Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

Φωνές χρωμάτων [γ]

Μάρθα

Κλαίουσα ἰτιά...
Πελάγωσες
Σάν τήν ἀγάπη.

Κάστρο

Οἱ δυνατοί σέ παίξανε
στό κομπολόϊ τους χάντρα.
Ἐγώ τήν ὀμορφιά σου
ἴσα ν' ἀγγίξω θάρρεψα.

Εἶναι κάτι δέντρα...

Ἀφ' ὑψηλοῦ
τήν ἄβυσσο κοιτῶ
λυγώντας ἐλαφρά
μέ χάρη εὐκάλυπτου.

Γυμνό κορίτσι

Κλῶνε λυγερέ
μέ τ' ἄνθη σου ὅλα
Κόσμου
ἀμάραντο καθρέφτισμα.

Λαϊκή ἀγορά

Ἐξέγερση ζωῆς
σ' ἄναιμες πόλεις.
Ἀνάβουν τά κορμιά
κι ἀχνίζουν.

Δέν ξεχωρίζεις
τόν ἄνθρωπο ἀπ' τό φροῦτο
μῆλα καί πρόσωπα
στήθη καί πορτοκάλια
γάμπες, ροδάκινα, γοφοί
σέ σμίξιμο δοξαστικό

ἕνα "χαῖρε"
λεβέντικη γυροβολιά
στήν πλάτη τοῦ θανάτου.

Κοριτσάκια

Μηλίτσες μου
πλεξοῦδες φυλλωσιές μου
ὁ κόσμος γύρω φρύγανο
κι ἐγώ μαζεύω μῆλα.

Δευτέρα 20 Απριλίου 2009

Φωνές Χρωμάτων [β]

Ἡ Ἄσος

α.

Νερένιο θαῦμα...
Σέ ποιᾶς ζωῆς ἀνάβρυσμα
Σ' ἔχω ξαναδεῖ.

β.

Ποιοί κόσμοι Κόσμε
Γλιστρᾶνε στά νερά σου
Ἀλλοπαρμένοι...

γ.

Θαλασσώνομαι
Στοῦ ἔρωτα τούς δρόμους
Ἔκθαμβη βάρκα.

Ἡλιοτρόπια

α.

Γέρνουν σάν προσευχή
χρυσόπαιδα στόν ἥλιο
πρίν νά πλαγιάσουν.

β.

Ἔκρηξη τοῦ Ἥλιου!
Μικροί χιλιάδες ἥλιοι
στή γῆ γλιστρᾶνε.

γ.

Πῶς μᾶς κοιτάζει ὁ ἥλιος
Μέ ἄπειρα πρόσωπα...

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Φωνές Χρωμάτων [α]

Αγιογραφία (Παναγία)

Στόν πόνο Σου
τον πόνο μου γυμνάζω
να τον αντέχω.

Πώς
στ' αναμμένα κάρβουνα
να χορέψω
Αναστενάρης.

Ζωγράφος

Στόν κήπο
σε περπάτησα ψυχή μου
γλυκά τρυγώντας χρώματα
και χάρη.

Κι όλα τ' αφήνω εδώ:
Του ονείρου μου αστραπές
Νιότης δοξάρι.

Εσύ

α.

Καντήλι εντός μου καις
ήμερο φως
στην ορφάνια της νύχτας
γλυκασμός.

β.

Περβόλι σ' έχω γύρω μου
κι ας λείπεις

Παιδιά

Νιότη πώς τρέχεις;
Όμορφη λύπη...

Μα σε κρατώ
φρέσκο μπουκέτο
στης ζωής το πέτο.

Καραβόμυλος

Νερά της μνήμης θολερά
Δεντροστεφανωμένα
Υγρής ζωής ώ μυστήριο!

Τριαντάφυλλα

Ένα λουλούδι αρκεί...
Δάκρυ να στάξει ο κόσμος
Ροδοπέταλο.

Φισκάρδο

Τέτοια μιά χάρη
Να μού δοθεί στο τέρμα
Του ταξιδιού μου.

Λιμάνι

Έκπληκτη μνήμη...
Εγώ με τον πατέρα
στην προκυμαία.

"Στάσου βρέ ναύτη
μη σπρώχνεις τη βάρκα"

στέναζε

"Στάσου βρέ ναύτη
νά 'ρθω κι εγώ".

Καράβι στην τρικυμία

α.

Το μέσα χάος
σαν πέλαγος
γερό σκαρί γυρεύει.

β.

Ψυχή
στήν άγρια θάλασσα
δείξε την αντοχή σου.

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Η Ελλάδα στην ποίηση του Σεφέρη


Στην ποίηση, εκείνου που, νομίζω, μετράει είναι αυτό τούτο το ποιητικό φορτίο και όχι ο φορτισμένος αναγνώστης, γι' αυτό θα επιχειρήσω μιάν ακόμη ανάγνωση της ποίησης του Σεφέρη παίρνοντας απόσταση από τα πεζά του (ημερολόγια κ.λ.π.), αλλά και από την πλούσια γύρω από αυτόν βιβλιογραφία, για να κρατήσω - όσο γίνεται - ανόθευτη τη ματιά μου σ' ό,τι αφορά την παρουσία της Ελλάδας στο ποιητικό του σώμα.
Στον Σεφέρη, ο προσεκτικός αναγνώστης ψηλαφεί την Ελλάδα ως παρελθόν, παρόν και μέλλον. Η χρονική αυτή σύμβαση, συμπυκνωμένη, αποτελεί τη δυναμική της ποίησής του, καθώς το οδυνηρό παρόν ανακαλεί το παρελθόν και τα δυό μαζί προβάλλονται στο μέλλον.
Η Ελλάδα ως παρελθόν είναι "αξία"βαθιά βιωμένη από τον ποιητή, ικανεί να ερμηνεύσει το παρόν, αλλά οι άνθρωποι επιμένουμε στα ίδια λάθη. Πρόσωπα-σύμβολα, θετικά ή αρνητικά, παρμένα από την Ελληνική Γραμματεία, διάσπαρτα στους στίχους του στίζουν το αυτονόητο, ότι Ελλάδα για τον ποιητή είναι κυρίως εκείνη του Ομήρου, της Τραγωδίας, των Φιλοσόφων, η Ελλάδα των Ευαγγελίων, του Ερωτόκριτου, της Κυπριακής Λογοτεχνίας, του Σολωμού, του Μακρυγιάννη, η Ελλάδα του δημοτικού τραγουδιού, των ερειπίων, του λαϊκού μας πολιτισμού.
Η Ελλάδα ως παρόν μοιάζει θρυμματισμένος καθρέπτης. Την ψαύεις με την αφή, την όραση, την ακοή. Σε άλλους ποιητές μας αποτελεί ενότητα, δηλώνεται:
Στόν Κάλβο η Ελλάδα σπαρταράει αναγεννώμενη μπρος στα μάτια του ποιητή, οι ωδές του δεν είναι παρά παραληρήματα χαράς για τη νεκραναστημένη που δονεί την ύπαρξή του σύγκορμη, καθώς ταυτίζεται μαζί της, κατά το "ελευθερία ή θάνατος".

Εγώ την λύραν κτυπάω
κι ολόρθος στέκομαι
σιμά είς του μνήματός μου
το ανοικτόν στόμα (Ευχαί)

Στον Σολωμό είναι η συνισταμένη της υλικής, πνευματικής και ηθικής δύναμης, μιά ενότητα θεϊκή ορίζουσα την ανθρώπινη οντότητα, αλλά και το πράγματι ελεύθερο άτομο:

Χαρές και πλούτη να χαθούν και τά βασίλεια κι όλα
Τίποτα δεν είναι, αν στητή μέν' η ψυχή κι ολόρθη". (Ελληνίδα μητέρα)

Κι εφώναζα ω θεϊκιά
κι όλη αίματα πατρίδα (Κρητικός)

Γιά τόν Καβάφη η Ελλάδα είναι έρωτας, "αιθερία μορφή", είναι η Αθήνα και η Σπάρτη, το "Μέγα Πανελλήνιον", "ο ένδοξός μας βυζαντινισμός", "ιδιότητα δεν έχει ο κόσμος τιμιωτέραν".

Στόν Παλαμά είναι εδαφικό ζητούμενο και ιδέα

Θεός είμαι (στίχ. από το ποίημα Όμηρος)

Δέν χάνομαι στά Τάρταρα
μονάχα ξαποσταίνω
στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω ( Ο Διγενής κι ο Χάροντας)

Στόν Σικελιανό είναι ιδέα και μεταφυσική, στόν Ρίτσο είναι "Ρωμιοσύνη", στον Ελύτη κάλλος καί φως αενάως αναγεννώμενα:

Αχ θάλασσα κάθε που ξυπνάς
πώς ξανακαινουργιώνονται όλα (Δυτικά της λύπης: Ενδυμίων)

Ο Σεφέρης βλέπει την Ελλάδα με τα μάτια ενός πρόσφυγα, η ματιά του είναι θρυμματισμένη:

Ήταν ωραία τα μάτια σου
μα δεν ήξερες πού να κοιτάξεις,
δεν ήξερα πού να κοιτάξω μήτε κι εγώ
χωρίς πατρίδα (Όνομα δ' Ορέστης)

Αν είναι σωστό αυτό που λένε, πως η αληθινή πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία, κατανοούμε στίχους όπως:

ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια (Μυθιστόρημα)

τα σπίτια που είχα μου τα πήραν (Κίχλη)

Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα, τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια,
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς (Τελευταίος Σταθμός)

Ωστόσο η αναζήτηση της Ελλάδας ως παρελθόν είναι εμπειρία πικρή και επώδυνη, που του δημιουργεί υπαρξιακή αμηχανία:

Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ' ακουμπήσω. (Μυθιστόρημα)

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες (Μυθιστόρημα)

Κάτω από την προσωπίδα ένα κενό (Ο βασιλιάς της Ασίνης)

Εκτός από την προσφυγιά που τον χάραξε, τη μελαγχολία του επιδεινώνουν γεγονότα διαλυτικά της ανθρώπινης υπόστασης: Δικτατορίες, πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος:

Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε
ν' αντικρύσετε τον ήλιο
χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε
ν' αντικρύσετε τον άνθρωπο (Κίχλη)

Κι αν σου μιλάω με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, και η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει (Τελευταίος Σταθμός)

Η Ελλάδα λοιπόν, ως παρόν απουσιάζει, η ανθρωπότητα δεν διδάχτηκε τίποτα, "της Τραγωδίας ο λόγος ο λαμπρός" είς ώτα μή ακουόντων.

Τώρα έγινε ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο (Κίχλη)

Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται
στην Αττική και δεν βρίσκετα πουθενά (Μέ τον τρόπο του Γ.Σ.)

Κι αυτός ο άνθρωπος βηματίζει
τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής ( Επιφάνεια 1937)

Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
κανείς δεν ξέρει να πει γιατί

τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε
σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει
και σας μιλώ γι' αυτόν γιατί δεν βρίσκω
τίποτε που να μη το συνηθίσατε (Αφήγηση)

Ακόμη και οι άνθρωποι που αντιστέκονται δεν τον αναπαύουν, τους λείπει η αυτοεπίγνωση ή είναι ματαιωμένοι ήρωες του παραλόγου:

Οι σύντροι τέλειωσαν με τη σειρά,
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ' ακρογιάλι.

Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη. (Αργοναύτες)

Λυπήσου το σύντροφο που μοιράστηκε τη στέρησή μας
και τον ιδρώτα
και βύθισε μέσα στον ήλιο σαν κοράκι πέρα απ'τα μάρμαρα
χωρίς ελπίδα να χαρεί την αμοιβή μας" (Μυθιστόρημα ΙΕ)

Περνούσαμε στης γης την πλάτη
σα φάγαμε καλά
πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι (Οι σύντροφοι στον Αδη)

Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;

Ποιός είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει
Πίσω από μας; (Η μορφή της μοίρας)

Στά σκοτεινά πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε...
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά ( Τελευταίος Σταθμός)

Ωστόσο η Ελλάδα ως μέλλον ανακλάται περισσότερο φωτεινή και, μέσα στο ζοφερό παρόν, ο ποιητής έχει στιγμές που αφήνεται σε μιά αισιόδοξη διάθεση:

Λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν' ανθίζουν
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει
λίγο ακόμα,
να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα (Λίγο ακόμα)

Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε,
τραγούδησε...
δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη
στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου
σκοτεινή κοπέλα
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε
ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηΐδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει
στο φως (Κίχλη)

Στα Κυπριακά του ποιήματα (Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ') η Ελλάδα ως μέλλον γίνεται για τον ποιητή πεποίθηση ανθοφορίας. Το θαύμα που στην Κύπρο "λειτουργεί ακόμη", όπως γράφει, τον συγκινεί βαθιά, και η απελπισία μετατρέπεται σε ελπίδα, ότι η Ελλάδα δεν χάνεται, θα ξαναγεννηθεί κάποτε. Ίσως δεν έχει εντάξει τυχαία σ' αυτή την ποιητική ενότητα δύο ποιήματα: Μνήμη Α΄ καί Μνήμη Β΄, στά οποία είναι εμφανής η πρόθεσή του να προφητεύσει, στό πρώτο:

θα γίνει η ανάσταση μιάν αυγή.
Θα ξαναγίνει το πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει
την Αφροδίτη
είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει.

Ο τελευταίος στίχος-εδάφιο από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο: "εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει, εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει" και στο δεύτερο: Ἁδης και Διόνυσος είναι το ίδιο", από το γνωστό σπάραγμα του Ηράκλειτου: "Ωυτός Αίδης και Διόνυσος". Η φθορά, λοιπόν, κατά τον ποιητή, είνα φαινομενική, μεταμόρφωση μόνο υπάρχει, σκέψη καθαρά Ελληνική διαπερώσα όλους τους μεγάλους στοχαστές και ποιητές μας. Η Ελλάδα, ως σημαίνον και σημαινόμενο, ταυτίζεται με τον θνήσκοντα και αναστάντα θεό. Διανύουμε, λοιπόν, την περίοδο του θανάτου. Όμως ο σπόρος θα ξαναφυτρώσει. Να προσδοκά ίσως ο ποιητής μιά πλούσια καρποφορία σε παγκόσμιο επίπεδο; Κανείς δεν το αποκλείει. Σε ό,τι αφορά πάντως την Ελλάδα, ως εθνική περιπέτεια, οι παρακάτω στίχοι στενάζουν από την πικρή αποτίμηση:
Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι...
εξ άλλου, η γραμμή της ζωής; η μοίρα; η ιστορία; κκάνει ανεπηρέαστη τη δουλειά της

Γραμμή! αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης (Οι γάτες τ' άϊΝικόλα)

Στά "Τρία κρυφά ποιήματα", η πεποίθηση για μιάν αναγέννηση στο μέλλον γίνεται πιό δυναμική, επαφίεται στον Ελληνα και τη θέλησή του:

Καθώς έψαχνα σχήματα
στα βότσαλα
γυρεύοντας ρυθμούς
μου μίλησε ο Θαλασσινός Γέρος:
"εγώ είμαι ο τόπος σου
ίσως να μην είμαι κανείς
αλλά μπορώ να γίνω αυτό
που θέλεις".

Μετά την αναγνωριστική αυτή προσέγγιση, η Ελλάδα στην ποίηση του Σεφέρη μοιάζει πολυδύναμο δέντρο με ασυνήθιστα βαθειές ρίζες, ξεροφυλλιασμένο όμως σήμερα, δίχως χυμούς᾿ μα τα βλαστάρια που ξεπετιούνται γύρω του προοιωνίζονται πλούσια ανακορμάδα κι εύρωστη, φτάνει να σκύψει ο περιβολάρης πάνω του με γνήσιο ενδιαφέρον, σωστά να το κλαδέψει και να το ποτίσει, με την επίγνωση ότι αυτό το δέντρο δίνει στο περιβόλι του όχι μόνο την παχειά ισκιάδα του, αλλά και σφρίγος και μοναδικότητα.

[Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδ. Φιλοσοφία και Παιδεία, τεύχος 34, Ιανουάριος-Απρίλιος 2005]



Από πτερόν φτερό [ζ]

Κεφαλονιά

στόν πατέρα

Χέρια πέτρινα
σφραγίζουν τη σιωπή
σταυρώνουν τίς τύψεις.
"Τό '30 κόψαμε θεμέλια,
πέντε αδέρφια δουλέψαμε όλοι,
μιά κάμαρα ο καθένας᾿
εσύ γεννήθηκες σ' αυτή του δρόμου᾿
στους βομβαρδισμούς σ' αφήναμε στήν κούνια
ζεις από τύχη."
Ρυτίδα γέλιου στή λύπη εποχή.
Ευγένεια πέτρας, χεριῶν᾿
έκτισαν, χαράκωσαν, σκέβρωσαν,
έτσι γιά γλέντι᾿ δέ χάϊδεψαν,
από ντροπή.

Η σιωπή των Σπαρτιατών

Σπαρτιάτες ό,τι και να λέτε,
το λακωνίζειν θάνατος εστίν.
Ούτε δυό λόγια δεν αφήσατε για μας.
Απόντες στα πεδία του λόγου,
δεν αντιτάξατε μιά λέξη
στην επερχόμενη σιωπή.

Αντικατροπτρισμός

Λάμπει ο ήλιος
βρέχει στην Ομόνοια,
κάτω γλιστρά ο ουρανός
και τον ποδοπατάμε,
τρύπιες ομπρέλες
στάζουμε.

Η Ελλαντίδα την τρίτη χιλιετία

Ένα πρωΐ
η μάγισσα με τα νερένια χέρια
τεντώθηκε
και σάρωσε τα πάντα.
Άστραψαν πάλι βουνά και κάμποι.
Χρόνια μετά
κάποιος ψαράς
βρήκε στα δίχτια λέξεις.
Παιδιά τις είδαν στρογγυλές,
τις πήρανε για βώλους.

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

Από πτερόν φτερό [στ]

Τρίστιχα

Δές! Τυλίγομαι
στη θαλασσιά πετσέτα
καί ταξιδεύω!

**

Η παπαρούνα
παράφορα ανθίζει
και σπαταλιέται.

**

Φωτογραφίες...
Ἀδιάφορα κοιτάζω
πρόσωπα ξένα.

**

Στίς τόσες γεύσεις
ὁ έρωτας προσθέτει
ακόμα κάτι.

**

Τόσο θάνατο
σαν τη ζωή, σηκώνουν
τά κυπαρίσσια.

**

Μελισσόσυκα
τα γινωμένα λόγια
φρεσκοκομμένα.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Από πτερόν φτερό [ε]

Μιά ζωή σκοτάδι

Μιά ζωή δε σε φτάνει
Να δεις πως
το δίκιο του ζώου
Κατοικεί στην παλάμη σου,
Στα μάτια η λύπη του,
Ίδια η δική σου
Να δεις
Την αράχνη
Κουνούπι να τρώει το φόβο σου,
Πως αρνί είν' ο λύκος
Και λύκος ο φόβος σου.

Ακρίβεια

Είναι κάτι λέξεις ακριβές,
παλιό μετάξι,
λίγο να τις φρεσκάρεις,
τρίζουν.
Έτσι και ταιριάσουν στην υφή,
στους τόνους,
αν ο συνδυασμός τους δώσει,
όπως λέν, προοπτική,
ατσάκιγες, της ώρας,
τις φοράει το ποίημα
και φυσάει.

Ματαίωση

Η Σελάννα -
Ποιόν να σκεπάσουν,
τα λουσμένα της μαλλιά;
Ποιόν να ζεστάνουν
τ' αχνιστά της μέλη;
Ο Ενδυμίων -
Τον γράπωσε η πόλη᾿
τον έριξε σε λερούς δρόμους,
σε σάπιες αγκαλιές.

Ποτάμι ρόδινο

Κελαρύζουν στα έγκατα οι πηγές του.
Την εποχή των πλημμυρών
κατηφορίζει αθέατες πλαγιές,
σεισμογενείς περιοχές, χαράδρες
και χύνεται στον κόλπο με τα βρύα
ρόδινο, αχνιστό, σήμα θριάμβου.
Σαν το φεγγάρι έρχεται και φεύγει.
Στην ξηρασία κλιμακωτά στερεύει
πηγές και κοίτη χάνονται στο χώμα.

Ποτάμι σκοτεινό, ρόδινο τρέχεις...

Κάθοδος

Τόνοι του μώβ
κυκλάμινο
και πασχαλιά
και φούξια
κι ακόμα πιό βαθύ
βελούδο του πανσέ
και πιό πολύ βαθύ, προς μπλέ,
ωκεανός
βυθός
τα έγκατά μου.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Σπύρος Κατσίμης

Ο ποιητής του φευγαλέου και της ρέμβης

Ο Σπύρος Κατσίμης έκαμε την εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα τη δεκαετία του '50. Μπορούμε λοιπόν να τον εντάξουμε, ως ποιητική περίπτωση, στους ποιητές της Β΄Μεταπολεμικής γενιάς. Η ποίησή του διαθέτει τα γνωρίσματα της μοντέρνας ποίησης: ελεύθερο στίχο, εσωτερικό ρυθμό, ονειρικό στοιχείο, αντηχήσεις από την παραδοσιακή ποίηση - ιδίως τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Σεφέρη. Ευτυχώς δεν πέφτει στην παγίδα του υπερρεαλισμού, παίρνει από αυτόν ό,τι της χρειάζεται, ίσα για ν' αποκτήσει -μέσα στη λιτότητά της- περισσότερη ελευθερία. Έτσι ο Σ.Κ. δημιουργεί ένα ποιητικό τοπίο προσωπικό και αναγνωρίσιμο, με κύρια χαρακτηριστικά: τα απαλά χρώματα, τό γκρίζο της βροχής και της ομίχλης, την ευγένεια του παλιού, τη ζωγραφική ματιά του πίνακα που κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογικής έκδοσης των ποιημάτων του. Αρκετά ποιήματά του αφήνουν την αίσθηση μιάς μαγικής εικόνας χωρίς εικόνα.
Το ποιητικό γεγονός ακολουθεί την προσωπική μυθολογία του ποιητή, σε ατομικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο, αυτό που αλλιώς λέμε "λυρισμό του εγώ"και "λυρισμό του εμείς": Η αναζήτηση του έρωτα, οι γονείς, το παλιό σπίτι, η αγαπημένη, τα παιδιά, η ομορφιά του παλιού, οι φίλοι, η ιστορία ως γεγονός βιωμένο, όπως: το Πολυτεχνείο και η μεταπολίτευση, τα οράματα, η πολιτική ως κούφια ρητορεία, η νέα εποχή ως οδύνη, η περιβαλλοντική αλλοίωση, η αλλοτρίωση από την κοινωνία της κατανάλωσης, η θλίψη για τη διαψευσμένη ζωή. Αυτά και άλλα που όμως καταθέτονται ως ψίθυροι, όχι ως κραυγές ή συνθήματα, σαν αναστεναγμοί που βγαίνουν από βαθιά κι ίσα και φτάνει ο αχός τους, ή, σαν καπνός που ταξιδεύει στον ορίζοντα από κάτι που κουφοκαίει.
Στις πρώτες συλλογές παρακολουθούμε μια ματαίωση, ένα σπάραγμα ζωής αδικαίωτο, μιάν ευαισθησία που αγωνίζεται να βρει την έκφρασή της. Ήδη, κάποιοι στίχοι - όχι ολόκληρα ποιήματα - προοιωνίζονται την κατοπινή ανθοφορία:
"ό,τι αγαπιέται δεν πεθαίνει" από το ποίημα "Το λυκόφως του καλλιτέχνη".
"Κείτομαι εδώ αποζητώντας έναν ήρεμο ύπνο
κάτω απ' τά γυμνά δέντρα,
το φθινόπωρο γλυκά ν' αποκοιμήσω
να ονειρευτεί την Άνοιξη και Σένα
(από το ποίημα "Μεθυσμένο Φθινόπωρο")

Μιά πιό ξεκαθαρισμένη ποιητική πρόθεση επισημαίνουμε στο ποίημα "Η κούκλα".
Το 1964 κυκλοφορεί η συλλογή "Έξοδος", όπου είναι, ευκρινώς πλέον, μιά πιό ώριμη φωνή. Τα ποιήματα συντομεύουν, η ποιητική ιδέα γίνεται διαυγέστερη, ο ποιητής ελέγχει τα ποιητικά του μέσα, κατακτάται σιγά-σιγά η απαραίτητη οικονομία, με αποτέλεσμα ποιήματα που μας αιφνιδιάζουν με την αρτιότητά τους:

Η ζωγραφιά

Έμεινες όσο να τελειώσω
τη ζωγραφιά μου αγαπημένη
μπρός από τη θάλασσα, τα ρόδα και τά στάχυα
με τα κόκκινα χείλη, τα ξανθά μαλλιά
και τα γαλάζια μάτια.

Και τώρα δεν υπάρχεις πιά,
Γιατί ήσουν μόνο της αγάπης
η θάλασσα, τα ρόδα και τα στάχυα
που θέλησα να ζωγραφίσω.

Στη συλλογή "Οι Ρήτορες" (1974), η ποιητική τέχνη του Σ.Κ. παρουσιάζει σταθερή πορεία, μιά σιγουριά -θά'λεγα_, και, εδώ, κάνουν την εμφάνισή τους ποιήματα αιχμής για τους αγώνες των νέων για ελευθερία και δικαιοσύνη. Σε στίχους δραστικούς μνημειώνεται η εξέγερση των νέων στο Πολυτεχνείο:
Μια ριπή πολυβόλου τραυματίζει το φως

Μας κυνηγούσαν στα σκοτεινά πάρκα και τις παρόδους
γιατί -λέει- θα καίγαμε την πόλη
με τον ήλιο που κρύβαμε.
(από το ποίημα "Μας ξάφνιασε η νύχτα").

Αρκετά ποιήματα αποτυπώνουν την αμηχανία για την αποξένωση ανθρώπων και τόπων:

Το δωμάτιο
Το δωμάτιο μου φάνηκε σαν ξένο,
άλλ' όταν έστρωσα
το παλιό μου χαλί, τοποθέτησα
το φθαρμένο τραπέζι στη μέση
και τη μοναδική καρέκλα, τότε
γίνηκε ίδιο με τ' άλλο που εγκατέλειψα.

Έτσι, κι από το παράθυρο η θέα
του δρόμου ήταν ίδια και οι γείτονες
σαν πρόσωπα γνωστά που μ' ακολούθησαν
στη νέα μου συνοικία.

Άλλα ποιήματα αποπνέουν σαρκασμό για το παράλογο της ανθρώπινης μοίρας:

Το νεόχτιστο

Οι γέροι έχτιζαν το σπίτι για το μέλλον,
φροντίζοντας πολύ να μεγαλώσουν το χώρο
των ανατολικών δωματίων, τα παράθυρα
-με θέα τα πράσινα περιβόλια-
να είναι το σπίτι καλά προφυλαγμένο
απ' τις βροχές και τους ανέμους.

Έβαψαν, ύστερα, τους τοίχους
μ' ανοιξιάτικα χρώματα κι απόμειναν
ετοιμοθάνατοι... προσμένοντας
τους συγγενείς.

Στις συλλογές που ακολουθούν 1983 έως και 2004, τα ποιήματα γίνονται ακόμη πιό συμπαγή, επιτυγχάνεται συχνά αυτό που λέμε συμπύκνωση, ενώ η αιχμή και ο σαρκασμός, ευκρινέστερα τώρα, κυριαρχούν:

Ο λόφος

Μιά μέρα πέρασαν τις γειτονιές με τα χαλάσματα
Και βρέθηκαν στον μοναδικό πράσινο λόφο, κυκλωμένοι
από τους οικοπεδοφάγους...

Ένα άλλο στοιχείο που διατρέχει ολόκληρο το ποιητικό σώμα του Σ.Κ. είναι ο έρωτας, στην αληθινή του διάσταση: άπιαστος, περιπόθητος, βαθύτατα υπαρξιακός. Ο Σ.Κ. δεν παίζει μαζί του, δεν τον αντιμετωπίζει εγκεφαλικά, δηλ. ψεύτικα, αντιθέτως, διάχτυη είναι η ανάγκη της ψυχής του να σμίξει την άλλη ψυχή, να ταυτιστεί μέσω αυτής με την ψυχή του κόσμου. Η Ελληνική σκέψη για το μέγα μυστήριο του έρωτα, απ' όπου αντλεί την υπόστασή της η Σολωμική αγαπημένη αλλά και η Καβαφική "αιθέρια μορφή" είναι μιά κατάσταση βαθιά βιωμένη στην ποίηση του Σ.Κ. και υποβάλλεται με ευκρίνεια σε ποιήματα όπως: "Η ζωγραφιά", "Η φράση", "Όταν ο ήλιος".

Η πόλη είναι μιά άλλη τέμνουσα της ποίησής του, γοητευτική και ερωτική στην παλιά της μορφή, σύμβολο του παλιού κόσμου, άσχημη και απωθητική στη νέα της μορφή, σύμβολο του νέου κόσμου, στον οποίο ο ποιητής νιώθει μετανάστης, ξένος. Σ' ένα ποίημά του από τη συλλογή του "Μετανάστης" (2004), ο παλιός κόσμος συμβολίζεται με μιά παλιά μελωδία:

Η μελωδία

Είναι μια εικόνα που γυροφέρνω στο μυαλό μου.
Κάθομαι στη γέρικη πολυθρόνα και ακούω
τη μελωδία του παλιού ραδιοφώνου μέσα
στο μισοσκόταδο.
Δεν ξέρω πώς βρέθηκα εδώ και ποιόν
θα συναντήσω.
Τη μελωδία την αναζητώ σε όλα τα δισκάδια
μα δεν έχω στοιχεία και καθώς
τη σιγοψιθυρίζω, άγνωστη στους άλλους,
έμεινε, δίχως τέλος, στην καρδιά μου.

Σε άλλο ποίημα διαφαίνεται καθαρά η αδυναμία του ποιητή να ενσωματωθεί στο νέο κόσμο:
Είσαι αυτός που μπορεί να ξανανιώνει
σ' ένα παλιό κόσμο που τελειώνει.

Αλλού ανιχνεύεται η θεραπεία διά της ποίησης:

Η μοναξιά

Τέτοιες βραδιές αγαπούσε
Την προσμονή την πεντάμορφη.
Άνοιγε το παράθυρο
να μπει, καθώς του την έστελναν
τ' άστρα και το φεγγάρι
στο μοναχικό δωμάτιο.

Κι ύστερα την έπαιρνε απ' το χέρι
για ένα περίπατο στο δάσος
ή στ' ασημένιο ακρογιάλι.

Η ματιά του πέφτει συχνά σε ερημικά τοπία, σε ερημικούς ανθρώπους, μιά μοναχική γυναίκα με τη λάμπα πίσω από ένα τζάμι, μιά γριούλα σ' ένα σπίτι αποξεχασμένο, ένα σκυλί που πάει κι έρχεται ή κάποιον περιμένει. Ο σκύλος, ζώο της καρδιάς όπως φαίνεται για τον ποιητή, ξεχειλίζει θύμηση και του χαρίζει ένα εξαιρετικό σε δομή και αισθαντικότητα ποίημα με τίτλο: "Για ένα σκύλο που πέθανε".

Σε άλλα ποιήματα κυριαρχεί η μουσική, ένα γραμμόφωνο παίζει, ένα παλιό ραδιόφωνο, μιά μπάντα στην πλατεία, κιθάρες και βιολιά.
Το ποιητικό τοπίο του Σ.Κ., σε μεταφορική γλώσσα είναι ένα περιβόλι στο οποίο μπαίνεις και χαίρεσαι τη διακριτική παρουσία σπάνιων λουλουδιών. Αν είσαι απρόσεκτος περιπατητής, δεν θα τα δεις, γιατί τα χρώματά τους είναι απαλά, τό άρωμά τους διακριτικό. Σ' αυτό το περιβόλι δεν συναντάς μεγάλα δέντρα, περνάς και φεύγεις γοητευμένος, σάν νά σ' άγγιξε πνοή φευγαλέα, απροσδιόριστη. Ο Σ.Κ. είναι ο ποιητής του φευγαλέου.
Το ίδωμά του, κάθε φορά, το σμιλεύει με υπομονή, ψάχνοντας την κατάλληλη λέξη, έτσι ώστε να μοιάζει με κουβέντα που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, καλεί τον αναγνώστη να τη συμπληρώσει, απαιτεί τη συμμετοχή του.
Ο Σ.Κ. κατέχει την ποιητική μας παράδοση, την έχει επισκεφτεί, για να φτάσει όμως στη δική του ποίηση, ανοίγει ένα δικό του μονοπάτι που το ξέρει μόνο αυτός. Καταλαβαίνω γιατί οι παλιότεροι αλλά και οι σύγχρονοί του έχουν μιλήσει θετικά για τη δουλειά του. Ιδίως στή σύγχυση που ακολούθησε τον "υπερρεαλισμό" στη χώρα μας, ο ποιητής αυτός, καταφέρνει να κρατήσει καθαρή τη ματιά του, προσηλωμένη στο μέσα του τοπίο, ένα τοπίο μνήμης και νοσταλγίας, διάψευσης αλλά και ελπίδας, αιχμής γιά ό,τι άσχημο αλλά και άπειρης κατανόησης, ένα τοπίο Τσεχωφικό, όπου τα συναισθήματα υποβάλλονται, δεν προκαλούνται, υπηρετούν την ανθρωπιά μας.
Ο Σ.Κ. δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό, δεν καταφεύγει σε κούφια λεκτικά σχήματα, αφήνει το συναίσθημα να οδηγεί, δίχως εκζήτηση. Συχνά καταφέρνει ένα καλό αποτέλεσμα με τη χρήση της αντίθεσης.

Η κίνηση

Συνηθισμένες κινήσεις ενός συνηθισμένου ανθρώπου
στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας.

Συνηθισμένη ζωή, συνηθισμένο τηλεφώνημα
συνηθισμένη μουσική...

Και ξαφνικά, με μιά κίνηση ασυνήθιστη
πέφτει στο δρόμο απ' το παράθυρό του.

Σε γενικές γραμμές ο Σ.Κ. λέει όχι στην ευκολία, καταθέτει με ειλικρίνεια, δεν καμώνεται, η ποίησή του υπηρετεί την αλήθεια και την ομορφιά, το κλασικό δηλαδή ιδεώδες στην τέχνη. Όπου ο στίχος του ευτυχεί, μας παίρνει, κάνοντάς μας κοινωνούς μιάς ήρεμης μελαγχολίας, μιάς "ρέμβης", που κατά τον Έμερσον, αποτελεί "σφραγίδα ποιότητας". Συνοπτικά συνεχίζει επάξια τον εφτανησιώτικο ποιητικό λυρισμό.
Ένα σιγανό τραγούδι -είναι η φωνή του- αρχινημένο αφνίδια, χωρίς προετοιμασία, ξυπνάει μνήμες, ανασταίνει τις παλιές γειτονιές, τους παλιούς φίλους, τις παλιές αγάπες, αλλά και τις καταστροφές, τα ερείπια, τα δύσκολα χρόνια, την προσφυγιά, τη μετανάστευση, τα ματωμένα όνειρα, τους ανυπεράσπιστους αγώνες, τη χαμένη τιμή του νέου ανθρώπου, αλλοτριωμένου από τα τερτίπια της νέας εποχής. Ένα γραμμόφωνο ξεχασμένο σε κάποια πλατεία της Κέρκυρας είναι η ποίηση του Κατσίμη, παίζει νοσταλγικές μελωδίες, απόκοσμες. Όποιος θέλει να τις ακούσει, δεν έχει παρά να ταξιδέψει ως εκεί, να σκύψει δηλαδή στα ποιήματά του.

Το ραντεβού

Ήταν ένας απλός περίπατος και είχα αργήσει
με τόσους σταθμούς που έκανα, τόσα χρόνια
που έζησα σ' αυτή την πόλη.
Συνέχισα το δρόμο μου, μπήκα στο καφενείο
και σε περίμενα να πιούμε καφέ, να με ρωτήσεις
αν το χειμώνα θ' αλλάξω κλίμα ή πώς
θ' αποφύγω το κρύο
να με ρωτήσεις για τη διαδρομή μου.
Είναι καιρός που έρχεσαι στο καθημερινό μας ραντεβού
καιρός που τρέχω μες στη βροχή
πηδώντας τον φράχτη, διασχίζοντας τον κήπο
προς το ανοικτό παράθυρο του ισογείου
καιρός που διανύω μεγάλες αποστάσεις
σ' ένα κόσμο μικρό.

Είναι καιρός που σ' αγαπώ


[το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Φιλοσοφία και Παιδεία, τεύχος 36, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2005]

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

Διδακτόν η Αρετή;

Με αφορμή ένα άσημο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ανάμεσα στα εκατοντάδες γυναικεία πρόσωπα που συναντά κανείς περιδιαβάζοντας τον κόσμο του Παπαδιαμμάντη, η Αρετή η Μπόζαινα ξεχωρίζει για "τήν απλήν και σύντομον ιστορίαν της ασήμου ζωής της". Έχει φροντίσει ωστόσο ο συγγραφέας να μας κεντρίσει το ενδιαφέρον, από την αρχή ακόμα του διηγήματος, με το συγκλονιστικό διάλογο: "σχώρα με, Αρετώ, σχώρα με!" "Θεός σχωρέσ, πατέρα!" "Με όλη την ψυχή σ, κορίτσι μ, Αρετώ!" "Μέ όλη την ψυχή μ' πατέρα σχωρεμένος νά 'σαι!"

Τό διήγημα υπό τον τίτλο: "Η στοιχειωμένη καμάρα" σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή. Η Παπαδιαμαντική γλώσσα, ένα με τα συμφραζόμενα, γι' αυτό κι αμεταγλώττιστη - οι όποιες απόπειρες είναι καταδικαστέες - ήσυχη, δήθεν ταπεινή, σαρκάζουσα, υπαινικτική και μυστικοπαθής όπου επιβάλλεται, λυρική και κελαρύζουσα αλλού, σε μαγεύει. Ο κόσμος του διηγήματος - ο γνωστός κόσμος του συγγραφέα:Απλοί άνθρωποι του νησιού του, λίγο πριν το τέλος του προηγούμενου αιώνα, με τις αρετές και τα πάθη τους, τη φτώχεια και τις προκαταλήψεις τους, τις "άσημες ζωές τους". Αλήθεια, ποιές είναι άραγε οι διάσημες ζωές;
Διάλεξα το διήγημα αυτό, ακριβώς γιατί είναι μικρό και άσημο, σαν τη ζωή της Αρετής, και δεύτερο, γιατί συγκεντρώνει όλες τις αρετές ενός άρτιου διηγήματος: Ευσύνοπτο, τίποτα περιττό, ο συγγραφέας ελέγχει απόλυτα τα μέσα του, εκτελεί με ακρίβεια, προσέχει ακόμη και την αναπνοή του. Έτσι το αποτέλεσμα είναι ένα διήγημα με τρομερές ποιότητες, συμπαγές, εκρηκτικό, χαρακτηριστικό δείγμα της απαράμιλλης παπαδιαμαντικής λογοτεχνίας.
Το θέμα του διηγήματος είναι καθαυτό σκληρό: Ένας πατέρας επιχειρεί να πνίξει το παιδί του. Εδώ όμως βρίσκεται και η τέχνη του συγγραφέα. Όλα συμβαίνουν στο περίπου: Ήθελε να το πνίξει; γιατί δεν τό 'πνιξε; Γιατί το άφησε στην αμμουδιά; Μήπως είχε σκοπό να γυρίσει να το πάρει; Κ' η κακή μητρυιά; Ήταν άραγε τόσο κακή; ΄Η μήπως, σαν τη Φραγκογιαννού, τή βάραινε η μοίρα της γυναίκας; Όλα μέσα στο διήγημα παίζονται. Ακόμη και τα φοβερότερα πράγματα υπονομεύονται από την ίδια τη φύση τους. Ο Παπαδιαμάντης ψαύει τό αόρατο, συναπαντιέται με το άπιαστο, γι' αυτό και διαχρονικός και διανθρώπινος.
Στο διήγημα καθρεφτίζεται ένας ολόκληρος κόσμος. Οι συνθήκες που το ορίζουν, δυστυχώς και τον προσδιορίζουν κι αυτό αυτό το γνωρίζει περισσότερο απ' όλους ο Παπαδιαμάντης. Άνθρωποι που γεννιούνται και ζουν κατά τύχη, το ένστικτο της επιβίωσης - ο ανώτερος νόμος γι' αυτό και "ο σώζων εαυτόν σωθήτω". Οι λεγόμενοι θεσμοί της οργανωμένης κοινωνίας - υποτυπώδεις έως ανύπαρκτοι. Παιδεία - ούτε κάν στοιχειώδης, κρατική φροντίδα - ούτε σαν ορολογία, εκκλησία - απούσα. Σίγουρα, υπάρχουν και οι ήμερες φύσεις, είναι οι χωρικοί που περιμαζεύουν το άτυχο κορίτσι, είναι πρώτ' απ' όλα, η Αρετή, - δεν είναι τυχαίο το όνομά της - η Αρετή είναι το ξεχωριστό ανθρώπινο είδος, την έχει σφραγίσει η αντίδικη μοίρα της αρετής - για να θυμηθούμε τον Σεφέρη - δέχεται καρτερικά την κακότητα, δεν μνησικακεί, έχει επίγνωση του κακού που της κάνουν, αλλά είναι έτοιμη να συγχωρήσει.
Έτσι ο Παπαδιαμάντης καταθέτει τη δική του Αρετή που διαθέτει, ως προσωπικότητα, όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την πλατωνική αρετή: Σύνεση, σοφία, δικαιοσύνη, ανδρεία, οσιότητα. Η ηρωΐδα του Παπαδιαμάντη, μέσα από δικούς της δρόμους, δίνει την ταπεινή της απάντηση στο διαχρονικό ερώτημα: Διδακτόν η αρετή; Ο Παπαδιαμάντης διαλέγεται με το Σωκράτη και τον Πρωταγόρα φωτίζοντας ακόμα μιά πτυχή: Εκείνη της ατομικής ευθύνης και λεβεντιάς. Ο πατέρας είναι ο άνθρωπος που γίνεται άθυρμα στα χέρια της γυναίκας του. Δεν είναι κακός, είναι άβουλος και ρευστός. Η επίκληση για συγχώρηση στο τέλος, όχι μόνο τον εξιλεώνει, αλλά μας κάνει και να τον αγαπήσουμε. Ο άντρας της Αρετής δεν ξέρει τι σημαίνει ευθύνη, είναι η προσωποποίηση του ενστίκτου. Η μητρυιά, η κακή της ιστορίας, δεν αφίσταται του μυθολογικού της μοντέλου: Σκληρή και αδίστακτη, γυναίκα του παρασκηνίου, βυσσοδομεί συνεχώς κατά της ορφανής, της βρίσκουε όμως ελαφρυντικά, είναι κι αυτή θύμα, ως θηλυκό, μιάς τραυματικής εμπειρίας, που την ορίζει απόλυτα και την κάνει να παραφρονεί. Έτσι ο Παπαδιαμάντης σαν άλλος Θεός, πονάει τους ήρωές του και τους περισώζει. Τό άσπρο και το μαύρο, η μανιχαϊστική δηλαδή αντίληψη του κόσμου, δέν έχει θέση στο έργο του, όπως δέν έχει θέση και στη ζωή.
Εξάλλου και στο υπό συζήτηση διήγημα, όπως και σ' ολόκληρο το έργο του, ο κύρ-Αλέξανδρος αναδεικνύεται μέγας κοινωνικός αναμορφωτής. Τα όπλα του δεν είναι τα συνθήματα, είναι η ικανότητά του να ρίχνει άπλετο φως στην αθλιότητα, τόσο, ώστε να φαίνονται και οι ρίζες της αθλιότητας. Έτσι η λογοτεχνία του, εμπεριέχει και μιά τεράστια δυναμική που θα τη ζήλευαν και τα πιό ριζοσπαστικά μανιφέστα. Πολύ σωστά παραλληλίζουν τον Παπαδιαμάντη με τον Ντοστογιέφσκι, γι' αυτό και οι δυο παραμένουν αξεπέραστοι. Δεν είναι τυχαίο, που, παρά τα αναμενόμενα, μας βρίσκει η νέα χιλιετία με τα έργα τους στα χέρια μας.
Στο συγκεκριμένο μάλιστα διήγημα, κοινό στοιχείο στους δύο συγγραφείς, εκτός των άλλων, είναι και η περιπέτεια της συνείδησης, στην περίπτωση του Ρασκόνλικωφ στον Ντοστογιέφσκι και του πατέρα Κουμενή στον Παπαδιαμάντη. Ο γέρο-Κουμενής "εψυχομάχει επί ημέρας κι εβδομάδας, κι εβασανίζετο φρικτά... πνιγόμενος και μη δυνάμενος ν' αποπνιγή επεκαλείτο την ευχή, την συγνώμην του ιδίου τέκνου του, της κόρης του Αρετής...". Είναι αυτός ο ίδιος που κάποτε αποπειράθηκε να πνίξει την οκτάχρονη μικρή, αλλά δεν την έπνιξε, είναι η ίδια εσωτερική πάλη που τον εμποδίζει τώρα να αποπνιγεί. Η επίκληση της συγνώμης είναι στην ουσία ομολογία αγάπης, και είναι αυτό που τελικά τον λυτρώνει, όπως λυτρώνει τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι όχι τόσο η αυτοπαράδοσή του στην αστυνομία, όσο όταν συνειδητοποιεί μέσα από την αγάπη του για τη Σόνια, τη συμπόνια του για την γριά τοκογλύφα που σκότωσε.
Η μοίρα λοιπόν της αρετής, "η στοιχειωμένη καμάρα", πρέπει κάποτε να ξεστοιχειωθεί και θα ξεστοιχειωθεί, αν δίνουμε στη νεολαία τέτοια λογοτεχνία. Είναι απαίτηση του κυρ-Αλέξανδρου, του άσημου.

[Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Φιλοσοφία και Παιδεία" τεύχος 8, Μάϊος 1997]

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

Από πτερόν φτερό [δ]

Ενότητα "Αισθήσεις"

Τίποτα μά κάτι...

Σέ ψάχνω
όχι όπως στα τραγούδια, νά σε βρώ,
μά έτσι, όπως στο λέω, σέ ψάχνω᾿
στις δειλινές ακτές σου,
στους αμμόλοφους, στά σπήλαια,
στων βουνών σου τά διάκενα.
Κάποτε
ανάμεσα σε κυπαρίσσια,
ώρα μεσημεριού,
διακρίνω κάτι,
μιά παρουσία θάλεγα,
κάτι ανεπαίσθητο,
πες ένα κλείσιμο ματιού,
ένα φιλί, ας πούμε, στον αέρα.

Αίσθηση

Τά δέντρα ούτε στιγμή δέ στέκουνε᾿
ας πούμε η λεύκα ή το κυπαρίσσι
ταξιδεύουν᾿
ωραία τινάζουν την κορφή
κ' υψώνονται
απλώνουν τα κλαριά και πάνε.
Αράζουν κάποτε στον ύπνο μας
μπαίνουν στα όνειρα
και στον καφτό της νύχτας ήλιο
μας ισκιώνουν.
Τέλος μας ερωτεύονται
γι' αυτό κ' η πράσινη καρδιά τους
σχίζεται σε χίλια φύλλα
στρώνεται χαλί και την πατάμε.
Όταν τα λησμονάμε ανθίζουνε,
διεκδικούν τα βλέμματά μας,
γιατί, ό,τι τα μάτια δε χαϊδεύουνε,
μαραίνεται.
Ταξίδι είναι τα δέντρα κ' έρωτας.

Από πτερόν φτερό

Φτερό,
ωραία πετούσες
κι αποσπάστηκες
σαν νυχτερίδα ξάφνιασες
έπεσες στη γη.
Μαύρο (αλλιώς θα μου διέφευγες)
άγγιξες το παιδί
έπαιζε βώλους
δεν κατάλαβε.

Όργανο πτήσης
πέταγμα ζωής
πουλί᾿
μετά τήν πτώση
κατ' όνομα μόνον πτερόν
κύτταρο αλλιώς νεκρό
-φτερό-
έτοιμο πάντως γι' απογείωση
με τον αέρα.
Μάταιο ίσως πέταγμα,
πέταγμα όμως.

(πτερόν: πάν το πτερωτόν πλάσμα,
τό φέρον πτέρυγας (Λεξικόν
Σταματάκου))

Γάτα

Ι. Ο μεταξένιος

Μιά τούφα όνειρο᾿
σκάλωσες κοντά μας.
Μας ξαγκαθιάζεις.
Το σπίτι ξεχειλάει μετάξι.
Ρονρονίζουμε...

ΙΙ. Το χάδι

Ταξιανθία στην παλάμη μου μπιγκόνιας,
ράχη μιας μέρας καλοκαιρινής,
σκίρτημα χνουδωτό,
μέ λύνεις και γλιστρώ στη χλόη
και πιάνω τις ανάσες
κείνων που πεθάναν,
σαν να μη χάθηκε
ποτέ κανείς.

Χάδι-χνούδι,
βλάστησης αιώνιας.

ΙΙΙ. Ο γάτος της φυγής

Έφυγες όπως ήρθες,
Αύγουστο με πανσέληνο.
Ίσως να κυνηγάς ακόμα μιάν Ελένη,
ίσως η νύχτα,
άστρο της και σ' άρπαξε.
Πάντως το απόγευμα,
στον κήπο, στα περβάζια,
πάνω στη σιωπή μας,
γραμμή μεταξένια
κυματίζεις,
χάνεσαι.