδρομή μου.
Είναι καιρός που έρχεσαι στο καθημερινό μας ραντεβού
καιρός που τρέχω μες στη βροχή
πηδώντας τον φράχτη, διασχίζοντας τον κήπο
προς το ανοικτό παράθυρο του ισογείου
καιρός που διανύω μεγάλες αποστάσεις
σ' ένα κόσμο μικρό.
Είναι καιρός που σ' αγαπώ
[το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Φιλοσοφία και Παιδεία, τεύχος 36, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2005]
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009
Διδακτόν η Αρετή;
Με αφορμή ένα άσημο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Ανάμεσα στα εκατοντάδες γυναικεία πρόσωπα που συναντά κανείς περιδιαβάζοντας τον κόσμο του Παπαδιαμμάντη, η Αρετή η Μπόζαινα ξεχωρίζει για "τήν απλήν και σύντομον ιστορίαν της ασήμου ζωής της". Έχει φροντίσει ωστόσο ο συγγραφέας να μας κεντρίσει το ενδιαφέρον, από την αρχή ακόμα του διηγήματος, με το συγκλονιστικό διάλογο: "σχώρα με, Αρετώ, σχώρα με!" "Θεός σχωρέσ, πατέρα!" "Με όλη την ψυχή σ, κορίτσι μ, Αρετώ!" "Μέ όλη την ψυχή μ' πατέρα σχωρεμένος νά 'σαι!"
Τό διήγημα υπό τον τίτλο: "Η στοιχειωμένη καμάρα" σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή. Η Παπαδιαμαντική γλώσσα, ένα με τα συμφραζόμενα, γι' αυτό κι αμεταγλώττιστη - οι όποιες απόπειρες είναι καταδικαστέες - ήσυχη, δήθεν ταπεινή, σαρκάζουσα, υπαινικτική και μυστικοπαθής όπου επιβάλλεται, λυρική και κελαρύζουσα αλλού, σε μαγεύει. Ο κόσμος του διηγήματος - ο γνωστός κόσμος του συγγραφέα:Απλοί άνθρωποι του νησιού του, λίγο πριν το τέλος του προηγούμενου αιώνα, με τις αρετές και τα πάθη τους, τη φτώχεια και τις προκαταλήψεις τους, τις "άσημες ζωές τους". Αλήθεια, ποιές είναι άραγε οι διάσημες ζωές;
Διάλεξα το διήγημα αυτό, ακριβώς γιατί είναι μικρό και άσημο, σαν τη ζωή της Αρετής, και δεύτερο, γιατί συγκεντρώνει όλες τις αρετές ενός άρτιου διηγήματος: Ευσύνοπτο, τίποτα περιττό, ο συγγραφέας ελέγχει απόλυτα τα μέσα του, εκτελεί με ακρίβεια, προσέχει ακόμη και την αναπνοή του. Έτσι το αποτέλεσμα είναι ένα διήγημα με τρομερές ποιότητες, συμπαγές, εκρηκτικό, χαρακτηριστικό δείγμα της απαράμιλλης παπαδιαμαντικής λογοτεχνίας.
Το θέμα του διηγήματος είναι καθαυτό σκληρό: Ένας πατέρας επιχειρεί να πνίξει το παιδί του. Εδώ όμως βρίσκεται και η τέχνη του συγγραφέα. Όλα συμβαίνουν στο περίπου: Ήθελε να το πνίξει; γιατί δεν τό 'πνιξε; Γιατί το άφησε στην αμμουδιά; Μήπως είχε σκοπό να γυρίσει να το πάρει; Κ' η κακή μητρυιά; Ήταν άραγε τόσο κακή; ΄Η μήπως, σαν τη Φραγκογιαννού, τή βάραινε η μοίρα της γυναίκας; Όλα μέσα στο διήγημα παίζονται. Ακόμη και τα φοβερότερα πράγματα υπονομεύονται από την ίδια τη φύση τους. Ο Παπαδιαμάντης ψαύει τό αόρατο, συναπαντιέται με το άπιαστο, γι' αυτό και διαχρονικός και διανθρώπινος.
Στο διήγημα καθρεφτίζεται ένας ολόκληρος κόσμος. Οι συνθήκες που το ορίζουν, δυστυχώς και τον προσδιορίζουν κι αυτό αυτό το γνωρίζει περισσότερο απ' όλους ο Παπαδιαμάντης. Άνθρωποι που γεννιούνται και ζουν κατά τύχη, το ένστικτο της επιβίωσης - ο ανώτερος νόμος γι' αυτό και "ο σώζων εαυτόν σωθήτω". Οι λεγόμενοι θεσμοί της οργανωμένης κοινωνίας - υποτυπώδεις έως ανύπαρκτοι. Παιδεία - ούτε κάν στοιχειώδης, κρατική φροντίδα - ούτε σαν ορολογία, εκκλησία - απούσα. Σίγουρα, υπάρχουν και οι ήμερες φύσεις, είναι οι χωρικοί που περιμαζεύουν το άτυχο κορίτσι, είναι πρώτ' απ' όλα, η Αρετή, - δεν είναι τυχαίο το όνομά της - η Αρετή είναι το ξεχωριστό ανθρώπινο είδος, την έχει σφραγίσει η αντίδικη μοίρα της αρετής - για να θυμηθούμε τον Σεφέρη - δέχεται καρτερικά την κακότητα, δεν μνησικακεί, έχει επίγνωση του κακού που της κάνουν, αλλά είναι έτοιμη να συγχωρήσει.
Έτσι ο Παπαδιαμάντης καταθέτει τη δική του Αρετή που διαθέτει, ως προσωπικότητα, όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την πλατωνική αρετή: Σύνεση, σοφία, δικαιοσύνη, ανδρεία, οσιότητα. Η ηρωΐδα του Παπαδιαμάντη, μέσα από δικούς της δρόμους, δίνει την ταπεινή της απάντηση στο διαχρονικό ερώτημα: Διδακτόν η αρετή; Ο Παπαδιαμάντης διαλέγεται με το Σωκράτη και τον Πρωταγόρα φωτίζοντας ακόμα μιά πτυχή: Εκείνη της ατομικής ευθύνης και λεβεντιάς. Ο πατέρας είναι ο άνθρωπος που γίνεται άθυρμα στα χέρια της γυναίκας του. Δεν είναι κακός, είναι άβουλος και ρευστός. Η επίκληση για συγχώρηση στο τέλος, όχι μόνο τον εξιλεώνει, αλλά μας κάνει και να τον αγαπήσουμε. Ο άντρας της Αρετής δεν ξέρει τι σημαίνει ευθύνη, είναι η προσωποποίηση του ενστίκτου. Η μητρυιά, η κακή της ιστορίας, δεν αφίσταται του μυθολογικού της μοντέλου: Σκληρή και αδίστακτη, γυναίκα του παρασκηνίου, βυσσοδομεί συνεχώς κατά της ορφανής, της βρίσκουε όμως ελαφρυντικά, είναι κι αυτή θύμα, ως θηλυκό, μιάς τραυματικής εμπειρίας, που την ορίζει απόλυτα και την κάνει να παραφρονεί. Έτσι ο Παπαδιαμάντης σαν άλλος Θεός, πονάει τους ήρωές του και τους περισώζει. Τό άσπρο και το μαύρο, η μανιχαϊστική δηλαδή αντίληψη του κόσμου, δέν έχει θέση στο έργο του, όπως δέν έχει θέση και στη ζωή.
Εξάλλου και στο υπό συζήτηση διήγημα, όπως και σ' ολόκληρο το έργο του, ο κύρ-Αλέξανδρος αναδεικνύεται μέγας κοινωνικός αναμορφωτής. Τα όπλα του δεν είναι τα συνθήματα, είναι η ικανότητά του να ρίχνει άπλετο φως στην αθλιότητα, τόσο, ώστε να φαίνονται και οι ρίζες της αθλιότητας. Έτσι η λογοτεχνία του, εμπεριέχει και μιά τεράστια δυναμική που θα τη ζήλευαν και τα πιό ριζοσπαστικά μανιφέστα. Πολύ σωστά παραλληλίζουν τον Παπαδιαμάντη με τον Ντοστογιέφσκι, γι' αυτό και οι δυο παραμένουν αξεπέραστοι. Δεν είναι τυχαίο, που, παρά τα αναμενόμενα, μας βρίσκει η νέα χιλιετία με τα έργα τους στα χέρια μας.
Στο συγκεκριμένο μάλιστα διήγημα, κοινό στοιχείο στους δύο συγγραφείς, εκτός των άλλων, είναι και η περιπέτεια της συνείδησης, στην περίπτωση του Ρασκόνλικωφ στον Ντοστογιέφσκι και του πατέρα Κουμενή στον Παπαδιαμάντη. Ο γέρο-Κουμενής "εψυχομάχει επί ημέρας κι εβδομάδας, κι εβασανίζετο φρικτά... πνιγόμενος και μη δυνάμενος ν' αποπνιγή επεκαλείτο την ευχή, την συγνώμην του ιδίου τέκνου του, της κόρης του Αρετής...". Είναι αυτός ο ίδιος που κάποτε αποπειράθηκε να πνίξει την οκτάχρονη μικρή, αλλά δεν την έπνιξε, είναι η ίδια εσωτερική πάλη που τον εμποδίζει τώρα να αποπνιγεί. Η επίκληση της συγνώμης είναι στην ουσία ομολογία αγάπης, και είναι αυτό που τελικά τον λυτρώνει, όπως λυτρώνει τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι όχι τόσο η αυτοπαράδοσή του στην αστυνομία, όσο όταν συνειδητοποιεί μέσα από την αγάπη του για τη Σόνια, τη συμπόνια του για την γριά τοκογλύφα που σκότωσε.
Η μοίρα λοιπόν της αρετής, "η στοιχειωμένη καμάρα", πρέπει κάποτε να ξεστοιχειωθεί και θα ξεστοιχειωθεί, αν δίνουμε στη νεολαία τέτοια λογοτεχνία. Είναι απαίτηση του κυρ-Αλέξανδρου, του άσημου.
[Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Φιλοσοφία και Παιδεία" τεύχος 8, Μάϊος 1997]
Τό διήγημα υπό τον τίτλο: "Η στοιχειωμένη καμάρα" σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή. Η Παπαδιαμαντική γλώσσα, ένα με τα συμφραζόμενα, γι' αυτό κι αμεταγλώττιστη - οι όποιες απόπειρες είναι καταδικαστέες - ήσυχη, δήθεν ταπεινή, σαρκάζουσα, υπαινικτική και μυστικοπαθής όπου επιβάλλεται, λυρική και κελαρύζουσα αλλού, σε μαγεύει. Ο κόσμος του διηγήματος - ο γνωστός κόσμος του συγγραφέα:Απλοί άνθρωποι του νησιού του, λίγο πριν το τέλος του προηγούμενου αιώνα, με τις αρετές και τα πάθη τους, τη φτώχεια και τις προκαταλήψεις τους, τις "άσημες ζωές τους". Αλήθεια, ποιές είναι άραγε οι διάσημες ζωές;
Διάλεξα το διήγημα αυτό, ακριβώς γιατί είναι μικρό και άσημο, σαν τη ζωή της Αρετής, και δεύτερο, γιατί συγκεντρώνει όλες τις αρετές ενός άρτιου διηγήματος: Ευσύνοπτο, τίποτα περιττό, ο συγγραφέας ελέγχει απόλυτα τα μέσα του, εκτελεί με ακρίβεια, προσέχει ακόμη και την αναπνοή του. Έτσι το αποτέλεσμα είναι ένα διήγημα με τρομερές ποιότητες, συμπαγές, εκρηκτικό, χαρακτηριστικό δείγμα της απαράμιλλης παπαδιαμαντικής λογοτεχνίας.
Το θέμα του διηγήματος είναι καθαυτό σκληρό: Ένας πατέρας επιχειρεί να πνίξει το παιδί του. Εδώ όμως βρίσκεται και η τέχνη του συγγραφέα. Όλα συμβαίνουν στο περίπου: Ήθελε να το πνίξει; γιατί δεν τό 'πνιξε; Γιατί το άφησε στην αμμουδιά; Μήπως είχε σκοπό να γυρίσει να το πάρει; Κ' η κακή μητρυιά; Ήταν άραγε τόσο κακή; ΄Η μήπως, σαν τη Φραγκογιαννού, τή βάραινε η μοίρα της γυναίκας; Όλα μέσα στο διήγημα παίζονται. Ακόμη και τα φοβερότερα πράγματα υπονομεύονται από την ίδια τη φύση τους. Ο Παπαδιαμάντης ψαύει τό αόρατο, συναπαντιέται με το άπιαστο, γι' αυτό και διαχρονικός και διανθρώπινος.
Στο διήγημα καθρεφτίζεται ένας ολόκληρος κόσμος. Οι συνθήκες που το ορίζουν, δυστυχώς και τον προσδιορίζουν κι αυτό αυτό το γνωρίζει περισσότερο απ' όλους ο Παπαδιαμάντης. Άνθρωποι που γεννιούνται και ζουν κατά τύχη, το ένστικτο της επιβίωσης - ο ανώτερος νόμος γι' αυτό και "ο σώζων εαυτόν σωθήτω". Οι λεγόμενοι θεσμοί της οργανωμένης κοινωνίας - υποτυπώδεις έως ανύπαρκτοι. Παιδεία - ούτε κάν στοιχειώδης, κρατική φροντίδα - ούτε σαν ορολογία, εκκλησία - απούσα. Σίγουρα, υπάρχουν και οι ήμερες φύσεις, είναι οι χωρικοί που περιμαζεύουν το άτυχο κορίτσι, είναι πρώτ' απ' όλα, η Αρετή, - δεν είναι τυχαίο το όνομά της - η Αρετή είναι το ξεχωριστό ανθρώπινο είδος, την έχει σφραγίσει η αντίδικη μοίρα της αρετής - για να θυμηθούμε τον Σεφέρη - δέχεται καρτερικά την κακότητα, δεν μνησικακεί, έχει επίγνωση του κακού που της κάνουν, αλλά είναι έτοιμη να συγχωρήσει.
Έτσι ο Παπαδιαμάντης καταθέτει τη δική του Αρετή που διαθέτει, ως προσωπικότητα, όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την πλατωνική αρετή: Σύνεση, σοφία, δικαιοσύνη, ανδρεία, οσιότητα. Η ηρωΐδα του Παπαδιαμάντη, μέσα από δικούς της δρόμους, δίνει την ταπεινή της απάντηση στο διαχρονικό ερώτημα: Διδακτόν η αρετή; Ο Παπαδιαμάντης διαλέγεται με το Σωκράτη και τον Πρωταγόρα φωτίζοντας ακόμα μιά πτυχή: Εκείνη της ατομικής ευθύνης και λεβεντιάς. Ο πατέρας είναι ο άνθρωπος που γίνεται άθυρμα στα χέρια της γυναίκας του. Δεν είναι κακός, είναι άβουλος και ρευστός. Η επίκληση για συγχώρηση στο τέλος, όχι μόνο τον εξιλεώνει, αλλά μας κάνει και να τον αγαπήσουμε. Ο άντρας της Αρετής δεν ξέρει τι σημαίνει ευθύνη, είναι η προσωποποίηση του ενστίκτου. Η μητρυιά, η κακή της ιστορίας, δεν αφίσταται του μυθολογικού της μοντέλου: Σκληρή και αδίστακτη, γυναίκα του παρασκηνίου, βυσσοδομεί συνεχώς κατά της ορφανής, της βρίσκουε όμως ελαφρυντικά, είναι κι αυτή θύμα, ως θηλυκό, μιάς τραυματικής εμπειρίας, που την ορίζει απόλυτα και την κάνει να παραφρονεί. Έτσι ο Παπαδιαμάντης σαν άλλος Θεός, πονάει τους ήρωές του και τους περισώζει. Τό άσπρο και το μαύρο, η μανιχαϊστική δηλαδή αντίληψη του κόσμου, δέν έχει θέση στο έργο του, όπως δέν έχει θέση και στη ζωή.
Εξάλλου και στο υπό συζήτηση διήγημα, όπως και σ' ολόκληρο το έργο του, ο κύρ-Αλέξανδρος αναδεικνύεται μέγας κοινωνικός αναμορφωτής. Τα όπλα του δεν είναι τα συνθήματα, είναι η ικανότητά του να ρίχνει άπλετο φως στην αθλιότητα, τόσο, ώστε να φαίνονται και οι ρίζες της αθλιότητας. Έτσι η λογοτεχνία του, εμπεριέχει και μιά τεράστια δυναμική που θα τη ζήλευαν και τα πιό ριζοσπαστικά μανιφέστα. Πολύ σωστά παραλληλίζουν τον Παπαδιαμάντη με τον Ντοστογιέφσκι, γι' αυτό και οι δυο παραμένουν αξεπέραστοι. Δεν είναι τυχαίο, που, παρά τα αναμενόμενα, μας βρίσκει η νέα χιλιετία με τα έργα τους στα χέρια μας.
Στο συγκεκριμένο μάλιστα διήγημα, κοινό στοιχείο στους δύο συγγραφείς, εκτός των άλλων, είναι και η περιπέτεια της συνείδησης, στην περίπτωση του Ρασκόνλικωφ στον Ντοστογιέφσκι και του πατέρα Κουμενή στον Παπαδιαμάντη. Ο γέρο-Κουμενής "εψυχομάχει επί ημέρας κι εβδομάδας, κι εβασανίζετο φρικτά... πνιγόμενος και μη δυνάμενος ν' αποπνιγή επεκαλείτο την ευχή, την συγνώμην του ιδίου τέκνου του, της κόρης του Αρετής...". Είναι αυτός ο ίδιος που κάποτε αποπειράθηκε να πνίξει την οκτάχρονη μικρή, αλλά δεν την έπνιξε, είναι η ίδια εσωτερική πάλη που τον εμποδίζει τώρα να αποπνιγεί. Η επίκληση της συγνώμης είναι στην ουσία ομολογία αγάπης, και είναι αυτό που τελικά τον λυτρώνει, όπως λυτρώνει τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι όχι τόσο η αυτοπαράδοσή του στην αστυνομία, όσο όταν συνειδητοποιεί μέσα από την αγάπη του για τη Σόνια, τη συμπόνια του για την γριά τοκογλύφα που σκότωσε.
Η μοίρα λοιπόν της αρετής, "η στοιχειωμένη καμάρα", πρέπει κάποτε να ξεστοιχειωθεί και θα ξεστοιχειωθεί, αν δίνουμε στη νεολαία τέτοια λογοτεχνία. Είναι απαίτηση του κυρ-Αλέξανδρου, του άσημου.
[Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Φιλοσοφία και Παιδεία" τεύχος 8, Μάϊος 1997]
Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009
Από πτερόν φτερό [δ]
Ενότητα "Αισθήσεις"
Τίποτα μά κάτι...
Σέ ψάχνω
όχι όπως στα τραγούδια, νά σε βρώ,
μά έτσι, όπως στο λέω, σέ ψάχνω᾿
στις δειλινές ακτές σου,
στους αμμόλοφους, στά σπήλαια,
στων βουνών σου τά διάκενα.
Κάποτε
ανάμεσα σε κυπαρίσσια,
ώρα μεσημεριού,
διακρίνω κάτι,
μιά παρουσία θάλεγα,
κάτι ανεπαίσθητο,
πες ένα κλείσιμο ματιού,
ένα φιλί, ας πούμε, στον αέρα.
Αίσθηση
Τά δέντρα ούτε στιγμή δέ στέκουνε᾿
ας πούμε η λεύκα ή το κυπαρίσσι
ταξιδεύουν᾿
ωραία τινάζουν την κορφή
κ' υψώνονται
απλώνουν τα κλαριά και πάνε.
Αράζουν κάποτε στον ύπνο μας
μπαίνουν στα όνειρα
και στον καφτό της νύχτας ήλιο
μας ισκιώνουν.
Τέλος μας ερωτεύονται
γι' αυτό κ' η πράσινη καρδιά τους
σχίζεται σε χίλια φύλλα
στρώνεται χαλί και την πατάμε.
Όταν τα λησμονάμε ανθίζουνε,
διεκδικούν τα βλέμματά μας,
γιατί, ό,τι τα μάτια δε χαϊδεύουνε,
μαραίνεται.
Ταξίδι είναι τα δέντρα κ' έρωτας.
Από πτερόν φτερό
Φτερό,
ωραία πετούσες
κι αποσπάστηκες
σαν νυχτερίδα ξάφνιασες
έπεσες στη γη.
Μαύρο (αλλιώς θα μου διέφευγες)
άγγιξες το παιδί
έπαιζε βώλους
δεν κατάλαβε.
Όργανο πτήσης
πέταγμα ζωής
πουλί᾿
μετά τήν πτώση
κατ' όνομα μόνον πτερόν
κύτταρο αλλιώς νεκρό
-φτερό-
έτοιμο πάντως γι' απογείωση
με τον αέρα.
Μάταιο ίσως πέταγμα,
πέταγμα όμως.
(πτερόν: πάν το πτερωτόν πλάσμα,
τό φέρον πτέρυγας (Λεξικόν
Σταματάκου))
Γάτα
Ι. Ο μεταξένιος
Μιά τούφα όνειρο᾿
σκάλωσες κοντά μας.
Μας ξαγκαθιάζεις.
Το σπίτι ξεχειλάει μετάξι.
Ρονρονίζουμε...
ΙΙ. Το χάδι
Ταξιανθία στην παλάμη μου μπιγκόνιας,
ράχη μιας μέρας καλοκαιρινής,
σκίρτημα χνουδωτό,
μέ λύνεις και γλιστρώ στη χλόη
και πιάνω τις ανάσες
κείνων που πεθάναν,
σαν να μη χάθηκε
ποτέ κανείς.
Χάδι-χνούδι,
βλάστησης αιώνιας.
ΙΙΙ. Ο γάτος της φυγής
Έφυγες όπως ήρθες,
Αύγουστο με πανσέληνο.
Ίσως να κυνηγάς ακόμα μιάν Ελένη,
ίσως η νύχτα,
άστρο της και σ' άρπαξε.
Πάντως το απόγευμα,
στον κήπο, στα περβάζια,
πάνω στη σιωπή μας,
γραμμή μεταξένια
κυματίζεις,
χάνεσαι.
Τίποτα μά κάτι...
Σέ ψάχνω
όχι όπως στα τραγούδια, νά σε βρώ,
μά έτσι, όπως στο λέω, σέ ψάχνω᾿
στις δειλινές ακτές σου,
στους αμμόλοφους, στά σπήλαια,
στων βουνών σου τά διάκενα.
Κάποτε
ανάμεσα σε κυπαρίσσια,
ώρα μεσημεριού,
διακρίνω κάτι,
μιά παρουσία θάλεγα,
κάτι ανεπαίσθητο,
πες ένα κλείσιμο ματιού,
ένα φιλί, ας πούμε, στον αέρα.
Αίσθηση
Τά δέντρα ούτε στιγμή δέ στέκουνε᾿
ας πούμε η λεύκα ή το κυπαρίσσι
ταξιδεύουν᾿
ωραία τινάζουν την κορφή
κ' υψώνονται
απλώνουν τα κλαριά και πάνε.
Αράζουν κάποτε στον ύπνο μας
μπαίνουν στα όνειρα
και στον καφτό της νύχτας ήλιο
μας ισκιώνουν.
Τέλος μας ερωτεύονται
γι' αυτό κ' η πράσινη καρδιά τους
σχίζεται σε χίλια φύλλα
στρώνεται χαλί και την πατάμε.
Όταν τα λησμονάμε ανθίζουνε,
διεκδικούν τα βλέμματά μας,
γιατί, ό,τι τα μάτια δε χαϊδεύουνε,
μαραίνεται.
Ταξίδι είναι τα δέντρα κ' έρωτας.
Από πτερόν φτερό
Φτερό,
ωραία πετούσες
κι αποσπάστηκες
σαν νυχτερίδα ξάφνιασες
έπεσες στη γη.
Μαύρο (αλλιώς θα μου διέφευγες)
άγγιξες το παιδί
έπαιζε βώλους
δεν κατάλαβε.
Όργανο πτήσης
πέταγμα ζωής
πουλί᾿
μετά τήν πτώση
κατ' όνομα μόνον πτερόν
κύτταρο αλλιώς νεκρό
-φτερό-
έτοιμο πάντως γι' απογείωση
με τον αέρα.
Μάταιο ίσως πέταγμα,
πέταγμα όμως.
(πτερόν: πάν το πτερωτόν πλάσμα,
τό φέρον πτέρυγας (Λεξικόν
Σταματάκου))
Γάτα
Ι. Ο μεταξένιος
Μιά τούφα όνειρο᾿
σκάλωσες κοντά μας.
Μας ξαγκαθιάζεις.
Το σπίτι ξεχειλάει μετάξι.
Ρονρονίζουμε...
ΙΙ. Το χάδι
Ταξιανθία στην παλάμη μου μπιγκόνιας,
ράχη μιας μέρας καλοκαιρινής,
σκίρτημα χνουδωτό,
μέ λύνεις και γλιστρώ στη χλόη
και πιάνω τις ανάσες
κείνων που πεθάναν,
σαν να μη χάθηκε
ποτέ κανείς.
Χάδι-χνούδι,
βλάστησης αιώνιας.
ΙΙΙ. Ο γάτος της φυγής
Έφυγες όπως ήρθες,
Αύγουστο με πανσέληνο.
Ίσως να κυνηγάς ακόμα μιάν Ελένη,
ίσως η νύχτα,
άστρο της και σ' άρπαξε.
Πάντως το απόγευμα,
στον κήπο, στα περβάζια,
πάνω στη σιωπή μας,
γραμμή μεταξένια
κυματίζεις,
χάνεσαι.
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009
Ἀπό πτερόν φτερό [γ]
Ἑνότητα "Ὄνειρα"
α. Μετά τήν ἐκφορά
Σπίτι σου
οἱ συγγενεῖς
φωτογραφία πού ξάσπρισε
καί μόνη ἐσύ, ξεκάθαρη,
δεχόσουν συλληπητήρια
γιά τό δικό σου θάνατο.
Τά μάτια σου δυό πύλες
- τί κοίταζαν -
κ' ἀρχή, τέλος καί πένθος
ὅλα ἐσύ.
Στίς στῆλες τοῦ Κεραμεικοῦ
κόρες καί κοῦροι, μόνοι,
δέν ξέρεις:
κοιτάζουν πεθαμένοι τή ζωή
ἤ ζωντανοί τό θάνατό τους.
β. Τό ξόδι
Στό πατρικό μου
πρόσωπα θαμπά
- γείτονες ἴσως -
πηγαινέλα᾿
κ' ἡ μάνα μου
κάτι νά κάνει,
κάτι νά λέει καί νά γελάει.
Τά μάτια της κράτησα μονάχα,
γαλάζια κ' ἥσυχα, σχεδόν ἀπόντα.
Θά γινόταν ἡ κηδεία της σέ λίγο
κ' εἶχα μιάν ἔγνοια ἐγώ
μιάν ἀγωνία
τί νά πῶ στόν κόσμο᾿
ἡ κάσα της ἔχασκε ἄδεια
κ' ἡ μάνα (ἕνα γέλιο ὅλη)
σάμπως νά γυρίζει ἀκόμα
νά βοηθάει καί στό δικό της ξόδι.
γ. Τά μαλλιά
Ἔφεγγαν τά ὡραῖα μαλλιά
στίς σκάλες,
στήν αἴθουσα ζωγραφικῆς,
στούς διαδρόμους τοῦ μεγάλου᾿
ὅλα μές στ' ὄνειρο μουντά
ἔπαιρναν φῶς ἀπ' τά μαλλιά της.
Στήν ἔξοδο χαθήκαμε
Μισόφωτο...
Συνωστισμός...
Περίμενα...
Εἶπα: τώρα θά τή δῶ,
θά λάμψει!
Τό κτήριο σιωπηλό σκοτάδι.
Κόρη μου, λέω,
λαμπερά μαλλιά μου...
δ. Τό σπίτι
Εἴχαμε, λέει, κουβαλήσει ἀλλοῦ᾿
ἡ διαρρύθμιση ἐντάξει:
Ἕνα τετράγωνο ἤτανε ἡ σάλα
κ' ἡ κουζίνα κύκλος.
Σκόνταφταν τά παιδιά στά πράγματα,
γελοῦσαν,
κ' ἐσύ, πανευτυχής,
σέ κάποιους φίλους ἔδειχνες τούς χώρους
κ' ἐπιδοκιμάζανε
καί μόνο ἐγώ
φαινότανε νά βλέπω
κι ἀποροῦσα
πῶς θά τά καταφέρναμε
σέ σπίτι δίχως τοίχους.
ε. Στό περιθώριο μέ μολύβι
Σέ διαγωνισμό ἔλαβα μέρος
γιά κάποιες θέσεις στό δημόσιο, νομίζω.
Τοιχοκολλούσανε τ' ἀποτελέσματα
κ' ἔσπρωχνεν ὁ κόσμος᾿
δέν ἔβλεπα ὅμως τ' ὄνομά μου
κι ἀγωνιοῦσα.
Τέλος τό βρῆκα στό περιθώριο
μέ μολύβι - καί δίπλα:
"διηπόρει" καί "διεπληκτίζετο"᾿
κ' οἱ ἄλλοι ὅλοι-ἀποτυχόντες, μέ μονάδα,
εἶχαν τουλάχιστο βαθμό καί τή σειρά τους.
"Διηπόρει" καί "διεπληκτίζετο"...
Κ' οἱ θέσεις;
στ. Στό παλιό σπίτι
Ἔκλεβαν, λέει, τή μπουκαμβίλια μας!
Ξερίζωναν τήν παιδική μου μνήμη᾿
ἀκόμη ἀκούω τό σούρσιμό της στήν αὐλή.
Ἤτανε λίγο τό φεγγάρι
κ' ἔτρεχα στά χαλάσματα,
νά τόν ἁρπάξω,
νά τόν σκοτώσω, ἤθελα, τόν κλέφτη...
Δρασκέλαε τό φράχτη,
ὅταν ἔφτασα,
κ' ἤμουν ἐγώ ὁ κλέφτης
στό φεγγάρι
κι ἅπλωνε γύρω ἡ μπουκαμβίλια
μιάν ἐρημία ρουμπινιά.
ζ. Ἀναπάντεχα
Φλεβάρης
καί νά τρώγω μοῦρα...
Ἄσπρα μεγάλα μοῦρα, μέλι...
Εἶχε βρέξει
κ' ἔλαμπε ἡ μουριά στόν ἥλιο
κάθε της φύλλο καί μιά λίμνη...
Ἐγώ νάμαι ψηλά σ' ἕνα κλαρί της
καί στάλες νά ξαφνιάζουνε τό πρόσωπό μου...
Ἡ ρίζα της νά χάνεται στό χάος,
σκοτάδι κάτω μου νά χάσκει,
νά μή φοβᾶμαι
καί στόν ἥλιο
μοῦρα φρεσκοπλυμένα νά μαζεύω...
α. Μετά τήν ἐκφορά
Σπίτι σου
οἱ συγγενεῖς
φωτογραφία πού ξάσπρισε
καί μόνη ἐσύ, ξεκάθαρη,
δεχόσουν συλληπητήρια
γιά τό δικό σου θάνατο.
Τά μάτια σου δυό πύλες
- τί κοίταζαν -
κ' ἀρχή, τέλος καί πένθος
ὅλα ἐσύ.
Στίς στῆλες τοῦ Κεραμεικοῦ
κόρες καί κοῦροι, μόνοι,
δέν ξέρεις:
κοιτάζουν πεθαμένοι τή ζωή
ἤ ζωντανοί τό θάνατό τους.
β. Τό ξόδι
Στό πατρικό μου
πρόσωπα θαμπά
- γείτονες ἴσως -
πηγαινέλα᾿
κ' ἡ μάνα μου
κάτι νά κάνει,
κάτι νά λέει καί νά γελάει.
Τά μάτια της κράτησα μονάχα,
γαλάζια κ' ἥσυχα, σχεδόν ἀπόντα.
Θά γινόταν ἡ κηδεία της σέ λίγο
κ' εἶχα μιάν ἔγνοια ἐγώ
μιάν ἀγωνία
τί νά πῶ στόν κόσμο᾿
ἡ κάσα της ἔχασκε ἄδεια
κ' ἡ μάνα (ἕνα γέλιο ὅλη)
σάμπως νά γυρίζει ἀκόμα
νά βοηθάει καί στό δικό της ξόδι.
γ. Τά μαλλιά
Ἔφεγγαν τά ὡραῖα μαλλιά
στίς σκάλες,
στήν αἴθουσα ζωγραφικῆς,
στούς διαδρόμους τοῦ μεγάλου᾿
ὅλα μές στ' ὄνειρο μουντά
ἔπαιρναν φῶς ἀπ' τά μαλλιά της.
Στήν ἔξοδο χαθήκαμε
Μισόφωτο...
Συνωστισμός...
Περίμενα...
Εἶπα: τώρα θά τή δῶ,
θά λάμψει!
Τό κτήριο σιωπηλό σκοτάδι.
Κόρη μου, λέω,
λαμπερά μαλλιά μου...
δ. Τό σπίτι
Εἴχαμε, λέει, κουβαλήσει ἀλλοῦ᾿
ἡ διαρρύθμιση ἐντάξει:
Ἕνα τετράγωνο ἤτανε ἡ σάλα
κ' ἡ κουζίνα κύκλος.
Σκόνταφταν τά παιδιά στά πράγματα,
γελοῦσαν,
κ' ἐσύ, πανευτυχής,
σέ κάποιους φίλους ἔδειχνες τούς χώρους
κ' ἐπιδοκιμάζανε
καί μόνο ἐγώ
φαινότανε νά βλέπω
κι ἀποροῦσα
πῶς θά τά καταφέρναμε
σέ σπίτι δίχως τοίχους.
ε. Στό περιθώριο μέ μολύβι
Σέ διαγωνισμό ἔλαβα μέρος
γιά κάποιες θέσεις στό δημόσιο, νομίζω.
Τοιχοκολλούσανε τ' ἀποτελέσματα
κ' ἔσπρωχνεν ὁ κόσμος᾿
δέν ἔβλεπα ὅμως τ' ὄνομά μου
κι ἀγωνιοῦσα.
Τέλος τό βρῆκα στό περιθώριο
μέ μολύβι - καί δίπλα:
"διηπόρει" καί "διεπληκτίζετο"᾿
κ' οἱ ἄλλοι ὅλοι-ἀποτυχόντες, μέ μονάδα,
εἶχαν τουλάχιστο βαθμό καί τή σειρά τους.
"Διηπόρει" καί "διεπληκτίζετο"...
Κ' οἱ θέσεις;
στ. Στό παλιό σπίτι
Ἔκλεβαν, λέει, τή μπουκαμβίλια μας!
Ξερίζωναν τήν παιδική μου μνήμη᾿
ἀκόμη ἀκούω τό σούρσιμό της στήν αὐλή.
Ἤτανε λίγο τό φεγγάρι
κ' ἔτρεχα στά χαλάσματα,
νά τόν ἁρπάξω,
νά τόν σκοτώσω, ἤθελα, τόν κλέφτη...
Δρασκέλαε τό φράχτη,
ὅταν ἔφτασα,
κ' ἤμουν ἐγώ ὁ κλέφτης
στό φεγγάρι
κι ἅπλωνε γύρω ἡ μπουκαμβίλια
μιάν ἐρημία ρουμπινιά.
ζ. Ἀναπάντεχα
Φλεβάρης
καί νά τρώγω μοῦρα...
Ἄσπρα μεγάλα μοῦρα, μέλι...
Εἶχε βρέξει
κ' ἔλαμπε ἡ μουριά στόν ἥλιο
κάθε της φύλλο καί μιά λίμνη...
Ἐγώ νάμαι ψηλά σ' ἕνα κλαρί της
καί στάλες νά ξαφνιάζουνε τό πρόσωπό μου...
Ἡ ρίζα της νά χάνεται στό χάος,
σκοτάδι κάτω μου νά χάσκει,
νά μή φοβᾶμαι
καί στόν ἥλιο
μοῦρα φρεσκοπλυμένα νά μαζεύω...
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009
Ἀπό πτερόν φτερό [β]
Τό "ἄχ"
μνήμη Β.Κ.
Τό πιάνο σου
σέ κρατάει σάν μυστικό.
Τά πλῆκτρα του
ἀκόμα εἶναι ζεστά
ἀπό τά δάχτυλά σου.
Μαῦρο γιαλιστερό κουβούκλι᾿
τύμβος᾿
κλείνει τό κάτι τῆς ζωῆς σου,
τήν ψίχα της
αὐτό μονάχο ἀκούει
ἐκεῖνο τό "ἄχ"
πού ἄηχο
ἀντηχεῖ στή σκοτεινιά του.
Ὁ λόγγος
Κάθε πού βλέπω τόν πατέρα μου,
σκέφτομαι: λόγγος.
Ψάχνω γιά μονοπάτι
μά τίποτα.
Κι ὅμως ἀκούω τίς κραυγές του,
ὅταν ἑφτά χρονῶν
βόσκοντας γίδια, τό δεκάξι,
κάπου παγιδεύτηκα,
σάν τό πουλί στό ξόβεργο.
Γιά σκέψου νύχτα
ἕνα παιδί στό λόγγο!
Κ' ἔφτασε ἡ μάνα του τρελή
μέ λαδοφάναρο, τόν γλίτωσε.
Ὅμως ἐγώ, πατέρα,
πῶς νά σέ γλιτώσω,
ἀκούω τίς κραυγές
μά πῶς νά φτάσω...
Οἱ λόγγοι πιά δέν ἔχουν μονοπάτια.
Ἡ Ἀλεξάνδρα
Τή νιώθω πάντα στό δωμάτιό της
νά γράφει, νά ὀνειρεύεται.
Ὅμως στή ντουλάπα
βρίσκω τά ροῦχα μου ἄθικτα,
φοῦστες καί πουκαμίσες
στή θέση τους ἀκύμαντες.
Ἡ κολώνια της μόνο
ἐπιμένει στά φουλάρια μου
ἀλλά κι αὐτή
μέρα τή μέρα ἐξατμίζεται.
Τώρα ἡ ντουλάπα μου
ὑπόκυψε, θαρρεῖς, σέ μιά γαλήνη᾿
ἄραξε᾿
δίχως πιά τόν πειρατή της.
Ἀνθισμένο ἀγκάθι
Φίλοι μου,
ἀποφάσισα: θά φύγω.
Πάρτε τή θέση μου,
ἁπλωθεῖτε,
ὅ,τι ἀκόμη θάλεγα
μοιράστε.
Ἐγώ πηγαίνω μακριά
κρατώντας ἀπό σᾶς
πυράκανθο γιά μνήμη.
Φίλοι μου, εἶστε φίλοι μου,
μά φεύγω.
Ἐγώ μεταναστεύω
ἐντός μου.
Δέν εἶναι
Χῶροι
πού παίχτηκε τό χτές σου,
ἥρωες κομπάρσοι
προσπερνᾶνε᾿
βλέπεις δέ σέ κοιτᾶν,
κανείς δέν ἔχει μάτια
γιά κανένα᾿
σκιές
πού κάποτε φοβόσουν
- μάταιοι φόβοι -
σκιά κ' ἐσύ τοῦ χτές
σκιάχτρο τῶν ἄλλων
δίχως νά τό ξέρεις!
Ἕνας αἰώνας, χίλια χρόνια
ἐχθροί καί φίλοι εἶναι φίλοι,
ἐχθροί καί φίλοι
τίποτα δέν εἶναι.
Ἡ θραύση
Οἱ πιό πολλοί τοῦ κράταγαν λουλούδια,
μά δέ βαριέσαι,
ἡ φαρμακίλα δέσποζε
κ' ἡ σήψη.
Κάποιος ἀνυποψίαστος
τοῦ ἄφησε στό μαξιλάρι
μιά συλλογή ποιήματα.
Ἀμίλητος ἐκεῖνος κι ἄθραυστος
μᾶς κοίταζε ἕναν-ἕναν
ἀτελείωτα᾿
θραύοντας τέλος
τήν μιάν ἄκρη τῶν χειλιῶν του
"σκατά" εἶπε μόνο
κ' ἔγειρε.
25η Μαρτίου
Πρωΐ - πρωΐ
νά φτιάξω τήν ἀλιάδα,
μπάς καί δέ δώσω τό παρόν.
Ἀπό τό alium - σκόρδο
ξόρκι
φυλαχτό
φλάμπουρο
καριοφίλι
τό κοπανάω στῶν Τουρκῶν τά στίφη!
Ἀλιά-, βάϊ, ἀλιά-
Ἑλλάδα πούσαι στό γκρεμό
ό-κέϊ φορτωμένη!..
ὤ, καίει...
Ἔ, μήν καίγεσαι!
μνήμη Β.Κ.
Τό πιάνο σου
σέ κρατάει σάν μυστικό.
Τά πλῆκτρα του
ἀκόμα εἶναι ζεστά
ἀπό τά δάχτυλά σου.
Μαῦρο γιαλιστερό κουβούκλι᾿
τύμβος᾿
κλείνει τό κάτι τῆς ζωῆς σου,
τήν ψίχα της
αὐτό μονάχο ἀκούει
ἐκεῖνο τό "ἄχ"
πού ἄηχο
ἀντηχεῖ στή σκοτεινιά του.
Ὁ λόγγος
Κάθε πού βλέπω τόν πατέρα μου,
σκέφτομαι: λόγγος.
Ψάχνω γιά μονοπάτι
μά τίποτα.
Κι ὅμως ἀκούω τίς κραυγές του,
ὅταν ἑφτά χρονῶν
βόσκοντας γίδια, τό δεκάξι,
κάπου παγιδεύτηκα,
σάν τό πουλί στό ξόβεργο.
Γιά σκέψου νύχτα
ἕνα παιδί στό λόγγο!
Κ' ἔφτασε ἡ μάνα του τρελή
μέ λαδοφάναρο, τόν γλίτωσε.
Ὅμως ἐγώ, πατέρα,
πῶς νά σέ γλιτώσω,
ἀκούω τίς κραυγές
μά πῶς νά φτάσω...
Οἱ λόγγοι πιά δέν ἔχουν μονοπάτια.
Ἡ Ἀλεξάνδρα
Τή νιώθω πάντα στό δωμάτιό της
νά γράφει, νά ὀνειρεύεται.
Ὅμως στή ντουλάπα
βρίσκω τά ροῦχα μου ἄθικτα,
φοῦστες καί πουκαμίσες
στή θέση τους ἀκύμαντες.
Ἡ κολώνια της μόνο
ἐπιμένει στά φουλάρια μου
ἀλλά κι αὐτή
μέρα τή μέρα ἐξατμίζεται.
Τώρα ἡ ντουλάπα μου
ὑπόκυψε, θαρρεῖς, σέ μιά γαλήνη᾿
ἄραξε᾿
δίχως πιά τόν πειρατή της.
Ἀνθισμένο ἀγκάθι
Φίλοι μου,
ἀποφάσισα: θά φύγω.
Πάρτε τή θέση μου,
ἁπλωθεῖτε,
ὅ,τι ἀκόμη θάλεγα
μοιράστε.
Ἐγώ πηγαίνω μακριά
κρατώντας ἀπό σᾶς
πυράκανθο γιά μνήμη.
Φίλοι μου, εἶστε φίλοι μου,
μά φεύγω.
Ἐγώ μεταναστεύω
ἐντός μου.
Δέν εἶναι
Χῶροι
πού παίχτηκε τό χτές σου,
ἥρωες κομπάρσοι
προσπερνᾶνε᾿
βλέπεις δέ σέ κοιτᾶν,
κανείς δέν ἔχει μάτια
γιά κανένα᾿
σκιές
πού κάποτε φοβόσουν
- μάταιοι φόβοι -
σκιά κ' ἐσύ τοῦ χτές
σκιάχτρο τῶν ἄλλων
δίχως νά τό ξέρεις!
Ἕνας αἰώνας, χίλια χρόνια
ἐχθροί καί φίλοι εἶναι φίλοι,
ἐχθροί καί φίλοι
τίποτα δέν εἶναι.
Ἡ θραύση
Οἱ πιό πολλοί τοῦ κράταγαν λουλούδια,
μά δέ βαριέσαι,
ἡ φαρμακίλα δέσποζε
κ' ἡ σήψη.
Κάποιος ἀνυποψίαστος
τοῦ ἄφησε στό μαξιλάρι
μιά συλλογή ποιήματα.
Ἀμίλητος ἐκεῖνος κι ἄθραυστος
μᾶς κοίταζε ἕναν-ἕναν
ἀτελείωτα᾿
θραύοντας τέλος
τήν μιάν ἄκρη τῶν χειλιῶν του
"σκατά" εἶπε μόνο
κ' ἔγειρε.
25η Μαρτίου
Πρωΐ - πρωΐ
νά φτιάξω τήν ἀλιάδα,
μπάς καί δέ δώσω τό παρόν.
Ἀπό τό alium - σκόρδο
ξόρκι
φυλαχτό
φλάμπουρο
καριοφίλι
τό κοπανάω στῶν Τουρκῶν τά στίφη!
Ἀλιά-, βάϊ, ἀλιά-
Ἑλλάδα πούσαι στό γκρεμό
ό-κέϊ φορτωμένη!..
ὤ, καίει...
Ἔ, μήν καίγεσαι!
Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009
Ἀπό πτερόν φτερό [α]
Α καί α
"Ἄνθρωπος μέ ἄλφα κεφαλαῖο"
Σχεδόν σάν πυραμίδα,
μπάρα στήν πόρτα, θάφτηκες.
Ἔ, ὄχι μωρέ μάνα,
μ' ἄλφα μικρό!
Τό στρογγυλεύεις πρῶτα
κάνεις, πού λέει, τό χρέος σου
καί τοῦ κολλᾶς κατόπιν
ἕνα ἡμικύκλιο
κάτι ἀνοιχτό
σάν ἀγκαλιά
σάν πρόκληση
ἤ καί σάν ἀνταρσία᾿
ἕνα "ἔτσι θέλω" δηλαδή.
Ὁ βῶλος
Ἡ θειά μου ἡ Γνώση
μοῦ χάρισε μιά κούκλα λαστιχένια.
Ἔπαιζα μέ τίς πάνινες ὡς τότε.
Τή σήκωσα, ὅπως ἡ νέα μαμά τό βρέφος,
κι ἀκούστηκε κάτι μέσα της,
ρεβύθι σ' ἀδειανό σπιρτόκουτο.
Σά νά μήν εἶχε μάτια, χείλη,
ρόδια μάγουλα,
σά νάχα μπουχτίσει τέτοια δῶρα
μόνη μου τώρα ἔγνοια
Νά δῶ
Νά πιάσω τό ἀόρατο.
Μιά ψαλιδιά λοιπόν καί νάτο!
Ἕνας βῶλος
κύλησε... πάει.
... Κ' οἱ αὐτόχειρες,
- ἀλήθεια, τί περίεργοι! -
ἀφοῦ τά ψάξουν ὅλα,
πατᾶν μιά ψαλιδιά στό θάνατο,
νά δοῦν τί ἔχει μέσα.
Τό κράκ
Ἡ πίστα
πάντα σέ ἀναμονή μέ ὑπομονή:
χορός, φιγοῦρες, νούμερα.
Μά κάτι χτές,
νά, κάποιο κράκ,
κάτι σάν δόντια πούτριξαν,
τούς ξάφνιασε.
Κρῖμα - εἶπε κάποιος -
κ' εἶναι καί δρύϊνη.
Γρανίτης... Μόνο αὐτός...
Οἱ δεκοχτοῦρες
Φιλικά πουλιά
τρυπώνουν στά κλαριά μου
μικρές ἀνάσες, τρέμουλα,
μάτια μ' ἀντανακλᾶνε.
Νύχια - βελόνες
κεντᾶνε τόν κορμό μου,
ν' ἁρπαχτοῦν, μήν πέσουν.
Κέντημα ἔτσι γίνομαι
μέ τό δικό μου αἷμα.
Ἄπιαστο
Παγιδεύομαι
μέσα σέ τζάμια κάθε τόσο,
σέ νερά, σέ μέταλλα στιλπνά,
σέ μάτια ξένα καί τρομάζω.
Κι ὅμως τό στόμα,
τό τυχαῖο βλέμμα
δέν εἶναι δικό μου᾿
πρόσωπο ἄλλου κόσμου᾿ τό ἀψηφάω.
Τό ἀληθινό μου πρόσωπο, τό ζωντανό
τά μάτια μου δέ γίνεται νά δοῦν
κι αὐτό φοβᾶμαι.
Περίλυπες μορφές
Στή μνήμη μου
φίλοι καί γνωστοί
ἔχουν μιά τέτοια λύπη,
πού τήν ὅποιαν ἀτέλειά τους
καταργεῖ.
Ἄνθρωποι συνήθως γελαστοί
ἀποτυπώνονται ἐκεῖ
σάν νά μήν ἔχουν βλέμμα
ἤ σάν τό βλέμμα τους
νάχει στή λύπη τους χαθεῖ.
Στή μνήμη μου ὅλοι
λές καί δέν εἶναι ζωντανοί.
Πνιγμός
Μωρά τῆς νύχτας
ψάχνουμε θηλή
ἤ μιάν ὀσμή ἔστω ρούχου,
ὑποψία χαδιοῦ,
νά μᾶς πάρει ὁ ὕπνος.
Τό πρωΐ
ἐνήλικες πιά ἤ καί γέροι
- κατά περίσταση - τήν καρδιά μας
πνιγμένο γατί κουβαλᾶμε
- λέει -, νά ζήσουμε.
"Ἄνθρωπος μέ ἄλφα κεφαλαῖο"
Σχεδόν σάν πυραμίδα,
μπάρα στήν πόρτα, θάφτηκες.
Ἔ, ὄχι μωρέ μάνα,
μ' ἄλφα μικρό!
Τό στρογγυλεύεις πρῶτα
κάνεις, πού λέει, τό χρέος σου
καί τοῦ κολλᾶς κατόπιν
ἕνα ἡμικύκλιο
κάτι ἀνοιχτό
σάν ἀγκαλιά
σάν πρόκληση
ἤ καί σάν ἀνταρσία᾿
ἕνα "ἔτσι θέλω" δηλαδή.
Ὁ βῶλος
Ἡ θειά μου ἡ Γνώση
μοῦ χάρισε μιά κούκλα λαστιχένια.
Ἔπαιζα μέ τίς πάνινες ὡς τότε.
Τή σήκωσα, ὅπως ἡ νέα μαμά τό βρέφος,
κι ἀκούστηκε κάτι μέσα της,
ρεβύθι σ' ἀδειανό σπιρτόκουτο.
Σά νά μήν εἶχε μάτια, χείλη,
ρόδια μάγουλα,
σά νάχα μπουχτίσει τέτοια δῶρα
μόνη μου τώρα ἔγνοια
Νά δῶ
Νά πιάσω τό ἀόρατο.
Μιά ψαλιδιά λοιπόν καί νάτο!
Ἕνας βῶλος
κύλησε... πάει.
... Κ' οἱ αὐτόχειρες,
- ἀλήθεια, τί περίεργοι! -
ἀφοῦ τά ψάξουν ὅλα,
πατᾶν μιά ψαλιδιά στό θάνατο,
νά δοῦν τί ἔχει μέσα.
Τό κράκ
Ἡ πίστα
πάντα σέ ἀναμονή μέ ὑπομονή:
χορός, φιγοῦρες, νούμερα.
Μά κάτι χτές,
νά, κάποιο κράκ,
κάτι σάν δόντια πούτριξαν,
τούς ξάφνιασε.
Κρῖμα - εἶπε κάποιος -
κ' εἶναι καί δρύϊνη.
Γρανίτης... Μόνο αὐτός...
Οἱ δεκοχτοῦρες
Φιλικά πουλιά
τρυπώνουν στά κλαριά μου
μικρές ἀνάσες, τρέμουλα,
μάτια μ' ἀντανακλᾶνε.
Νύχια - βελόνες
κεντᾶνε τόν κορμό μου,
ν' ἁρπαχτοῦν, μήν πέσουν.
Κέντημα ἔτσι γίνομαι
μέ τό δικό μου αἷμα.
Ἄπιαστο
Παγιδεύομαι
μέσα σέ τζάμια κάθε τόσο,
σέ νερά, σέ μέταλλα στιλπνά,
σέ μάτια ξένα καί τρομάζω.
Κι ὅμως τό στόμα,
τό τυχαῖο βλέμμα
δέν εἶναι δικό μου᾿
πρόσωπο ἄλλου κόσμου᾿ τό ἀψηφάω.
Τό ἀληθινό μου πρόσωπο, τό ζωντανό
τά μάτια μου δέ γίνεται νά δοῦν
κι αὐτό φοβᾶμαι.
Περίλυπες μορφές
Στή μνήμη μου
φίλοι καί γνωστοί
ἔχουν μιά τέτοια λύπη,
πού τήν ὅποιαν ἀτέλειά τους
καταργεῖ.
Ἄνθρωποι συνήθως γελαστοί
ἀποτυπώνονται ἐκεῖ
σάν νά μήν ἔχουν βλέμμα
ἤ σάν τό βλέμμα τους
νάχει στή λύπη τους χαθεῖ.
Στή μνήμη μου ὅλοι
λές καί δέν εἶναι ζωντανοί.
Πνιγμός
Μωρά τῆς νύχτας
ψάχνουμε θηλή
ἤ μιάν ὀσμή ἔστω ρούχου,
ὑποψία χαδιοῦ,
νά μᾶς πάρει ὁ ὕπνος.
Τό πρωΐ
ἐνήλικες πιά ἤ καί γέροι
- κατά περίσταση - τήν καρδιά μας
πνιγμένο γατί κουβαλᾶμε
- λέει -, νά ζήσουμε.
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009
Ὁ "Μενέξενος" τοῦ Πλάτωνα
Ὁ "Μενέξενος" εἶναι γνωστός ὄχι γιά τήν ἀξία του καθαυτή - ἀνάμεσα στ' ἄλλα μεγάλα ἔργα τοῦ φιλοσόφου χάνεται σχεδόν - ἀλλά, ἐπειδή περιέχει ἕναν ἐπιτάφιο λόγο τόν ὁποῖο ἀπαγγέλειμάλιστα ὁ Σωκράτης. Ἔτσι προσφέρεται γιά μελέτη προκειμένου νά διαπιστωθεῖ ἡ ὁμοιότητά του ἤ μή πρός ἄλλους κανονικούς ἐπιταφίους. Ὁ Ἐπιτάφιος, ἄς ποῦμε, τοῦ Περικλῆ στό Θουκυδίδη μᾶς ὁδηγεῖ ἐκ τῶν πραγμάτων στόν ἐπιτάφιο τοῦ Λυσία γιά τούς πεσόντες στόν Κορινθιακό πόλεμο, σ' ἐκεῖνον τοῦ Δημοσθένη γιά τούς πεσόντες στή Χαιρώνεια, τοῦ Ὑπερείδη γιά τούς πεσόντες τοῦ Λαμιακοῦ πολέμου καί τέλος στό "Μενέξενο" τοῦ Πλάτωνα, πού δέ γράφηκε, βέβαια, γιά νά ἐκφωνηθεῖ, ἀλλά γιά λόγους προσωπικούς τοῦ συγγραφέα.
Σήμερα, δέν ἀμφισβητεῖ κανείς τή γνησιότητα τοῦ Πλατωνικοῦ αὐτοῦ ἔργου. Τό πρόβλημα ἔχει λυθεῖ ὁριστικά. Διΐστανται ὅμως οἱ γνῶμες σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τό χαρακτήρα του. Σέ ἀντίθεση μμέ τούς παλιούς, νεότεροι μελετητές του (Lesky, Tailor) διατύπωσαν τήν ἄποψη πώς ὁ Πλάτων ἔγραψε τόν Μενέξενο, γιά νά σατιρίσει τήν κοινοτοπία καί κενολογία τῶν ἐπιταφίων, στηλιτεύοντας ἔτσι τούς ρήτορες τῆς ἐποχῆς του πού σέρβιραν στούς ἀκροατές τους φουσκωμένα λόγια καί ἀναλήθειες καί συνέβαλλαν στήν ἡμιμάθεια καί ἀποχαύνωσή τους. Γι' αὐτούς λοιπόν ὁ Μενέξενος δέν εἶναι παρά μιά παρωδία ἐπιταφίου.
Ἄλλοι συμφωνοῦν ὡς πρός τή σατιρική διάθεση πού διέπει τό ἔργο, καταλήγουν ὅμως πώς το ἐγκώμιο εἶναι σοβαρό. Ἐναπόκειται ἄρα στήν κρίση καί τήν εὐαισθησία τοῦ ἀναγνώστη νά διαμορφώσει τήν προσωπική του ἄποψη.
Ἐκεῖνο πού φαίνεται καθαρά εἶναι τό ἀνάλαφρο καί φιλοπαῖγμον ὕφος τοῦ διαλογικοῦ μέρους στήν ἀρχή τοῦ ἔργου. Ἐκεῖ ὁ Σωκράτης εἰρωνεύεται ἀπροκάλυπτα τούς ρήτορες καί δή τούς κατασκευαστές ἐπιταφίων. Γι' αὐτό καί δηλώνει πώς ὁ λόγος πού θά ἀπαγγείλει ὁ ἴδιος εἶναι ἔργο τῆς Ἀσπασίας, ἀπό κομμάτια μάλιστα πού τῆς περίσσεψαν ἀπό τόν ἐπιτάφιο τοῦ Περικλῆ. Μ' αὐτόν τόν τρόπο ὁ Πλάτων ἀφαιρεῖ ἀπό τό λόγο τό βάρος πού ἔπρεπε νά ἔχει, ἄν ἦταν τοῦ Σωκράτη. Μοιάζει λοιπόν σάν νά λέει στούς ρήτορες, πού καμώνονταν τούς σπουδαίους, πώς δέν ἀξίζουν δά καί πολλά πράγματα, ἀφοῦ αὐτά πού περιεῖχε συνήθως ἕνας ἐπιτάφιος ἦταν τόσο γνωστά, πού ὁ καθένας μποροῦσε νά τά γράψει - κι ἡ Ἀσπασία στό πόδι, τόν ἔγραψε - καί τό ἴδιο νά ἐντυπωσιάσει.
Ἔτσι ἑξηγοῦνται, ἄλλωστε καί οἱ ἀνακρίβειες, ἀλλά καί οἱ ἀναχρονισμοί πού συναντᾶ κανείς στό "Μενέξενο". Ἐντάσσονται δηλαδή στήν πρόθεση τοῦ φιλοσόφου πού ἐπισημαίνουμε: Μοιάζει σάν νά τούς λέει πώς, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ λόγοι αὐτοί εἶναι "ἑτοιματζίδικοι" καί ἀνάλογα μέ τήν περίπτωση, προσθέτει κανείς ἤ ἀφαιρεῖ, ἑπόμενο εἶναι νά περιέχουν καί ἀνακρίβειες, - δέν μπορεῖ κανείς νά τά θυμᾶται ὅλα -, μά καί ἀναχρονισμούς, π.χ. ἡ Ἀσπασία ζεῖ καί γράφει λόγους, ὁ Σωκράτης ζεῖ καί ἐκφωνεῖ λόγους (ὡς γνωστό ὁ Σωκράτης πέθανε τό 399 π.Χ., λίγο μετά πέθανε καί ἡ Ἀσπασία, ἐνῶ ὁ λόγος ἀναφέρεται στούς νεκρούς τοῦ Κορινθιακοῦ πολέμου, 395-386 π.Χ.). Ἔτσι ἐνισχύει τή σάτιρά του πρός τούς ρήτορες, τούς δίνει δηλ. ἕναν καθρέφτη νά δοῦν τό πρόσωπό τους.
Ἡ σατιρική συνεπῶς διάθεση τοῦ Πλάτωνα δέν ἀφορᾶ τόσο στό περιεχόμενο ἑνός τέτοιου λόγου, ὅσο στούς ρήτορες, πού ἐξ ἄλλου καί σ' ἄλλα του ἔργα συναντᾶται.
Φυσικά, ἡ ἐπανάληψη τῶν ἴδιων καί τῶν ἴδιων κάθε φορά, ὁ ἐγκωμιαστικός τόνος, ἡ ὑπερβολή καί ἀπόκρυψη, ἡ παραποίηση τῶν γεγονότων γιά εὐνόητους λόγους, χαρακτηριστικά παρόμοιων λόγων καί τότε καί σήμερα, - ἀλλιῶς τί ἐγκώμια θά ἦταν -, σίγουρα, ἐνοχλοῦσαν τό μεγάλο στοχαστή, ὅπως ἐνοχλοῦν καί σήμερα ἀνάλογα πράγματα τό γνήσιο πνευματικό ἄνθρωπο. Ὅμως ἡ ἱστορία τῆς Ἀθήνας δέν ἦταν τυχαία ὑπόθεση. Γι' αὐτό, μ' ὅλες τίς ὑπερβολές καί τίς παραποιήσεις, τά ἀληθινά γεγονότα πού συνιστοῦν τήν ἱστορία τῆς πόλης, ἀποτελοῦν ἀπό μόνα τους ἐγκώμιο καί ἐπιβάλλονται. Αὐτά, καθώς καί οἱ βασικές ἰδέες πού διατρέχουν τό κείμενο, πάνω στίς ὁποῖες στήριξε ἡ Ἀθήνα τό πολιτισμικό της οἰκοδόμημα καί πού ἀναδύονται κάθε τόσο, ἰδίως στό παραινετικό καί παραμυθητικό μέρος, καθιστοῦν ἐν τέλει τό λόγο σοβαρό, συγκινοῦν καί μᾶς ἀμείβουν. Γι' αὐτό, στό τελευταῖο διαλογικό μέρος, οἱ συζητητές δέν ἔχουν πιά διάθεση γιά εἰρωνεῖες. Φαίνονται σοβαροί καί ὁμολογοῦν κι οἱ δυό πώς ὁ δημιουργός τοῦ λόγου εἶναι μακάριος.
Στό "Μενέξενο" λοιπόν ὁ Πλάτων, ναί μέν σατιρίζει τούς ρήτορες καί τήν προχειρότητα πού τούς διακρίνει μέ τόν τρόπο πού παραπάνω ἀναπτύξαμε, ἀλλά, ἴσως καί δίχως νά ἦταν στήνν πρόθεσή του, ἡ ἴδια ἡ σοβαρότητα τῶν πραγμάτων, γιά τά ὁποῖα κάνει ἀναγκαστικά λόγο, τοῦ ἐπιβάλλεται, τόν συνεπαίρνει καί καταλήγει σ' ἕνα ἀκόμη ἐγκώμιο γιά τήν Ἀθήνα.
[Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 5, Μάϊος 1996]
Σήμερα, δέν ἀμφισβητεῖ κανείς τή γνησιότητα τοῦ Πλατωνικοῦ αὐτοῦ ἔργου. Τό πρόβλημα ἔχει λυθεῖ ὁριστικά. Διΐστανται ὅμως οἱ γνῶμες σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τό χαρακτήρα του. Σέ ἀντίθεση μμέ τούς παλιούς, νεότεροι μελετητές του (Lesky, Tailor) διατύπωσαν τήν ἄποψη πώς ὁ Πλάτων ἔγραψε τόν Μενέξενο, γιά νά σατιρίσει τήν κοινοτοπία καί κενολογία τῶν ἐπιταφίων, στηλιτεύοντας ἔτσι τούς ρήτορες τῆς ἐποχῆς του πού σέρβιραν στούς ἀκροατές τους φουσκωμένα λόγια καί ἀναλήθειες καί συνέβαλλαν στήν ἡμιμάθεια καί ἀποχαύνωσή τους. Γι' αὐτούς λοιπόν ὁ Μενέξενος δέν εἶναι παρά μιά παρωδία ἐπιταφίου.
Ἄλλοι συμφωνοῦν ὡς πρός τή σατιρική διάθεση πού διέπει τό ἔργο, καταλήγουν ὅμως πώς το ἐγκώμιο εἶναι σοβαρό. Ἐναπόκειται ἄρα στήν κρίση καί τήν εὐαισθησία τοῦ ἀναγνώστη νά διαμορφώσει τήν προσωπική του ἄποψη.
Ἐκεῖνο πού φαίνεται καθαρά εἶναι τό ἀνάλαφρο καί φιλοπαῖγμον ὕφος τοῦ διαλογικοῦ μέρους στήν ἀρχή τοῦ ἔργου. Ἐκεῖ ὁ Σωκράτης εἰρωνεύεται ἀπροκάλυπτα τούς ρήτορες καί δή τούς κατασκευαστές ἐπιταφίων. Γι' αὐτό καί δηλώνει πώς ὁ λόγος πού θά ἀπαγγείλει ὁ ἴδιος εἶναι ἔργο τῆς Ἀσπασίας, ἀπό κομμάτια μάλιστα πού τῆς περίσσεψαν ἀπό τόν ἐπιτάφιο τοῦ Περικλῆ. Μ' αὐτόν τόν τρόπο ὁ Πλάτων ἀφαιρεῖ ἀπό τό λόγο τό βάρος πού ἔπρεπε νά ἔχει, ἄν ἦταν τοῦ Σωκράτη. Μοιάζει λοιπόν σάν νά λέει στούς ρήτορες, πού καμώνονταν τούς σπουδαίους, πώς δέν ἀξίζουν δά καί πολλά πράγματα, ἀφοῦ αὐτά πού περιεῖχε συνήθως ἕνας ἐπιτάφιος ἦταν τόσο γνωστά, πού ὁ καθένας μποροῦσε νά τά γράψει - κι ἡ Ἀσπασία στό πόδι, τόν ἔγραψε - καί τό ἴδιο νά ἐντυπωσιάσει.
Ἔτσι ἑξηγοῦνται, ἄλλωστε καί οἱ ἀνακρίβειες, ἀλλά καί οἱ ἀναχρονισμοί πού συναντᾶ κανείς στό "Μενέξενο". Ἐντάσσονται δηλαδή στήν πρόθεση τοῦ φιλοσόφου πού ἐπισημαίνουμε: Μοιάζει σάν νά τούς λέει πώς, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ λόγοι αὐτοί εἶναι "ἑτοιματζίδικοι" καί ἀνάλογα μέ τήν περίπτωση, προσθέτει κανείς ἤ ἀφαιρεῖ, ἑπόμενο εἶναι νά περιέχουν καί ἀνακρίβειες, - δέν μπορεῖ κανείς νά τά θυμᾶται ὅλα -, μά καί ἀναχρονισμούς, π.χ. ἡ Ἀσπασία ζεῖ καί γράφει λόγους, ὁ Σωκράτης ζεῖ καί ἐκφωνεῖ λόγους (ὡς γνωστό ὁ Σωκράτης πέθανε τό 399 π.Χ., λίγο μετά πέθανε καί ἡ Ἀσπασία, ἐνῶ ὁ λόγος ἀναφέρεται στούς νεκρούς τοῦ Κορινθιακοῦ πολέμου, 395-386 π.Χ.). Ἔτσι ἐνισχύει τή σάτιρά του πρός τούς ρήτορες, τούς δίνει δηλ. ἕναν καθρέφτη νά δοῦν τό πρόσωπό τους.
Ἡ σατιρική συνεπῶς διάθεση τοῦ Πλάτωνα δέν ἀφορᾶ τόσο στό περιεχόμενο ἑνός τέτοιου λόγου, ὅσο στούς ρήτορες, πού ἐξ ἄλλου καί σ' ἄλλα του ἔργα συναντᾶται.
Φυσικά, ἡ ἐπανάληψη τῶν ἴδιων καί τῶν ἴδιων κάθε φορά, ὁ ἐγκωμιαστικός τόνος, ἡ ὑπερβολή καί ἀπόκρυψη, ἡ παραποίηση τῶν γεγονότων γιά εὐνόητους λόγους, χαρακτηριστικά παρόμοιων λόγων καί τότε καί σήμερα, - ἀλλιῶς τί ἐγκώμια θά ἦταν -, σίγουρα, ἐνοχλοῦσαν τό μεγάλο στοχαστή, ὅπως ἐνοχλοῦν καί σήμερα ἀνάλογα πράγματα τό γνήσιο πνευματικό ἄνθρωπο. Ὅμως ἡ ἱστορία τῆς Ἀθήνας δέν ἦταν τυχαία ὑπόθεση. Γι' αὐτό, μ' ὅλες τίς ὑπερβολές καί τίς παραποιήσεις, τά ἀληθινά γεγονότα πού συνιστοῦν τήν ἱστορία τῆς πόλης, ἀποτελοῦν ἀπό μόνα τους ἐγκώμιο καί ἐπιβάλλονται. Αὐτά, καθώς καί οἱ βασικές ἰδέες πού διατρέχουν τό κείμενο, πάνω στίς ὁποῖες στήριξε ἡ Ἀθήνα τό πολιτισμικό της οἰκοδόμημα καί πού ἀναδύονται κάθε τόσο, ἰδίως στό παραινετικό καί παραμυθητικό μέρος, καθιστοῦν ἐν τέλει τό λόγο σοβαρό, συγκινοῦν καί μᾶς ἀμείβουν. Γι' αὐτό, στό τελευταῖο διαλογικό μέρος, οἱ συζητητές δέν ἔχουν πιά διάθεση γιά εἰρωνεῖες. Φαίνονται σοβαροί καί ὁμολογοῦν κι οἱ δυό πώς ὁ δημιουργός τοῦ λόγου εἶναι μακάριος.
Στό "Μενέξενο" λοιπόν ὁ Πλάτων, ναί μέν σατιρίζει τούς ρήτορες καί τήν προχειρότητα πού τούς διακρίνει μέ τόν τρόπο πού παραπάνω ἀναπτύξαμε, ἀλλά, ἴσως καί δίχως νά ἦταν στήνν πρόθεσή του, ἡ ἴδια ἡ σοβαρότητα τῶν πραγμάτων, γιά τά ὁποῖα κάνει ἀναγκαστικά λόγο, τοῦ ἐπιβάλλεται, τόν συνεπαίρνει καί καταλήγει σ' ἕνα ἀκόμη ἐγκώμιο γιά τήν Ἀθήνα.
[Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 5, Μάϊος 1996]
Ἡ Φιλοσοφία - Οὐρανός ἐλεύθερίας
Οἱ Ἕλληνες ἀνήγαγαν τή φιλία σέ θεσμό κι ὁ Ἀριστοτέλης μάλιστα τῆς παραχώρησε θέση λαμπρή στό φιλοσοφικό του σύμπαν. Τό περιοδικό μας, κοντινό πάντα κι ἀνοιχτόν στόν ἀπανταχού ἄνθρωπο, ὑποδέχεται μέ χαρά στίς σελίδες του τόν Πέρση ποιητή καί συγγραφέα Φερεϋντούν Φαριάντ καί τόν χαιρετίζει, καθώς πρόσφατα ἀπόκτησε καί τήν ἑλληνική ὑπηκοότητα.
Ὁ Φερεϋντούν Φαριάντ ζεῖ στήν Ἑλλάδα καί δηλώνει Πέρσης Ἕλλην. Μιλάει θαυμάσια τά Ἑλληνικά καί μαθαίνει μέ ἔμμονο πεῖσμα καί Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Βιβλία του ἔχει μεταφράσει ὁ Γιάννης Ρίτσος, πού ὑπῆρξε καί προσωπικός του φίλος. Τά ποιήματα τῆς συλλογῆς του "Οὐρανός χωρίς διαβατήριο", ἐκδ. Κέδρος, ἔχουν γραφεῖ ἀπ' εὐθείας στά ἑλληνικά καί ἀποτελοῦν εὐφρόσυνη κατάθεση ἑνός Πέρση ποιητῆ στήν Ἑλληνική Λογοτεχνία. Ἡ "Φιλοσοφία καί Παιδεία", ἕνας ἐπίσης οὐρανός χωρίς διαβατήριο, προσφέρει στούς ἀναγνῶστες της μερικά ἀπ' αὐτά.
Ἄν ποίηση εἶναι αὐτό πού λείπει, οἱ παραπάνω στίχοι τό ὑπογραμμίζουν. Διαβάζεις καί βρίσκεσαι κι ὅλας κάτω ἀπό ἕνα βαθύσκιωτο πλατάνι, χάνεσαι στήν ἅπλα τοῦ ποιήματος. Γιατί τό ποίημα κτίζεται, συχνά, εὐρύχωρο καί εὐήλιο, μέ ἐλάχιστα ὑλικά, φτάνει ὁ μάστορας νά 'χει μεράκι, δήλ. ψυχή. "Φιλοκαλοῦμεν μέτ' εὐτελείας".
Αὐτή εἶναι ἡ αἴσθησή μου ἀπό τά ὀλιγόστιχα ποιήματα τῆς συλλογῆς "Οὐρανός χωρίς διαβατήριο" τοῦ Φ.Φ. Καί τά ὀνομάζω ποιήματα, γιατί σχεδόν ὅλα περιέχουν τό ξάφνιασμα, πού δέν εἶναι μόνο γλωσσικό παιχνίδι ἀλλά συνάμα καί ἀποκάλυψη, ἀπόκλιση δηλ. ἀπό τήν κοινή ἀνθρώπινη πείρα.
Θά μποροῦσα νά συνεχίσω ἔτσι, ἀλλά οἱ ὁρίζουσες στήν ποίηση τοῦ Φ.Φ. εἶναι πολλές: Ἡ μοναξιά, ὁ πόνος γιά τά δεινά τῆς πατρίδας, ἡ ἀγάπη γιά τούς δικούς, ἡ νοσταλγία γιά ὅ,τι χάθηκε, ὁ ἔρωτας, ἡ ὀμορφιά, ἡ ἀγωνία τῆς ὕπαρξης ἀλλά καί ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπέρβασης:
Ἄλλα ποιήματα ἀποτελοῦν στιγμές τοῦ ποιητῆ, πιασμένες γιά πάντα στά δίχτια τῶν λέξεων, τίς ψαύουμε, μᾶς μεταδίδουν τό ἴδιο αἴσθημα πού τίς γέννησε: ψυχική εὐφορία, ἀπόγνωση κάποτε, ἀφόρητο πόνο πού τόν ἁπαλύνει ἡ λυτρωτική χρήση τῆς γλώσσας.
Οὐρανός, γῆ, δέντρο, ἥλιος, πουλί, ποίημα, πανσέληνος: Λέξεις πού ἐπανέρχονται, ὑλικό παμπάλαιο, οὐσιαστικά πού ὑπηρετοῦν μιά ποίηση οὐσιαστική ἐκ τῶν πραγμάτων, δηλ. εἰλικρινή. Καί ἡ εἰλικρίνεια, καί μόνη αὐτή, ἔχει τή δύναμη νά ξανακαινουργιώνει τίς λέξεις, νά τίς καθιστᾶ εὐέλικτες καί δραστικές. Τίποτα περιττό, οἰκονομία ἀφοπλιστική, τό καίριο βίωμα -στήν καίρια γλώσσα, στήν ποίηση τῶν ἡμερῶν μας πού, συχνά, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν ἔρχεται ἀπό τήν καρδιά, ἐπικρατεῖ ἡ κενολογία ἤ ἡ ἐκζήτηση. Ἡ ποίηση τοῦ Φ.Φ. ξεχωρίζει, δείχνοντας τό δρόμο τῆς σωστῆς δημιουργίας.
[Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 17-18, Ἰανουάριος 2000]
Ὁ Φερεϋντούν Φαριάντ ζεῖ στήν Ἑλλάδα καί δηλώνει Πέρσης Ἕλλην. Μιλάει θαυμάσια τά Ἑλληνικά καί μαθαίνει μέ ἔμμονο πεῖσμα καί Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Βιβλία του ἔχει μεταφράσει ὁ Γιάννης Ρίτσος, πού ὑπῆρξε καί προσωπικός του φίλος. Τά ποιήματα τῆς συλλογῆς του "Οὐρανός χωρίς διαβατήριο", ἐκδ. Κέδρος, ἔχουν γραφεῖ ἀπ' εὐθείας στά ἑλληνικά καί ἀποτελοῦν εὐφρόσυνη κατάθεση ἑνός Πέρση ποιητῆ στήν Ἑλληνική Λογοτεχνία. Ἡ "Φιλοσοφία καί Παιδεία", ἕνας ἐπίσης οὐρανός χωρίς διαβατήριο, προσφέρει στούς ἀναγνῶστες της μερικά ἀπ' αὐτά.
Οὐρανός χωρίς διαβατήριο
Φύτεψα λέξεις στό χαρτί
Φύτρωσε ἕνα δέντρο μέ πλατιά φύλλα
Φύτεψα λέξεις στό χαρτί
Φύτρωσε ἕνα δέντρο μέ πλατιά φύλλα
Ἄν ποίηση εἶναι αὐτό πού λείπει, οἱ παραπάνω στίχοι τό ὑπογραμμίζουν. Διαβάζεις καί βρίσκεσαι κι ὅλας κάτω ἀπό ἕνα βαθύσκιωτο πλατάνι, χάνεσαι στήν ἅπλα τοῦ ποιήματος. Γιατί τό ποίημα κτίζεται, συχνά, εὐρύχωρο καί εὐήλιο, μέ ἐλάχιστα ὑλικά, φτάνει ὁ μάστορας νά 'χει μεράκι, δήλ. ψυχή. "Φιλοκαλοῦμεν μέτ' εὐτελείας".
Αὐτή εἶναι ἡ αἴσθησή μου ἀπό τά ὀλιγόστιχα ποιήματα τῆς συλλογῆς "Οὐρανός χωρίς διαβατήριο" τοῦ Φ.Φ. Καί τά ὀνομάζω ποιήματα, γιατί σχεδόν ὅλα περιέχουν τό ξάφνιασμα, πού δέν εἶναι μόνο γλωσσικό παιχνίδι ἀλλά συνάμα καί ἀποκάλυψη, ἀπόκλιση δηλ. ἀπό τήν κοινή ἀνθρώπινη πείρα.
Ἡ μοναξιά μ' ἔφερε κοντά στά πουλιά
Μ' ἔμαθε νά πετάω.
Ἡ μεταφορά λειτουργεῖ θαυμάσια: Ἡ μοναξιά -δυσάρεστο συναίσθημα ἐν πολλοῖς- γινεται ἐδῶ "μάθημα πτήσης.Μ' ἔμαθε νά πετάω.
Καλύπτω τίς τρύπες
μέ φεγγάρι, μέ ποιήματα
ἤ μέ τά φιλιά σου.
Πάντα ὑπάρχουν τρόποι νά καλύπτεις τό κενό. Ἀρκεῖ νά εἶσαι ἀνοιχτός στόν κόσμο τῆς φύσης καί τῶν αἰσθήσεων.μέ φεγγάρι, μέ ποιήματα
ἤ μέ τά φιλιά σου.
Στόν μαυροπίνακα τῆς νύχτας
μ' ἕνα κομμάτι κιμωλία γράψε:
φῶς, φῶς, φῶς.
Ποιητής εἶσαι.
Ἡ δυνατότητα τοῦ ποιητῆ "νά γράψει στό νερό".μ' ἕνα κομμάτι κιμωλία γράψε:
φῶς, φῶς, φῶς.
Ποιητής εἶσαι.
Θά μποροῦσα νά συνεχίσω ἔτσι, ἀλλά οἱ ὁρίζουσες στήν ποίηση τοῦ Φ.Φ. εἶναι πολλές: Ἡ μοναξιά, ὁ πόνος γιά τά δεινά τῆς πατρίδας, ἡ ἀγάπη γιά τούς δικούς, ἡ νοσταλγία γιά ὅ,τι χάθηκε, ὁ ἔρωτας, ἡ ὀμορφιά, ἡ ἀγωνία τῆς ὕπαρξης ἀλλά καί ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπέρβασης:
Ἔρημα σπίτια
Ἔρημοι δρόμοι
πολλά πηγάδια.
Ἐγώ
ἔπεσα στόν οὐρανό.
Πάλι ἐδῶ ἡ σωτηρία διά τῆς ποήσεως.Ἔρημοι δρόμοι
πολλά πηγάδια.
Ἐγώ
ἔπεσα στόν οὐρανό.
Μιά μαύρη γάτα πέρασε
Σκοτεινός οὐρανός τῆς Περσίας
Ἄϊ σκοτωμένα καναρίνια μου.
Ἕνα ἐξωτερικό ἐρέθισμα, γιά ν' ἀρχίσει ὁ θρῆνος
Μά ἐγώ εἶμαι ξένος
Μιλάω στά δέντρα περσικά
Τά δέντρα μοῦ ἀποκρίνονται.
Μέσα σ' αὐτή τή συγγένεια
δέν εἶμαι ξένος.
Αἴσθηση βελούδου, μιά ἤρεμη μελαγχολία, σύμβολα ἀπό τή φύση-γεμίζουν τό ἄδειο, χρωματίζουν τό ἄχρωμο.Σκοτεινός οὐρανός τῆς Περσίας
Ἄϊ σκοτωμένα καναρίνια μου.
Ἕνα ἐξωτερικό ἐρέθισμα, γιά ν' ἀρχίσει ὁ θρῆνος
Μά ἐγώ εἶμαι ξένος
Μιλάω στά δέντρα περσικά
Τά δέντρα μοῦ ἀποκρίνονται.
Μέσα σ' αὐτή τή συγγένεια
δέν εἶμαι ξένος.
Ἄλλα ποιήματα ἀποτελοῦν στιγμές τοῦ ποιητῆ, πιασμένες γιά πάντα στά δίχτια τῶν λέξεων, τίς ψαύουμε, μᾶς μεταδίδουν τό ἴδιο αἴσθημα πού τίς γέννησε: ψυχική εὐφορία, ἀπόγνωση κάποτε, ἀφόρητο πόνο πού τόν ἁπαλύνει ἡ λυτρωτική χρήση τῆς γλώσσας.
Ξένος τοῦ γαλάζιου
Ξένος τῶν νερῶν
Στή γῆ πεσμένα
πέντε μῆλα,
Ποῦ νά πάω;
Ξεφυλλίζοντας, ἡ μιά ἔκπληξη διαδέχεται τήν ἄλλη. Στήνεται ἕνας κόσμος ὀμορφιᾶς, ρίχνοντας σκάλες ἐπικοινωνίας πάνω ἀπό τήν ἀπουσία, ἀναδύεται μιά πατρίδα γιά ὅλους, μιά ποίηση οὐρανός. Σύννεφα ταξιδεύουν ἄσπρα, τά ποιήματα τοῦ Φαριάντ.Ξένος τῶν νερῶν
Στή γῆ πεσμένα
πέντε μῆλα,
Ποῦ νά πάω;
Οὐρανός, γῆ, δέντρο, ἥλιος, πουλί, ποίημα, πανσέληνος: Λέξεις πού ἐπανέρχονται, ὑλικό παμπάλαιο, οὐσιαστικά πού ὑπηρετοῦν μιά ποίηση οὐσιαστική ἐκ τῶν πραγμάτων, δηλ. εἰλικρινή. Καί ἡ εἰλικρίνεια, καί μόνη αὐτή, ἔχει τή δύναμη νά ξανακαινουργιώνει τίς λέξεις, νά τίς καθιστᾶ εὐέλικτες καί δραστικές. Τίποτα περιττό, οἰκονομία ἀφοπλιστική, τό καίριο βίωμα -στήν καίρια γλώσσα, στήν ποίηση τῶν ἡμερῶν μας πού, συχνά, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν ἔρχεται ἀπό τήν καρδιά, ἐπικρατεῖ ἡ κενολογία ἤ ἡ ἐκζήτηση. Ἡ ποίηση τοῦ Φ.Φ. ξεχωρίζει, δείχνοντας τό δρόμο τῆς σωστῆς δημιουργίας.
Οὔτε φεγγάρι οὔτε ἄστρο, οὔτε τριζόνι.
Κλείσιμο δίχως τοίχους.
Μέ τήν αἰχμή τοῦ μολυβιοῦ μου
ἀνοίγω μιά τρύπα στή νύχτα.
Ἐκτινάζεται φῶς.
Ἄψογοι στίχοι, δραστικοί, κυριολεκτικά "ἐκτινάσσουν τό ποίημα".Κλείσιμο δίχως τοίχους.
Μέ τήν αἰχμή τοῦ μολυβιοῦ μου
ἀνοίγω μιά τρύπα στή νύχτα.
Ἐκτινάζεται φῶς.
Τό πουλί στόν οὐρανό εἶναι γαλάζιο,
στό δέντρο πράσινο,
στό νοῦ σου κόκκινο.
Στό κλουβί;
Στό κλουβί δέν ἔχει χρῶμα.
*
Πατρίδα μου εἶναι
ἕνας οὐρανός χωρίς διαβατήριο,
χωρίς πύλη.
Μπαίνω ἀπ' τόν ἀέρα.
Τέτοια διαμάντια, γραμμένα στή γλώσσα μας, ἀπό ἕναν Πέρση ποιητή. Κατά τό "μουσικές ἀσκήσεις". Τά προτείνω γιά "ποιητικές ἀσκήσεις"στό δέντρο πράσινο,
στό νοῦ σου κόκκινο.
Στό κλουβί;
Στό κλουβί δέν ἔχει χρῶμα.
*
Πατρίδα μου εἶναι
ἕνας οὐρανός χωρίς διαβατήριο,
χωρίς πύλη.
Μπαίνω ἀπ' τόν ἀέρα.
[Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 17-18, Ἰανουάριος 2000]
Ἀντήχηση τοῦ Σωκράτη στή Σεφερική ποίηση
Στό ποιητικό σῶμα τοῦ Σεφέρη ἀντηχεῖ συχνά ἡ ἀρχαία ἑλληνική σκέψη καί τέχνη: Ὅμηρος, Προσωκρατικοί, Τραγικοί, Φιλόσοφοι. Ὁ Σωκράτης ἐμφαίνεται καθρά στό "Μυθιστόρημα" (Ἀργοναύτες), στό ποίημα: "Πάνω σ' ἕναν ξένο στίχο", καί στήν ποιητική σύνθεση "Κίχλη" (Τό ναυάγιο τῆς Κίχλης).
Καί στίς τρεῖς αὐτές περιπτώσεις ὁ προσεκτικός ἀναγνώστης δύναται ν' ἀνιχνεύσει τόν ψυχισμό τοῦ ποιητῆ διακατεχόμενο ἀπό τόν λόγο περί ἀρετῆς καί δικαίου τοῦ Ἕλληνα Φιλοσόφου, σέ ἀντιπαραβολή πάντα πρός τά συμβαίνοντα στόν ἰδιωτικό καί δημόσιο βίο, διαχρονικά.
Οἱ "Ἀργοναύτες", θύματα μαζί καί θύτες ἀνά τούς αἰῶνες, "κοιμοῦνται στ' ἀκρογιάλι"
Ἡ Σωκρατική ἀναζήτηση δικαίου-ἀρετῆς πυροδοτεῖ τόν Γιῶργο Σεφέρη καί στό ποίημα "Πάνω σ' ἕνα ξένο στίχο". Ἐδῶ ἡ "ἀντίδικη μοίρα τῆς Ἀρετῆς κατεβαίνει τά μαρμαρένια σκαλοπάτια". Εἶναι ἡ Ἀρετή τοῦ Ἐρωτόκριτου, εἶναι ἡ ἀρετή τῶν Ἑλλήνων Φιλοσόφων, εἶναι, ἐν τέλει, ἡ προσωποποίηση τῆς ἀρετῆς, ὁ Σωκράτης, μέ τή δική του ἀντίδικη μοίρα. Ἐπειδή λοιπόν, οἱ Ἀργοναύτες ἐφησυχάζουν, ἡ μοίρα τῆς ἀρετῆς εἶναι ἀντίδικη. Πάλι τό θέμα τοῦ δικαίου, ὡς προσωπικῆς εὐθύνης τοῦ καθενός μας.
Τέλος, στό συνθετικό ποίημα "Κίχλη" μέ τήν ἐνδεικτική χρονολογία 31 Ὀχτώβρη 1946, ὁ Σεφέρης, στούς τρισκότεινους ἐκείνους καιρούς, ἀκούει καθαρά τά λόγια τοῦ Σωκράτη, αὐτούσια σχεδόν ἀπό τήν Πλατωνική ἀπολογία
"Κι ἄν μέ δικάσετε νά πιῶ φαρμάκι, εὐχαριστῶ. Τό δίκιο σας θά 'ναι τό δίκιο μου. Ποῦ νά πηγαίνω γυρίζοντας σέ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλό λιθάρι. Τόν θάνατο τόν προτιμῶ. Ποιός πάει γιά τό καλύτερο ὁ Θεός τό ξέρει".
Ὡστόσο, κατά τόν Σεφέρη πάντα, ὁ Σωκράτης δέν ὁδηγεῖται μοιραῖα στόν θάνατό του, τόν ἐπιλέγει ἔναντι μιᾶς ἀναξιοπρεποῦς ζωῆς. Ἐξ ἄλλου, γιά τόν Φιλόσοφο, τί εἶναι ζωή, τί εἶναι θάνατος; Γιατί τό τελευταῖο εἶναι ὑποχρεωτικά τό χειρότερο;
Ὁ τρόπος πού ὁ ποιητής εἰσπράττει τόν Σωκράτη τῆς Ἀπολογίας εἶναι, πιστεύω, διαχρονικός: Οἱ ξεχωριστοί ἄνθρωποι, ἔτσι ὅπως στέκουν πάνω ἀπό σχήματα, σκοπιμότητες κάι μικροπολιτικές, προσηλωμένοι στή δική τους ὑψηλή αἴσθηση τοῦ κόσμου, ἀφήνονται στή διάθεση τοῦ πλήθους συνειδητά, γιατί δέν ἔχουν ἄλλη ἐπιλογή. Ἔτσι, ὁ ἄδικος θάνατός τους, ὡς σημεῖον ἀντιλεγόμενον, γίνεται αἴνιγμα τῆς ἱστορίας, τροφοδοτώντας συζητήσεις καί γόνιμους προβληματισμούς. Ὁ Σωκράτης, μέ τό τέλος του, θέτει τό ἑκάστοτε σήμερα ὑπόλογο ἀπέναντι στήν ὑψίστη τῶν ἀρετῶν, τή δικαιοσύνη. Σ' ἕνα συμβολικό ἐπίπεδο, θάλεγα, ὁ Σωκράτης στήν ποίηση τοῦ Σεφέρη εἶναι τό σπαθί πού ἐπικρέμαται πάνω ἀπό κάθε ἀνθρώπινη δραστηριότητα καί τήν ἐπικυρώνει ἤ τήν ἀκυρώνει.
Καί στίς τρεῖς αὐτές περιπτώσεις ὁ προσεκτικός ἀναγνώστης δύναται ν' ἀνιχνεύσει τόν ψυχισμό τοῦ ποιητῆ διακατεχόμενο ἀπό τόν λόγο περί ἀρετῆς καί δικαίου τοῦ Ἕλληνα Φιλοσόφου, σέ ἀντιπαραβολή πάντα πρός τά συμβαίνοντα στόν ἰδιωτικό καί δημόσιο βίο, διαχρονικά.
Οἱ "Ἀργοναύτες", θύματα μαζί καί θύτες ἀνά τούς αἰῶνες, "κοιμοῦνται στ' ἀκρογιάλι"
Κανείς δέν τούς θυμᾶται. Δικαιοσύνη
ὡστόσο, "ἤτανε καλά παιδιά οἱ σύντροφοι"
"Κάποτε τραγούδησαν μέ χαμηλωμένα μάτια"
Εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν, ἔλεγαν
εἰς ψυχήν βλεπτέον, ἔλεγαν
καί τά κουπιά χτυποῦσαν τό χρυσάφι τοῦ πελάγου
μέσα στό ἡλιόγερμα"
Οἱ ἐναρκτήριοι στίχοι τοῦ ποιήματος - αὐτούσιο ἀπόσπασμα ἀπό τόν Πλατωνικό "Ἀλκιβιάδη"- παραπέμπουν στά λόγια πού ἀπευθύνει ὁ Φιλόσοφος στόν φιλόδοξο νεανία, ὅταν ἐκεῖνος ἐκφράζει τήν ἐπιθυμία του, νά γίνει πολιτικός:ὡστόσο, "ἤτανε καλά παιδιά οἱ σύντροφοι"
"Κάποτε τραγούδησαν μέ χαμηλωμένα μάτια"
Εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν, ἔλεγαν
εἰς ψυχήν βλεπτέον, ἔλεγαν
καί τά κουπιά χτυποῦσαν τό χρυσάφι τοῦ πελάγου
μέσα στό ἡλιόγερμα"
"Καί ψυχή
εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν
εἰς ψυχήν
αὐτῆ βλεπτέον" τοῦ ἐπισημαίνει.
Ἔχει προηγηθεῖ ὁ λόγος γιά τήν ὀρθοφροσύνη καί τήν ἐν γένει ἀρετή, κι ἔρχεται ἐδῶ νά τοῦ ἀναλύσει τό "γνῶναι σ' αὐτόν", πού ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά τήν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς. Ὅποιος θέλει νά γνωρίσει τόν ἑαυτό του πρέπει νά κοιτάζει κατάματα τόν ἄλλον, καί τότε θά δεῖ πώς ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός του. "Τόν ξένο καί τόν ἐχθρό τόν εἴδαμε στόν καθρέφτη", παραφράζει ὁ Σεφέρης. Μ' αὐτή τή γνώση ἀναδείχνεται ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος, ὁ δίκαιος πολιτικός πού δέν ἐπιδιώκει ἁπλῶς τό ὠφέλιμον, ἀλλά τό δίκαιον, τό ὁποῖο ἐμπεριέχει τό ὠφέλιμον. Οἱ σύντροφοι ὅμως στό ποίημα τοῦ Σεφέρη "εἶχαν χαμηλωμένα τά μάτια", δέν ἦταν ἄγρυπνο τό βλέμμα τους, τούς ἔλειπε ἡ συναίσθηση τῆς προσωπικῆς εὐθύνης. Δικαιολογημένα λοιπόν "δέν τούς θυμᾶται κανείς". Ἀκροτελεύτια λέξη στό ποίημα:Δικαιοσύνη.εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν
εἰς ψυχήν
αὐτῆ βλεπτέον" τοῦ ἐπισημαίνει.
Ἡ Σωκρατική ἀναζήτηση δικαίου-ἀρετῆς πυροδοτεῖ τόν Γιῶργο Σεφέρη καί στό ποίημα "Πάνω σ' ἕνα ξένο στίχο". Ἐδῶ ἡ "ἀντίδικη μοίρα τῆς Ἀρετῆς κατεβαίνει τά μαρμαρένια σκαλοπάτια". Εἶναι ἡ Ἀρετή τοῦ Ἐρωτόκριτου, εἶναι ἡ ἀρετή τῶν Ἑλλήνων Φιλοσόφων, εἶναι, ἐν τέλει, ἡ προσωποποίηση τῆς ἀρετῆς, ὁ Σωκράτης, μέ τή δική του ἀντίδικη μοίρα. Ἐπειδή λοιπόν, οἱ Ἀργοναύτες ἐφησυχάζουν, ἡ μοίρα τῆς ἀρετῆς εἶναι ἀντίδικη. Πάλι τό θέμα τοῦ δικαίου, ὡς προσωπικῆς εὐθύνης τοῦ καθενός μας.
Τέλος, στό συνθετικό ποίημα "Κίχλη" μέ τήν ἐνδεικτική χρονολογία 31 Ὀχτώβρη 1946, ὁ Σεφέρης, στούς τρισκότεινους ἐκείνους καιρούς, ἀκούει καθαρά τά λόγια τοῦ Σωκράτη, αὐτούσια σχεδόν ἀπό τήν Πλατωνική ἀπολογία
"Κι ἄν μέ δικάσετε νά πιῶ φαρμάκι, εὐχαριστῶ. Τό δίκιο σας θά 'ναι τό δίκιο μου. Ποῦ νά πηγαίνω γυρίζοντας σέ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλό λιθάρι. Τόν θάνατο τόν προτιμῶ. Ποιός πάει γιά τό καλύτερο ὁ Θεός τό ξέρει".
"Χῶρες τοῦ ἥλιου καί δέν μπορεῖτε ν' ἀντικρίσετε τόν ἥλιο
χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καί δέν μπορεῖτε ν' ἀντικρίσετε τόν ἄνθρωπο".
Πάλι τό δίκαιον ἐδῶ. Γιατί καταδικάστηκε ὁ Σωκράτης; Ὁ Σεφέρης ἔχει δώσει ἤδη τήν ἀπάντηση: Ἡ μοίρα τῆς ἀρετῆς εἶναι ἀντίδικη. Γιατί ὁ Σωκράτης ἀποδέχτηκε τήν καταδίκη του; Ὁ ποιητής ἀπαντᾶ μέ τό τέλος τῆς "Ἀπολογίας. Ὁ Φιλόσοφος εἶδε τό μάταιον τοῦ ἀγώνα του γιά τήν ἀρετή. Ἀποδέχεται λοιπόν τήν καταδίκη του ἀπό ἀπελπισία, ἀπό ἀπόγνωση. "Τό δίκιο σας εἶναι τό δίκιο μου", ἡ ἀπόλυτη μονάδα.χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καί δέν μπορεῖτε ν' ἀντικρίσετε τόν ἄνθρωπο".
Ὡστόσο, κατά τόν Σεφέρη πάντα, ὁ Σωκράτης δέν ὁδηγεῖται μοιραῖα στόν θάνατό του, τόν ἐπιλέγει ἔναντι μιᾶς ἀναξιοπρεποῦς ζωῆς. Ἐξ ἄλλου, γιά τόν Φιλόσοφο, τί εἶναι ζωή, τί εἶναι θάνατος; Γιατί τό τελευταῖο εἶναι ὑποχρεωτικά τό χειρότερο;
Ὁ τρόπος πού ὁ ποιητής εἰσπράττει τόν Σωκράτη τῆς Ἀπολογίας εἶναι, πιστεύω, διαχρονικός: Οἱ ξεχωριστοί ἄνθρωποι, ἔτσι ὅπως στέκουν πάνω ἀπό σχήματα, σκοπιμότητες κάι μικροπολιτικές, προσηλωμένοι στή δική τους ὑψηλή αἴσθηση τοῦ κόσμου, ἀφήνονται στή διάθεση τοῦ πλήθους συνειδητά, γιατί δέν ἔχουν ἄλλη ἐπιλογή. Ἔτσι, ὁ ἄδικος θάνατός τους, ὡς σημεῖον ἀντιλεγόμενον, γίνεται αἴνιγμα τῆς ἱστορίας, τροφοδοτώντας συζητήσεις καί γόνιμους προβληματισμούς. Ὁ Σωκράτης, μέ τό τέλος του, θέτει τό ἑκάστοτε σήμερα ὑπόλογο ἀπέναντι στήν ὑψίστη τῶν ἀρετῶν, τή δικαιοσύνη. Σ' ἕνα συμβολικό ἐπίπεδο, θάλεγα, ὁ Σωκράτης στήν ποίηση τοῦ Σεφέρη εἶναι τό σπαθί πού ἐπικρέμαται πάνω ἀπό κάθε ἀνθρώπινη δραστηριότητα καί τήν ἐπικυρώνει ἤ τήν ἀκυρώνει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)